Ανομολόγητο

εςρηγξδ

Ένιωθε μόνος, λέει, πολύ μόνος, κανένας δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν τον ένιωθε, κανείς δεν ήθελε να μείνει μαζί του, να κάνει μια σχέση να ηρεμήσει και να έχει μια αγκαλιά δίπλα του.
Τρίχες.
Ή δεν ήθελε κανέναν δίπλα του.
Ή ήταν τελείως ασαφές και θολό αυτό που έψαχνε.
Ή αυτό που πραγματικά ήθελε το έκρυβε φοβούμενος την κοινωνική κατακραυγή επειδή δεν ήταν «σωστό» και τι θα πει ο κόσμος.
Και το αναζητούσε τις νύχτες κρυφά. Η ψυχή του ποθούσε βαθιά το «πρόστυχο» και το «έκφυλο», όπως τουλάχιστον θεωρούσε η κοινωνία, αλλά παρίστανε την παρθένα του προηγούμενου αιώνα.
Ή τα ήθελε και τα δύο: και τη σχέση με την αγκαλιά αλλά ταυτόχρονα το μάτι έπαιζε συνέχεια για νέες περιπέτειες μήπως και ανακαλύψει το ανομολόγητο.
Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν είχε καμιά διάθεση ν’ ασχοληθεί πιο σοβαρά με κάποιον, να τον ακούσει, να τον στηρίξει, να τον καταλάβει.
Ήθελε απλά να τους χρησιμοποιήσει σαν άψυχα αντικείμενα για να ικανοποιήσει τις δικές του ανάγκες μόνο.
Σαν επιλοχίας τους έβλεπε σε πρωινή επιθεώρηση θαλάμου, με την μύτη ψηλά και το βλέμμα άσεμνο και υποτιμητικό.
Έπρεπε να τους λιγοστέψει για να νιώσει πολύς. Έκανε απαξιωτικές παρατηρήσεις σ’ εκείνους που επιθεωρούσε, προσεκτικά και με καλά λόγια, αλλά πληγωτικά και σκληρά στην πραγματικότητα.
Ήταν έμπειρος πια και με μια ματιά και μια απλή συζήτηση μπορούσε να καταλάβει τι σε πονάει. Εκεί ακριβώς στην πληγή έριχνε το βέλος. Εκεί που τον πόνο από το βέλος δεν το καταλαβαίνεις αμέσως, αλλά όσο κρύωνε το τραύμα δυνάμωνε ο πόνος και κακοφόρμιζε η πληγή.
Δεν καταλάβαινε πως η ηδονή είναι όταν καμαρώνεις για τον άντρα που συναντάς, για τον άντρα που όταν θα του ρίξεις ένα βλέμμα θα είναι σαν να του λες: τι τυχερός είμαι που είδα έναν άντρα που μοιάζει με πίνακα μεγάλου ζωγράφου.
Όχι, η κοινωνική του θέση δεν το επέτρεπε, σαν μεγαλοδικηγόρος έπρεπε να ήταν όλοι κατώτεροι, λιγότερο ισχυροί και με λιγότερες επιτυχίες.
Αυτόν τον λίγο παραπάνω από τον ίδιο έψαχνε στα σκοτάδια, για να μην τον αναγνωρίσουν, για να μπορέσει να βρεθεί μέσα στην ψεύτικη αλλά δυνατή και ζεστή αγκαλιά του, ή τουλάχιστον έτσι που τη φανταζόταν.
Ποτέ δεν το εκστόμισε μέρα: «έχω ανάγκη», «θέλω», «δεν το μπορώ μόνος μου», σκέψεις και συναισθήματα που έχουν τόση ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Όχι, έμαθε πως αυτά δεν είναι για ανώτερα όντα όπως εκείνος. Την νύχτα όμως έβγαινε βαθειά από μέσα του, με τέτοια δύναμη και ένταση που εκείνος που τ’ άκουγε δεν πολυκαταλάβαινε τι συμβαίνει.
Κατάντησε να κάνει έρωτα, να ποθεί και να επιθυμεί μέσα από την ψυχική του εικονική πραγματικότητα.
Μια εικονική πραγματικότητα που πίστευε πως μπορούσε να την ελέγχει απόλυτα, κρατώντας στο χέρι το διακόπτη που θ’ ανοίξει ή θα κλείσει.
Σ’ αυτήν την ψεύτικη πραγματικότητα κατέφευγε όποτε δεν άντεχε την αληθινή. Σχεδόν πάντα. Μέχρι που έγινε τρόπος ζωής. Οι κινήσεις, τα λόγια και οι πράξεις γίνονταν μηχανικά, σαν χιλιοπαιγμένο σήριαλ.
Ούτε καν θυμόταν τ’ όνομά τους όταν φορούσε το βρακί του, βιαζόταν να πάει στον επόμενο, λες και θα έβρισκε σ’ εκείνον τη δική του σεμνότητα.
Και του το ανταπέδιδαν και μάλιστα σκληρά: μετά την πρώτη συνάντηση εξαφανιζόντουσαν. Ανταπέδιδαν το φτύσιμο βρίζοντας και εκείνοι τον εαυτό τους για το χρόνο που έχασαν.
Όχι, οι μόνοι που άξιζαν της προσοχής του ήταν εκείνοι που θ’ ασχολούνταν μόνο μαζί του.
Δεν ξέρω αν είναι το ανικανοποίητο, ή ο εγωισμός, ή η υπερεκτίμηση του εαυτού του. Αυτά ας τα βρει ο ψυχίατρός του.
Αν τελικά νιώθει κανείς μόνος, ας πει στον εαυτό του τι θέλει. Δεν είναι εύκολο, δεν είναι πάντα σαφές, μα η ψυχή ξέρει και θα το ζητάει συνέχεια.
Αν της το στερήσει, θα του στερήσει κι εκείνη μεγάλες απολαύσεις που τις δικαιούται. Τίποτα δεν είναι μόνο του: η ψυχή, ο έρωτας και το περιβάλλον που ζει κανείς. Το ένα επιδρά στο άλλο σαν μαγνήτες.
Διαφορετικά ας απολαύσει την μοναξιά, έχει κι αυτή τις χάρες της.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *