Ένας ναυτικός στο τραίνο.


Μπήκε στο βαγόνι και κάθισε στο απέναντι κάθισμα στο σταθμό του Πειραιά.
Μόλις τον είδε αναστατώθηκε.
Ήταν πολύ ταραγμένη και φοβισμένη η ματιά που του έριχνε. Είχε ακινητοποιηθεί όλο του το σώμα με ένα γλυκό μούδιασμα. Τον ήθελε πολύ μα δεν τολμούσε ούτε να τον κοιτάξει.
Το βλέμμα του τον φόβιζε αλλά οι πλάγιες και σταθερές ματιές του, έχοντας καταλάβει τον πόθο που του προκαλούσε, τον τάραζαν ακόμα περισσότερο. Σταύρωσε τα πόδια του κάνοντας το τζιν να θέλει να σκιστεί από τα μπούτια που δεν χώραγαν. Έβαλε τα χέρια του μπροστά προσπαθώντας ν’ αποφύγει τις βιαστικές του ματιές σ’ αυτό που φούσκωνε πίσω από τα κουμπιά του παντελονιού. Άρχισε να νοιώθει αμήχανα. Δεν ήξερε να κρύβει την αμηχανία αντιδρώντας σαν μικρό παιδί που το πειράζουν.
Ευχόταν να κατέβει στην ίδια στάση με τη δική του, μην τολμώντας να τον ακολουθήσει. Ήθελε τόσο πολύ να τον δει όρθιο, να δει αυτό το στενό μπλουζάκι και τη σφιγμένη ζώνη στην αντρίκια λεπτή μέση. Ήθελε να δει αυτόν τον κώλο να κινείται, στηριζόμενος πάνω στα τεράστια πέλματά του, και να πετάγεται έξω από το κοντό μπουφάν.
Σηκώθηκε τελικά και του ήρθε ζαλάδα από το θέαμα. Ήταν όπως τον είχε φανταστεί. Όχι πολύ ψηλός αλλά από αυτούς που η φύση τους προίκισε απλόχερα σε όλα. Κρατήθηκε από τη χειρολαβή με τον καρπό του χεριού να αναμετριέται σε μέγεθος την παλάμη, με πεντακάθαρα νύχια και μωρουδίστικο δέρμα που κοκκίνιζε από την πίεση της χειρολαβής. Το αίμα του έβραζε και νόμιζες πως αν ακουμπούσες μια καρφίτσα θα πεταγόταν πολύ μακριά.
Νιώθοντας εκείνος το βλέμμα με τον έντονο πόθο πάνω του σαν να τον χαϊδεύει, τρόμαξε. Την είχε απωθήσει βαθειά αυτή του την επιθυμία για τους άντρες και την έβγαζε μόνο κρυφά στα λιμάνια που έπιανε το πλοίο. Το πρόσωπό του ήταν μακρύ με τεράστια χείλια με μαύρα σχιστά μάτια. Έφερνε λίγο στην όψη κάτι από αρχέγονους άντρες, αλλά τον ηδόνιζε πολύ αυτό το βουκολικό ύφος.
Το τίποτα υποσχόμενο στις αλλοιωμένες φυσιογνωμίες, αυτές που η πόλη μεταμόρφωνε τα χαρακτηριστικά τους στην παραμικρή εσωτερική κάψα, κάνοντάς τα να λειώνουν σαν παγωτό και να γλυκαίνουν, τον άφηνε αδιάφορο.
Του άρεσε πιο πολύ η θάλασσα που σκλήρυνε και αγρίευε το βλέμμα των ναυτικών, ειδικά των καπεταναίων. Βλέμμα σταθερό, διαπεραστικό με έντονη παρατηρητικότητα αλλά και λίγο απόκοσμο όταν χανόταν στον ορίζοντα, κάνοντάς τον να νιώθει σιγουριά για το ταξίδι μαζί τους.
Είχαν μάθει ν’ αντιμετωπίζουν τη θάλασσα εφευρίσκοντας διάφορους τρόπους και να τη νικούν, στη διαρκή μάχη της συνύπαρξής τους.
Τίποτα δεν ήταν δεδομένο μαζί της. Εκεί που ήταν γλυκιά, εκεί θύμωνε και τους ανάγκαζε να είναι συνέχεια σ’ επιφυλακή. Τη σέβονταν όμως και την καλόπιαναν σαν δύσκολη γκόμενα, μα την έκαναν να πιστεύει πως τους παρέσερνε όταν ηρεμούσε. Εκείνοι, τελικά, την παραπλανούσαν και την έκαναν ότι ήθελαν, δίνοντάς της χαμόγελα και αγάπη που της έλειπαν, διώχνοντας τη φουρτουνιασμένη από τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες διάθεσή της. Την ήξεραν καλά αυτήν την πολυλογία της φουρτούνας και την καλόπιαναν δείχνοντάς της πόσο την ποθούν, πείθοντάς την τελικά να παραδοθεί στην αγκαλιά τους. Αυτό τους κράταγε σε διαρκή εγρήγορση, κάνοντάς την να τους φοβάται και να καλμάρει δείχνοντας την αποδοχή της, μέχρι τελικά να πέσει στην αγκαλιά τους χωρίς αντίσταση.
Πόσο θα ήθελε αυτά τα χείλια να περιπλανηθούν στο σώμα του ολόκληρο. Κατέβηκαν στον ίδιο σταθμό τελικά και προσποιούμενος πως κοιτάζει κάτι στον τοίχο, όταν γύρισε τη πλάτη του απομακρυνόμενος, χάζευε σαν πίνακα αυτά τα θυμωμένα του κωλομέρια ν’ απομακρύνονται. Είχε βάλει τα χέρια του στις κωλότσεπες, προσπαθώντας να τα κρύψει, διαισθανόμενος το επίμονο βλέμμα του. Ίσα που χώραγαν μόνο τα δάχτυλα, κάνοντας τα χέρια να χοροπηδούν μαζί με τα κωλομέρια στο περπάτημά του. Τα φαντάστηκε ν’ ανεβοκατεβαίνουν όταν έκανε έρωτα και ταράχτηκε ακόμα πιο πολύ σκεφτόμενος όχι τόσο τα λακκάκια της μέσης αλλά την μικρή γραμμή κάτω από το κάθε ένα. Λιγώθηκε τόσο που όταν χάθηκε στο τέλος της αποβάθρας, έκανε μεγάλη προσπάθεια να κρατήσει σταθερό το βήμα του από την ταραχή.
Όταν έμεινε μόνος έβριζε τον εαυτό του που δεν τόλμησε να του μιλήσει.
Θα μπορούσε να του πιάσει κουβέντα για κάτι άσχετο και να έβλεπε πώς θ’ αντιδρούσε.
Η ατολμία νίκησε την ηδονή.
Δεν ήταν μια άνιση μάχη, ήταν μια μάχη που δεν δόθηκε.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *