Απρόσμενη πατρότητα


Βγήκε από το μπάνιο μετά από μια πολύ κουραστική μέρα, σκούπιζε να μαλλιά του και η ματιά του έπεσε πάλι στο καταραμένο συρτάρι. Πέταξε την πετσέτα, το άνοιξε και ξαναδιάβασε το γράμμα.
Τα χέρια του έτρεμαν. Δεν ήξερε αν ήταν από θυμό ή φόβο, σε κάθε σειρά όμως δίσταζε να προχωρήσει στην επόμενη και ας το είχε μάθει απ’ έξω.
-Άφησέ το ρε μωρό μου, του είπε ο Νίκος αγκαλιάζοντάς τον από πίσω, αφού ξέρεις πως σε ταράζει.
-Παράτα με, του είπε απότομα. Ήταν εκτός εαυτού.
Ο Νίκος ήξερε πως όταν συμπεριφερόταν έτσι έπρεπε να τον αφήνει μόνο του. Πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ.
Το γράμμα ήταν από τις δυο αδελφές του και του έλεγαν πως επισκέφτηκαν στο μαιευτήριο την μητέρα του γιου του που γέννησε χτες.
Τον παρακαλούσαν, τον απειλούσαν σχεδόν, να δεχτεί πως είναι δικό του παιδί. Πως είναι ο πατέρας του και πως δεν είναι δυνατόν να κάνει πως δεν το πιστεύει επειδή έτσι του είπε η μάνα του. Ή επειδή δεν άντεχε την πατρότητα.
Τα συναισθήματα ανάμικτα αλλά δυνατά, έκαναν το στομάχι του να σφίγγει.
Η μάνα του τον μεγάλωσε και τον δίδαξε, του το έκανε κυτταρική πληροφορία, πως δεν θα μπει ποτέ άλλη γυναίκα ανάμεσά τους.
Όταν γνωρίστηκαν με την κοπέλα, πέρασαν ένα παθιασμένο καλοκαίρι μαζί και μετά μετανάστευσε σε μια χώρα της ανατολής που έψαχναν μηχανικό για έργα. Στο ίδιο εργοτάξιο εργαζόταν και ο Νίκος, γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν τρελά. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε σχέση με άντρα, μέχρι τότε είχε μόνο περιστασιακές σχέσεις. Ίσως γιατί δεν ήθελε να το παραδεχτεί.
Όταν έμαθε πως ήταν έγκυος πανικοβλήθηκε. Το ανέλαβε όλο η μάνα του μαζί με το υπόλοιπο σόι.
Η απόφαση ήταν οριστική: δεν είναι δικό του παιδί. Δεν ξανασχολήθηκε, αλλά ούτε και η κοπέλα. Δεν την ένοιαζε. Από τη στιγμή που ένιωσε την ψυχούλα μέσα της, αποφάσισε πως θα το μεγαλώσει μόνη της.
Οι δυο αδελφές του όμως, μωρομάνες και οι δυο, έγιναν έξαλλες. Το μητρικό ένστικτο ήταν αρκετό να τις κάνει να μείνουν δίπλα στην κοπέλα του και να δώσουν όση περισσότερη αγάπη μπορούσαν στο ανίψι τους.
Ούτε τότε η κοπέλα ζήτησε τίποτα, ευγενικά τις ευχαρίστησε και τους είπε πως δεν την νοιάζει που θα μεγαλώσει μόνη της το παιδί. Όσο δύσκολο και αν ήταν.
Το σόι και η μάνα τους θύμωσαν πολύ με την επίσκεψη των δυο αδελφών. Το θεώρησαν προσβολή προς τον κανακάρη, τον καλομαθημένο. Τους έκοψαν ακόμα και την καλημέρα.
Δυο αδελφές που σε όλη τους τη ζωή δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπημένες, έγιναν μια γροθιά. Ένιωθαν πως είχαν όλα τα αρχέγονα δίκια με το μέρος τους. Αυτά της επιβίωσης και του μητρικού φίλτρου. Η μάνα τους ας μην τους ξαναμιλούσε ποτέ, άλλωστε δεν υπήρχαν μέσα στην οικογένεια παρά μόνο συμπληρωματικά του γιου της. Την κάλεσαν όμως να δει το εγγόνι της και αρνήθηκε πεισματικά. Τόση σκληράδα.
Πέταξε το γράμμα στο συρτάρι και το έκλεισε με μια κλωτσιά.
Ήθελε να τα σπάσει όλα μέσα στο δωμάτιο. Τεράστιο το δίλημμα και δεν ήταν μαθημένος στα δύσκολα.
Όλη την υπόλοιπη νύχτα, ανά μια ώρα γέμιζε και άδειαζε τις βαλίτσες του. Όταν τις άδειαζε σκεφτόταν πως δεν μπορεί, θα ξέρει η μάνα του, βρίζοντας θεούς και δαίμονες, πως τάχα τον έμπλεξε και έμεινε επίτηδες έγκυος επειδή ήταν ερωτευμένη.
Η γαλήνη ερχόταν όμως μόνο όταν τις γέμιζε.
Ένιωθε πως τον βοηθούσε ο μικρός του γιος, πως του έδινε με τα μικρά του χεράκια τα ρούχα. Και τότε λύγιζε, τον έπαιρναν τα κλάματα από αγάπη.
Το ξημέρωμα τον βρήκε να καπνίζει κοιτάζοντας το ταβάνι.
Ο Νίκος ξαγρύπνησε μαζί του, αλλά σιωπηλά, δεν μίλησαν καθόλου. Ήξερε όμως πως τον ήθελε δίπλα του και μερικές φορές έγερνε στην αγκαλιά του όταν οι σκέψεις βάραιναν.
Μια ακόμη ενοχή τον ταρακουνούσε συθέμελα: πάνω στο θυμό του ζήτησε να γίνει εξέταση DNA. Ήταν κάτι που το είχε δει μόνο στις ταινίες και το θεωρούσε ανέντιμο. Η μάνα όμως επέμενε, ήταν η μόνη της ελπίδα να μην αποδεχτεί τη γυναίκα που θα τους χώριζε.
Πόσο ντρεπόταν τώρα γι’ αυτήν του την απόφαση δεν περιγράφεται. Σκεφτόταν πως αν ποτέ το μάθαινε ο γιος του πόσο πολύ θα πληγωνόταν.
Το χέρι του πήγε μόνο του στο τηλέφωνο, πήρε την εταιρεία που θα έκανε την εξέταση. Με τη διαφορά της ώρας μόλις είχαν ανοίξει. Έδωσε εντολή να σταματήσουν την έρευνα μέχρι να επιστρέψει.
Τρόμαζε στην ιδέα του όποιου αποτελέσματος.
Το πατρικό του ένστικτο είχε ξυπνήσει και λειτουργούσε σαν σίφουνας. Κατάπινε μέσα του όλες τις αντιρρήσεις της μάνας του.
Το παιδί ήταν δικό του. Τέλος.
Αποκαμωμένος αλλά γαλήνιος αποχαιρέτησε το Νίκο μ’ ένα γλυκό φιλί. Χωρίς να πουν λέξη, τα έλεγαν όλα τα βλέμματά τους.
Η βαλίτσα είχε μείνει γεμάτη. Ντύθηκε και μπαίνοντας στο ταξί είπε στον οδηγό:
«Πάμε αεροδρόμιο».
Η άγνωστη μέχρι τότε δύναμη της πατρότητας είχε νικήσει.
Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε ολοκληρωμένος. Αυτό του ανέδυσε η γέννηση του γιου του.
Ήταν το μόνο που δεν του δίδαξε η μάνα του. Ήταν αυτό που του δίδαξαν δυο άλλες μάνες, οι αδελφές του.
Πήγαν και οι τρεις στο σπίτι της μάνας του παιδιού του.
Τις ήθελε παρούσες στην πιο σημαντική στιγμή της ζωής του.
Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσαν πραγματικά αδέλφια.
Πήρε για πρώτη φορά στην αγκαλιά του το αγγελούδι, και αυτό, σαν να την περίμενε του χαμογέλασε με μια μωρουδίστικη κραυγούλα.
Ζήτησε από τη μάνα να τους βγάλει μια φωτογραφία, την πρώτη με το γιο του αγκαλιά.
Το κινητό του Νίκου έκανε σήμα πως ήρθε μήνυμα.
-Μωρό μου, θα με αγαπάς το ίδιο τώρα που είμαι μπαμπάς; Και εμφανίστηκε η φωτογραφία του αγαπημένου του με το μωρό αγκαλιά;
Βούρκωσε από το ξεχείλισμα της ψυχής του.
-Δεν μου μοιάζει πολύ; Δεύτερο απανωτό μήνυμα.
Τι να του απαντήσει; Γέλαγε και έκλαιγε ταυτόχρονα.
Θα είχε δυο μωρά να φροντίζει σκέφτηκε με αγάπη κοιτάζοντας έξω.
Όταν είσαι ο πρώτος άνθρωπος που θέλει να μοιραστεί την πιο σημαντική στιγμή της ζωής του, το είναι σου ολόκληρο δονείται από περηφάνια.
Θα του το έλεγε από κοντά, δεν ήθελε να παρέμβει σ’ αυτήν τη τόσο δυνατή στιγμή.
Ήθελε να τον αφήσει μόνο του με το γιο του.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *