Ζακέτα (Έκτο και τελευταίο κεφάλαιο)

Όταν γύρισε ο Κυριάκος ο Αργύρης είχε στα πόδια του τη μια πουτάνα και το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο από τη καύλα. Σαν να ντράπηκε όμως που σκέφτηκε πως του Κυριάκου δεν του άρεσαν οι γυναίκες και της είπε να καθίσει δίπλα. Χωρίς να πάρει όμως το χέρι του από πάνω της.
– Έλα ρε που ήσουνα.
– Εδώ είμαι για κατούρημα είχα πάει, εσύ όλα καλά με την κοπέλα;
– Με έχει κάνει ηφαίστειο, ε μωρό μου, της είπε λιγωμένος.
– Σιγά ρε θα μας πάρουνε τα ζουμιά, άντε πιες το ποτό σου έχουμε να πάμε και αλλού.
– Πού να πάμε; Μια χαρά είναι εδώ.
– Σήκω ρε θέλω γλέντι σήμερα, πάμε ν’ ακούσουμε μουσική.
– Τι λες ρε μαλακισμένο με τι λεφτά;
– Σου είπα σήμερα κερνάω εγώ. Άντε σταμάτα να τη χουφτώνεις τη κυρία και πάμε.
– Κάτσε λίγο ακόμα, έχει ωραίο περιβάλλον εδώ είπε και της χούφτωσε τα μεγάλα βυζιά της.
– Σήκω ρε συ δεν μ’ αρέσει να μείνω άλλο εδώ μέσα.
– Άντε σπασίκλα πάμε. Περίμενε να χαιρετήσω τη κυρία, δεν είναι σωστό να φύγω έτσι.
– Δεν θα παρεξηγηθεί η κυρία μη φοβάσαι, σε περιμένω έξω.
Είχε πιει λίγο παραπάνω ο Κυριάκος ήταν και χαρούμενος με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα με τον Αργύρη, είχε και λεφτά και ήθελε να γλεντήσει. Φεύγοντας ρώτησε τον Μπάμπη που να πάνε. Πήρε ένα τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη ενός σκυλάδικου ο Μπάμπης και τους είπε πως τους περιμένουν.
Το σκυλάδικο που πήγαν ήταν της συμφοράς. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο όμως για ν’ ακούσουν μουσική, ήταν και προχωρημένη η ώρα. Όταν παρήγγειλε μπουκάλι ο Κυριάκος άλλαξε το ύφος του σερβιτόρου. Έδειξε μεγαλύτερο σεβασμό. Όταν του είπε κιόλας πως το μαγαζί του το σύστησε ο Μπάμπης τότε τους έβαλαν και πρώτο τραπέζι πίστα και ήρθε και ο ιδιοκτήτης προσωπικά να τους ρωτήσει αν θέλουν κάτι άλλο. Ο Αργύρης τα κοίταζε όλα και δεν τα πίστευε.
– Να δω πότε θα φάμε το ξύλο. Ποιος είσαι ρε μαλακισμένο και σου φέρονται έτσι;
– Σταμάτα να γκρινιάζεις και απόλαυσε τη μουσική.
– Ναι φοβερή η μουσική είπε ειρωνικά, και οι φωνές τέλειες.
Πίνανε και παρακολουθούσαν τους άθλιους τραγουδιστές να ξεφωνίζουν άγνωστα τραγούδια. Το μαγαζί ήταν γεμάτο από χοντρούς καραφλούς έμπορους, αυτούς με τις σφραγισμένες επιταγές, αλλά με πρόσωπο στη κοινωνία. Και πουτάνες που τους συνόδευαν ελπίζοντας σε κανένα χρυσό βραχιόλι που θα τους έκαναν δώρο. Όταν όμως έχεις πιει αυτά είναι λεπτομέρειες.
Ξαφνικά μέσα στα σκυλάδικα που άκουγαν έπαιξε η ορχήστρα το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Πετάχτηκε ο Αργύρης σαν να του έβαλαν ελατήριο και πήγε στην πίστα να χορέψει. Ήταν το τραγούδι του. Η εικόνα του Αργύρη να χορεύει ζεϊμπέκικο έκανε τον Κυριάκο να λιγωθεί από την επιθυμία. Δεν υπήρχε νότα που να μην την ακολουθούσε το σώμα του. Όχι με κάποιο ρυθμό, αυτοσχεδίαζε ανάλογα με το τι τον έκανε να σκέφτεται η κάθε νότα. Χόρευε τόσο καλά που ενώ στη πίστα ήταν άλλοι δυο – τρεις, έκαναν στην άκρη να χορέψει μόνος του. Γέμισε η πίστα από τον αντρίκιο χορό με το τσιγάρο στο στόμα και τις αυτοσχέδιες φιγούρες που τόσο πολύ του πήγαιναν. Όλες οι γκόμενες που ήταν στο μαγαζί δεν έπαιρναν τα μάτια τους από πάνω του. Παρήγγειλε πολλά λουλούδια ο Κυριάκος και έβαλε τις λουλουδούδες να του τα ρίχνουν όσο χόρευε χειροκροτώντας με το ρυθμό του τραγουδιού. Ένιωθε ευτυχισμένος. Λίγο πριν τελειώσει το χορό του ο Αργύρης εμφανίστηκε στο τραπέζι του ο μπάρμαν. Τα ‘χασε και τρόμαξε από το ύφος του ο Κυριάκος.
– Τι κάνεις εσύ εδώ;
– Ήρθα να καμαρώσω τον καινούριο σου εραστή.
– Είσαι πιωμένος και φύγε μην έρθει ο άλλος και γίνει κανένας τσαμπουκάς. Δεν έχω όρεξη σήμερα για τέτοια.
– Εμένα δεν με έχει παρατήσει ποτέ κανένας, σας πήρα από πίσω για να βεβαιωθώ πως τον γουστάρεις και δεν έπεσα έξω.
– Φύγε ρε σου λέω, θα γίνει φασαρία, ο άλλος είναι πολύ οξύθυμος.
– Τον γράφω στ’ αρχίδια μου πες του, αλλά εσύ μου ξηγήθηκες σκάρτα και αυτό δεν θα περάσει έτσι.
Τον είχε πειράξει πολύ τον μπάρμαν η κουβέντα που του είπε ο Μπάμπης. Ήπιε αρκετά πριν φύγει από το μαγαζί και είπε του Μπάμπη πως πάει σε μια δουλειά για λίγο και θα γυρίσει. Ο Μπάμπης κατάλαβε τι γινόταν και του είπε να τον αφήσει ήσυχο τον Κυριάκο γιατί τον χρειάζεται. Τότε ήταν που έγινε ακόμα πιο έξαλλος ο μπάρμαν.
– Αυτή η προσβολή δεν μπορεί να περάσει έτσι, μου την έχει δώσει άσχημα το κωλόπαιδο. Καμιά πουστάρα δεν θα μου κάνει εμένα τέτοια κόλπα και να με ξεφτιλίζει στους φίλους μου.
Ο Μπάμπης κατάλαβε πως δεν υπήρχε περίπτωση να τον κρατήσει και του είπε:
– Πήγαινε ρε αλλά αν μου κάνεις καμιά χαλάστρα θα σε καθαρίσω να το ξέρεις.
– Μη φοβάσαι ξέρω τι κάνω.
Την ώρα που μίλαγε ο Κυριάκος με τον μπάρμαν ακούστηκαν χειροκροτήματα από όλη την αίθουσα. Είχαν ενθουσιαστεί με το χορό του Αργύρη. Ήρθε στο τραπέζι και είδε τον μπάρμαν και αμέσως άλλαξε το ύφος του, από εκεί που ήταν αναψοκοκκινισμένος από το χορό, μόλις τον είδε σκοτείνιασε το βλέμμα του.
– Τι έγινε έχουμε επισκέψεις; Ρώτησε τον Κυριάκο.
– Τραβάς κανένα ζόρι παλικάρι; Ο Κυριάκος είναι φίλος μου και ήρθα να πιω ένα ποτό μαζί του.
– Ο Κυριάκος είναι παρέα μου τώρα, είναι φίλος και εσύ δεν είσαι καλεσμένος. Και όποιος πειράζει φίλο μου είναι σαν να πειράζει εμένα. Άντε τώρα πήγαινε και μη μας χαλάς την παρέα.
– Από το σπίτι σου με διώχνεις ρε μαλάκα;
Είπε τη λάθος λέξη ο μπάρμαν. Πάγωσε ο Κυριάκος γιατί καταλάβαινε πως τώρα θα γίνει χαμός.
– Εμένα είπες μαλάκα ρε; Σου έχει πει κανείς τι παθαίνει όποιος με λέει έτσι;
– Σιγά μη μας δείρεις κιόλας ρε νιάνιαρο.
– Αν γουστάρεις και δεν είσαι κότα πάμε έξω να ξηγηθούμε.
– Πάμε ρε γιατί το τραβάει ο οργανισμός σου.
Ο Αργύρης πρόλαβε και τον έπιασε από το λαιμό.
– Πάμε ρε αντράκι της πλάκας να δούμε ποιος είναι τσαμπουκάς.
Πήγε να κρατήσει τον Αργύρη ο Κυριάκος φωνάζοντας να τον αφήσει, αλλά του έδωσε μια δυνατή σφαλιάρα με το άλλο του χέρι και του είπε:
– Μην ανακατεύεσαι, είναι δική μου υπόθεση και θα καθαρίσω εγώ.
Τον έβγαλε σχεδόν σηκωτό έξω. Άρχισε να του ρίχνει μπουνιές όπου έβρισκε. Τον έδερνε και τον έβριζε. Έπεσε πάνω στον Αργύρη ο πορτιέρης και φώναξε να έρθουν και από μέσα για βοήθεια. Με τα χίλια ζόρια κατάφεραν να πάρουν από τα χέρια του Αργύρη. Τον είχε κάνει μαύρο στο ξύλο.
Κάθονταν στην άκρη και κοίταζε ο Κυριάκος. Πρώτη φορά έπαιζε κάποιος ξύλο γι’ αυτόν. Καμάρωνε κρυφά και όταν τους χώρισαν τον πήρε τον Αργύρη πιο πέρα να τον ηρεμήσει λίγο. Το μπάρμαν τον έβαλαν σ’ ένα αυτοκίνητο Και τον έδιωξαν.
– Πάμε να συνεχίσουμε το γλέντι μας, είπε ο Αργύρης.
– Πάμε να φύγουμε ρε συ, αφού μας τη χάλασε τη βραδιά.
– Είπα πάμε μέσα ακούς;
– Εντάξει μη φωνάζεις δεν σου έκανα εγώ τίποτα.
– Όχι ρε μαλακισμένο δεν έχω τίποτα μαζί σου, αλλά να έρθει να μας πουλήσει τσαμπουκά έτσι χωρίς να του κάνουνε τίποτα; Και να πειράξει το φίλο μου μπροστά μου;
– Παράτα τον μη το σκέφτεσαι.
– Έχεις επιτυχία μαλακισμένο τρέχουν από πίσω σου τα αγόρια.
Ήταν ειρωνικός λίγο και πειράχτηκε ο Κυριάκος.
– Είδες που δεν είσαι εντάξει; Τώρα γιατί με κοροϊδεύεις πάλι;
– Πλάκα σου κάνω ρε, αφού ξέρεις παρόλο που είσαι κωλόπαιδο σου έχω μια αδυναμία.
– Ναι καλά, έτσι κοροϊδεύεις εσύ αυτούς που τους έχεις αδυναμία.
– Σταμάτα να γκρινιάζεις σου είπα πλάκα σου έκανα.
Πήγανε μέσα αλλά τους είχε φύγει η διάθεση. Ήπιαν ένα ποτό ακόμα και πείστηκε ο Αργύρης να φύγουν. Ο Κυριάκος φοβόταν μήπως έρθει με παρέα ο μπάρμαν και γίνει μεγαλύτερος καυγάς. Ανακούφιση ένιωσε όταν απομακρύνθηκαν από το μαγαζί. Είχανε πιει αρκετά και στο δρόμο άρχισε να τραγουδάει μισομεθυσμένος ο Αργύρης. Τον ακολουθούσε στο τραγούδι ο Κυριάκος περπατώντας για να βρούνε ένα ταξί να γυρίσουν πίσω.
– Θέλω να πιω κι’ άλλο είπε ξαφνικά ο Αργύρης.
– Που να βρούμε τέτοια ώρα ανοιχτό μαγαζί ρε, πάμε για ύπνο.
– Έβαλε το χέρι στον ώμο του Κυριάκου τραγουδώντας δυνατά στο αυτί του. Φιλικό αγκάλιασμα αλλά του Κυριάκου του σηκώθηκε.
– Σταμάτα ρε και τραγουδάς και φάλτσα.
– Ο καλός σου, σου τραγουδούσε καλύτερα μαλακισμένο;
– Πάλι τα ίδια, σου είπα δεν είναι ο καλός μου, ένας μαλάκας είναι που επειδή του κάθισα πίστεψε πως τον καψουρεύτηκα κιόλας.
– Αυτός σε καψουρεύτηκε όμως, αλλιώς γιατί να έρθει να κάνει τσαμπουκά.
– Αφού τους ξέρεις τους κομπλεξικούς τους βλάχους, όλα για το καυλί τους, τίποτε άλλο δεν καταλαβαίνουν και αν δεν κάνεις ότι σου λένε τσαντίζονται και γίνονται μαλάκες.
– Ναι αυτός όμως σε ήθελε πολύ, το είδα στα μάτια του.
Η φωνή του Αργύρη είχε γίνει ψιθυριστή, του μίλαγε στο αυτί και ανατρίχιαζε ο Κυριάκος. Αλλά δεν τραβιόταν.
– Δεν πάω στην μονάδα αν δεν βρεις να πιούμε λίγο ακόμα.
– Ρε δεν ξέρω τίποτε άλλο σ’ αυτό το κωλοχώρι σου είπα.
– Μη μου φωνάζεις εμένα μαλακισμένο γιατί θα τις φας πάλι. Να βρεις για το φίλο σου ένα ποτό.
– Γιατί ρε μου κάνεις τη ζωή δύσκολη αφού σου είπα δεν ξέρω τίποτα.
– Με φτιάχνει να σε δυσκολεύω.
Αυτό το τελευταίο το είπε πολύ ερωτικά, ο Κυριάκος καύλωσε πολύ.
– Δεν σ’ αρέσει που σε δυσκολεύω πονηρούλη;
– Σταμάτα τις μαλακίες και πάρε το χέρι σου από τον ώμο μου, θα μας δει κανένας και θα γίνουμε ρεζίλι.
Νάζια έκανε ο Κυριάκος, καθόλου δεν ήθελε να πάρει το χέρι του από τον ώμο του.
– Στ’ αρχίδια μου τους γράφω όλους, απαγορεύεται ν’ αγκαλιάσω το φίλο μου;
– Θα με πνίξεις ρε μη με σφίγγεις. Είσαι μεθυσμένος και δεν ξέρεις τι σου γίνεται.
Τον μάλωνε γλυκά και το καταλάβαινε ο Αργύρης. Του άρεσε αυτή η βόλτα που έκανε με το φίλο του. Η ανάσα του έκαιγε στο λαιμό του Κυριάκου και τον ανέβαζε στα ουράνια. Ευτυχώς λίγο πιο κάτω ήταν ένα περίπτερο ανοιχτό και είχε μικρά μπουκαλάκια ουίσκι. Πήραν και πήγαν σε ένα διπλανό παγκάκι να τα πιούνε. Άρχισε πάλι να τραγουδάει ο Αργύρης δυνατά. Σηκώθηκε να κατουρήσει και το έκανε μπροστά στον Κυριάκο ενώ του μιλούσε. Το κάνανε συχνά τ’ αγόρια αλλά για τον Κυριάκο αυτό ήταν μαρτύριο. Κατούραγε και του μίλαγε και τραγουδούσε. Επίδειξη του έκανε έτσι για να τον κομπλάρει λίγο. Αυτό δεν το άντεχε ο Κυριάκος.
– Άντε κατούρα να φύγουμε, νύσταξα και θέλω να πάω για ύπνο.
– Νύσταξε το μωρό μου και θέλει να κοιμηθεί;
– Σταμάτα τις μαλακίες μπεκρούλιακα και πάμε να φύγουμε.
– Καλά πάμε, ότι θέλει το μωρό μου, του χαλάω εγώ χατίρι;
Είχε αρχίσει να γίνεται πιο γλυκομίλητος ο Αργύρης.
– Άντε βρες ένα ταξί να φύγουμε. Μια φορά είπα και εγώ να πιω ένα ποτηράκι, αλλά δεν είσαι για τέτοια εσύ, δεν αντέχεις το ποτό.
Πέρναγε μπροστά τους ένα ταξί και πήγαν στη μονάδα. Στη διαδρομή έπιασε κουβέντα με τον ταξιτζή και ευτυχώς ήταν ίδια ομάδα. Ήταν ικανός να τσακωθεί και με αυτόν, έτσι που ήταν πιωμένος.
Έφτασαν στη μονάδα, πλήρωσε ο Κυριάκος και πήγαν μέσα. Ο σκοπός της πύλης τους έβαλε χέρι γιατί συνέχιζε να τραγουδάει.
– Σκάσε ρε και θα του ξυπνήσεις όλους.
– Εντάξει ρε σειρά σταματάω, αλλά μήπως έχεις κανένα ποτό και στο δίνω αύριο;
– Είσαι μεθυσμένος και δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Πήγαινε για ύπνο μη ξυπνήσει ο αξιωματικός υπηρεσίας και βρεις το μπελά σου.
– Καλά μη φωνάζεις φεύγω.
Προχωρώντας προς το θάλαμο ρώτησε τον Κυριάκο:
– Εσύ δεν έχεις τίποτα να κεράσεις το φίλο σου; Έτσι θα τον αφήσεις;
– Έχεις πιει πολύ, δεν σου δίνω άλλο.
– Α έτσι έχεις και δεν δίνεις, καλά θα φύγω αλλά να το θυμάσαι αυτό που κάνεις στο φίλο σου.
– Εντάξει θα σου δώσω αλλά θα πιεις λίγο.
– Ναι ρε ένα ποτό θέλω και να πάω για ύπνο.
Πήγανε μαζί στο δωμάτιο. Έβαλε ποτό ο Κυριάκος αλλά λίγο.
– Βάλε μου πιο πολύ ρε μαλακισμένο τι κάνεις φοβάσαι μη μεθύσω και δεν ξέρω τι κάνω;
– Είσαι μπεκρούλιακας να το ξέρεις, αλλά του γέμισε το ποτήρι.
– Εσύ δεν θα πιεις; Θ’ αφήσεις το φίλο του να πίνει μόνος του;
– Δεν θέλω άλλο έχω πιει και εγώ πολύ.
– Αν δεν πιεις μαζί μου πάω να φύγω, δεν γουστάρω να πίνω μόνος μου.
Έβαλε και ο Κυριάκος λίγο και τσαντίστηκε ο Αργύρης.
– Ρε μαλακισμένο αν δεν θέλεις να πιεις μαζί μου πες μου να φύγω. Τι έβαλες μια γουλιά μόνο, με κοροϊδεύεις;
Γέμισε μισό νεροπότηρο ο Κυριάκος.
– Είσαι ευχαριστημένος τώρα; Θέλεις να μεθύσω σαν εσένα.
– Πιες το μονορούφι όλο.
– Τι λες ρε θα γίνω γκολ.
– Πιες το είπα, και άρχισε ν’ αγριεύει.
– Καλά μη φωνάζεις, όλο στον καυγά το έχεις το μυαλό σου, αφού σου είπα δεν πίνω πολύ, να το πιω λίγο λίγο;
– Βάλε και λίγη μουσική, είπε και ξάπλωσε στο κρεβάτι το μονό του Κυριάκου.
– Μην πέφτεις με τα παπούτσια ρε θα τα λερώσεις όλα.
– Νοικοκύρη μου εσύ, εντάξει θα τα βγάλω, έλα βοήθα λίγο γιατί δε μπορώ μόνος μου να σκύψω.
Ψέματα έλεγε, παρίστανε το μεθυσμένο γιατί του άρεσε να τον φροντίζουν. Σαν μωρό έκανε. Αλλά μεγάλο μωρό. Του έβγαλε τα παπούτσια ο Κυριάκος και τις κάλτσες. Είδε πάλι αυτά τα υπέροχα πόδια του και τα κοίταζε με θαυμασμό. Τη πρώτη φορά που τα είχε δει στα μπάνια δεν είχε προλάβει να τα παρατηρήσει. Περιποιημένα και καθαρά.
– Αχ πόσο γουστάρω να μου κάνουν μασάζ στα πόδια, αλλά ποιος να μου κάνει εδώ. Δεν υπάρχει κανείς να με φροντίσει λίγο και εμένα.
– Άσε τις κλάψες και δεν σου πάνε.
– Έτσι είναι όταν έχω μια ανάγκη κανείς δεν υπάρχει να μου συμπαρασταθεί και να με βοηθήσει, έκανε δήθεν κλαψιάρικα.
– Ρε σταμάτα τις κλάψες σου είπα.
Τα έλεγε ο Κυριάκος και άρχισε να του μαλάζει τις πατούσες. Έβγαλε το πουκάμισο ο Αργύρης και ξεκούμπωσε και το παντελόνι του γιατί τον στένευε, είπε. Ο Κυριάκος είχε καυλώσει πολύ και φαινόταν από το παντελόνι του.
– Φτιάχτηκες μικρούλη μου; Του είπε τρυφερά.
Κοκκίνισε πάλι ο Κυριάκος.
– Με φτιάχνει πολύ που ντρέπεσαι να το ξέρεις.
Έβαλε το χέρι του μέσα από το παντελόνι και έφτιαξε το ερεθισμένο του καυλί του με ένα βογκητό γιατί πόνεσε.
– Δεν σβήνεις το φως όση ώρα μου κάνεις μασάζ;
– Δεν πας στο θάλαμό σου να κοιμηθείς, θα μας πάρει κανένα μάτι εδώ και θα έχουμε μπλεξίματα.
Το είπε με βραχνή από την ηδονή φωνή ο Κυριάκος. Σηκώθηκε ο Αργύρης έσβησε το φως και γδύθηκε τελείως. Πριν προλάβει να πει τίποτα ο Κυριάκος του έπιασε το στόμα και του έδωσε ένα φιλί που του κόπηκε η ανάσα.
– Άμα γουστάρω κάτι τους γράφω όλους στ’ αρχίδια μου.
Άρχισε να τον γδύνει τον Κυριάκο χωρίς να πάρει τη γλώσσα του από το στόμα του. Κάτι πήγε να πει ο Κυριάκος αλλά ήταν τόσο επιθετικό το φιλί του που απλά ακούστηκε σαν βογκητό. Γυμνό τον έβαλε να γονατίσει. Του άρεσε πολύ του Αργύρη να βλέπει πιο κάτω από αυτόν το θύμα του.
Ότι προσπάθειες κάνει το αρσενικό είναι μέχρι να νιώσει υγρασία. Μετά θέλει να μπει όλο και πιο βαθειά εκεί που έχει υγρασία. Τον κοίταγε στα μάτια ο Αργύρης με το βλέμμα και την υπεροψία του εισβολέα. Βόγκηξε και έκλεισε με μια γλυκιά λαγνεία τα μάτια ο Κυριάκος και του έδωσε όλη τη παθητικότητά του και την υποταγή του. Αν σε ένα αρσενικό δεν του δώσεις τη παθητικότητά σου τότε ή θα σε βιάσει ή θα του πέσει. Τίποτα από αυτά τα δύο δεν ήθελε τώρα ο Κυριάκος. Τον έστελνε στα ουράνια αυτή η γλυκιά ηδονή του επιτιθέμενου προς αυτόν που παραδίδεται. Όταν είδε ο Αργύρης πως έκλεισε λίγο τα μάτια του έριξε ένα τρυφερό χαστούκι για να τα ανοίξει. Απαιτούσε να τον κοιτάζει στα μάτια. Τον έφτιαχνε πολύ αυτό το βλέμμα του αρσενικού την ώρα που πηδάει. Νιώθει πως είναι κυρίαρχος όλου του κόσμου για λίγη ώρα. Και πως δεν μπορεί να του ξεφύγει το θύμα του. Ήθελε όμως να του δείχνει και τις εκφράσεις του προσώπου του. Η έκφραση και τα βογγητά πόνου που έβγαζε, κάνουν πάντα το αρσενικό να πιστεύει απόλυτα πως είναι τεράστιος. Τα είχε ξανακάνει αυτά και ήξερε καλά πως τρελαίνονται τα αρσενικά. Όσο έκανε πως προσπαθούσε να ξεφύγει ο Κυριάκος, τόσο πιο δυνατά τον κράταγε. Τον φίλαγε στο στόμα πολύ επιθετικά ακόμα σε σημείο που του έκοβε την ανάσα του Κυριάκου. Ένιωθε τόσο ηδονική αυτή τη λαχανιασμένη του ανάσα στο λαιμό του ο Κυριάκος και σίγουρα του είχε κάνει σημάδια όπως τον ρούφαγε. Μέχρι και τη τελευταία στιγμή απολάμβανε τη παράδοσή του.
– Σου άρεσε μωρό μου; Ρώτησε τρυφερά τον Κυριάκο όταν ξάπλωσε δίπλα του.
– Δεν έχω ξανακάνει ποτέ τέτοιο έρωτα. Είσαι φοβερός εραστής.
Χώθηκε στη ζεστή αγκαλιά του.
– Έχω πάει δυο τρεις φορές με αγόρια αλλά εσύ ήσουνα πολύ διαφορετικός. Μου άρεσε πολύ.
Του έπιασε με το χέρι του το στόμα και τον ξαναφίλησε τρυφερά. Το φιλί του έγινε πάλι επιθετικό. Τραβήχτηκε ναζιάρικα ο Κυριάκος.
– Σταμάτα, μην αρχίζεις πάλι πρέπει να φύγεις κοντεύει να ξημερώσει.
– Έλα θα κάνω γρήγορα, θα προλάβουμε του μίλαγε στο αυτί και του το πιπίλαγε.
Ρίγη ηδονής ένιωσε πάλι ο Κυριάκος αλλά δεν θα τον άφηνε να του το ξανακάνει. Ήξερε πως έτσι καυλώνει περισσότερο. Ήθελε να τον κυνηγήσει λίγο να μη του το δώσει έτοιμο. Ήξερε καλά πως το αρσενικό είναι κυνηγός και αν δεν το κάνει έτσι δεν το απολαμβάνει. Αλλά ήθελε να του δώσει και ένα δείγμα για το τι του φύλαγε για την επόμενη φορά. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και πήγε αργά προς τα κάτω στα πόδια του. Άρχισε να τα γλύφει με λαγνεία και να τον κοιτάζει στα μάτια. Δεν του το είχαν ξανακάνει ποτέ του Αργύρη αυτό και του άρεσε τόσο πολύ που αναγκάστηκε ο Κυριάκος να του κλείσει πάλι το στόμα να μην ακουστούν έξω τα βογκητά του. Συνέχισε να του γλύφει τα δάχτυλα τις πατούσες και σε λίγο έβαλε όλο το πόδι στο στόμα του. Δεν κρατήθηκε και όρμηξε πάλι. Τραβήχτηκε ο Κυριάκος και πρόλαβε και σηκώθηκε από το κρεβάτι.
– Αύριο πάλι του είπε ναζιάρικα, μη τα θέλεις όλα τώρα.
Τι κάνει ένα αρσενικό για να τον βάλει σε μια τρύπα, ξανασκέφτηκε ο Κυριάκος και χαμογέλασε ευτυχισμένος που του προκαλούσε τέτοια ηδονή.
– Ντύσου γιατί ξημέρωσε.
– Ξέρεις πολύ καλά να κάνεις έναν άντρα να περνάει καλά μαλακισμένο, του είπε με παράπονο.
– Και εσύ ξέρεις καλά να κάνεις έναν άντρα να σου παραδοθεί. Είσαι μάστορας. Πονάω ακόμα βάρβαρε.
Του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στη κοιλιά και άρχισε να ντύνεται. Ένιωθε το λάγνο βλέμμα του Αργύρη που τον κοίταζε όσο ντυνόταν και έκανε κινήσεις που σίγουρα θα τον καύλωναν. Ντυνόταν αργά τονίζοντας με τις κινήσεις του τα σημεία που τον άναβαν.
– Άντε ντύσου, θα ξυπνήσει η πρωινή βάρδια και θα μας δουν, είπε τάχα αδιάφορα.
Ο Αργύρης είχε χάσει τη μιλιά του από τα κόλπα που του είχε κάνει και από την ηδονή που ένιωσε και αυτός για πρώτη φορά με αγόρι. Ήταν ακόμα τόσο καυλωμένος που δεν έβρισκε τις κάλτσες που ήταν μπροστά του. Του τις έδωσε ο Κυριάκος και από τη καύλα του δεν μπορούσε να τις φορέσει. Του τις έβαλε ο Κυριάκος αργά κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Δεν του έπεφτε με τίποτα και δυσκολεύτηκε να κλείσει το φερμουάρ στο στενό τζιν που φόραγε. Ήξερε ο Κυριάκος από τους άντρες που είχε γνωρίσει πως όσο σημαντικό είναι το ξεκίνημα και η διάρκεια της σεξουαλικής πράξης, ακόμα πιο σημαντικός είναι ο τρόπος που αποχωρίζεσαι τον εραστή σου. Με αυτή την εικόνα θα φύγει από κοντά σου. Μια κακή ή βιαστική αποχώρηση μπορεί να διαλύσει τα τόσο όμορφα συναισθήματα που ένιωθε όσο διαρκούσε. Ήθελε να του δώσει του Αργύρη να πάρει μαζί του τον ερωτικό αέρα που θα τον ξανάφερνε κοντά του. Ο Αργύρης έφυγε όχι με το βλέμμα και το ύφος του άντρα που για μια ακόμα φορά έκανε το καθήκον του, αλλά του άντρα που είναι γεμάτη η ψυχή του από την αποδοχή που εισέπραξε.
Έμεινε επί τέλους μόνος ο Κυριάκος. Είχε λίγη ώρα μέχρι να πάει να πάρει το Διοικητή από το σπίτι του. Ήθελε να σκεφτεί λίγο τι έγινε σήμερα αλλά τον πήρε ο ύπνος αμέσως.
Μια ώρα μετά άνοιξε απότομα η πόρτα και μπήκε ο Αργύρης φωνάζοντας:
– Ξύπνα ρε μαλακισμένο να πας να πάρεις το Διοικητή, μου κοιμήθηκες λες και είσαι σπίτι σου.
– Έλα άσε με λίγο ακόμα μην είσαι βάρβαρος.
– Σήκω τώρα γιατί θα σε πλακώσω στο ξύλο, θα αργήσεις και θα φωνάζει ο δικός σου. Δε με νοιάζει για σένα αλλά θα τα βάλει με όλους και μετά τρέχα να κρυφτείς.
– Έλα μόνο δέκα λεπτά, άσε με και γύρισε μπρούμυτα.
Τράβηξε τα σκεπάσματα και τα πέταξε κάτω. Ο Κυριάκος φορούσε μόνο το μικρό του εσώρουχο. Μόλις τον είδε ο Αργύρης έκλεισε τη πόρτα και έπεσε επάνω του καυλωμένος πάλι.
– Εντάξει μη σηκώνεσαι, προλαβαίνω σε δέκα λεπτά να σε κάνω να νιώσεις όπως χτες.
– Σταμάτα που το μυαλό σου το έχει συνέχεια στο γαμήσι. Είναι όλη η μονάδα έξω, τρελός είσαι;
Τα έλεγε ο Κυριάκος αλλά πολύ θα ‘θελε να το ξανακάνει τώρα μαζί του. Φοβήθηκε όμως και του ξέφυγε και σηκώθηκε.
– Άντε πήγαινε τώρα.
– Φεύγω αλλά θα τα ξαναπούμε μικρούλη, του είπε πρόστυχα και λάγνα του Κυριάκου και έφυγε. Κανόνισε να πάμε για καφέ το απόγευμα. Θέλω να μιλήσουμε.
Όση ώρα ετοιμαζόταν ο Κυριάκος σκεφτόταν πόσο ευτυχισμένος ήταν, πόση τέλεια βραδιά πέρασε, αλλά αυτό που δεν περίμενε με τίποτα ήταν που τον φίλαγε στο στόμα ο Αργύρης. Συνήθως δεν φιλάνε αυτοί που δεν πηγαίνουν με ομοφυλόφιλους, όχι γιατί δεν θέλουν αλλά γιατί ντρέπονται. Ίσως ήταν το ποτό, αλλά σήμερα ήταν πάλι τρυφερός και διαχυτικός μαζί του και αυτό τον έκανε να χαρεί ακόμα περισσότερο. Καύλωσε που σκέφτηκε τα φιλιά του και τις χερούκλες του που τον χάιδευαν, τη ζέστη του κορμιού του και που για πρώτη φορά δεν χρησιμοποιούσε κάποιον σαν διεκπεραίωση. Ήταν εκεί μαζί του στην αγκαλιά του. Ένιωσε για πρώτη φορά τι σημαίνει να ενωθούν δυο άνθρωποι την ώρα του σεξ. Ήταν πρωτόγνωρο το συναίσθημα και τον τρόμαξε στην αρχή, αλλά μετά από λίγο αφέθηκε πάλι στις σκέψεις της χτεσινής βραδιάς και φανταζόμενος πως είναι ακόμα στην αγκαλιά του, πήρε το αυτοκίνητο και πήγε να πάρει το Διοικητή.
– Καλημέρα σας κύριε Διοικητά
– Άργησες λίγο σήμερα, τι έγινε βγήκατε χτες με τον Μπάμπη;
– Πήγα από το μαγαζί του και επειδή άργησε να τελειώσει και να πάμε στα μπουζούκια ήπια μερικά ποτά και με πείραξαν. Έκανα εμετό και δεν μπορούσα να συνεχίσω και γύρισα στη μονάδα. Μπορεί να πάμε σήμερα, θα τον πάρω αργότερα τηλέφωνο να το κανονίσουμε.
– Εγώ τον περίμενα τώρα το πρωί να μου φέρει κάτι λεφτά και δεν ήρθε, μάλλον θα τον πήρε ο ύπνος γιατί δεν απαντάει και στο τηλέφωνο. Αν μιλήσεις μαζί του πες του να με πάρει και εμένα.
– Μάλιστα.
Μόλις άφησε το Διοικητή πήγε κατ’ ευθείαν για ύπνο. Ήταν πολύ εξαντλημένος από τη χτεσινή βραδιά και μόλις έπεσε κοιμήθηκε αμέσως. Δυο ώρες μετά τον ξύπνησε ένας φαντάρος.
– Ξύπνα σειρά σε θέλει ο Διοικητής.
– Τι θέλει πάλι;
– Που να ξέρω ρε σειρά μου είπε να σε φωνάξω.
– Εντάξει ντύνομαι και πάω, σ’ ευχαριστώ
Ντύθηκε και σε δέκα λεπτά ήταν στο γραφείο του.
– Με ζητήσατε κύριε Διοικητά;
– Ναι μίλησες με τον Μπάμπη; Εγώ τον πήρα αλλά δεν απαντάει πάλι, περίεργο, για πάρε και εσύ να δούμε.
Πήρε ο Κυριάκος αλλά ούτε σ’ εκείνον απαντούσε.
– Κάπου θα ξέχασε το τηλέφωνό του, θα τον πάρω και αργότερα.
– Καλά αν τον βρεις να έρθεις να μου το πεις.
– Μάλιστα.
– Σήμερα θα φύγουμε πιο νωρίς, είχαν έρθει κάτι φίλοι στο σπίτι χτες και ξενυχτήσαμε.
– Μάλιστα, τι ώρα θέλετε να έρθω;
– Κατά τις δώδεκα.
– Μάλιστα.
Κλείνοντας την πόρτα του Διοικητή σκέφτηκε πως θα πέρασε καλά με τους δυο Βούλγαρους που του είχε στείλει ο Μπάμπης. Όταν θα μάθαινε πως τον είχε καταγράψει θα πάθαινε μεγάλο σοκ. Φοβήθηκε λίγο για το πώς θ’ αντιδρούσε αλλά δεν θα καταλάβαινε πως είχε αναμιχτεί ο Κυριάκος. Ας έκανε ότι ήθελε. Ένιωθε πολύ πιο δυνατός τώρα που είχε φίλο και εραστή τον Αργύρη. Δεν χρειαζόταν να το αντιμετωπίσει μόνος του.
Στις δώδεκα πήγε να τον πάρει για να τον πάει σπίτι του. Ήταν ανήσυχος. Ο Μπάμπης δεν απαντούσε.
– Δεν μπορώ να καταλάβω τι έχει γίνει, εσύ τον ξαναπήρες;
– Ούτε εμένα μου απαντάει, ή του έκλεψαν το κινητό ή το έχασε, δεν εξηγείται αλλιώς.
– Να πας το απόγευμα να τον ψάξεις και να με πάρεις να μου πεις.
– Μάλιστα.
Γύρισε στην μονάδα και έψαξε τον Αργύρη. Ήταν στο ΚΨΜ και έπαιζε ποδοσφαιράκια με ένα φίλο του. Φωνάζανε και βρίζανε ο ένας τον άλλον. Είχε ένα τσιγάρο στο στόμα και φορούσε μόνο ένα άσπρο φανελάκι από πάνω. Μούδιασε η κοιλιά του Κυριάκου από την ηδονή μόλις τον είδε και κάθισε παράμερα να τον παρατηρήσει λίγο. Με την ένταση του παιχνιδιού δεν τον πήρε είδηση ο Αργύρης αμέσως, όταν τελικά τον κέρδισε το φίλο του, του έκανε μια κίνηση σαν να του έλεγε σε πήδηξα και γύρισε αγέρωχα με το ύφος του νικητή. Είδε τον Κυριάκο και πήγε κοντά του.
– Τι κάνεις ρε μαλακισμένο; Πως από τα μέρη μας;
– Ήρθα να πιω έναν καφέ.
– Εγώ ψάχνω για σοβαρό αντίπαλο, αλλά εδώ μέσα δεν υπάρχει, είπε ειρωνευόμενος το φίλο του που κέρδισε.
– Το απόγευμα θα πάω στο χωριό για μια δουλειά του Διοικητή, θέλεις να πάμε παρέα;
– Τι ώρα;
– Κατά τις έξι.
– Εντάξει έλα να με πάρεις από το θάλαμο αλλά να μην αργήσουμε είμαι σκοπιά στις δέκα.
– Όχι ούτε εγώ είμαι για ξενύχτι. Νιώθω πολύ κουρασμένος από χτες και θέλω να κοιμηθώ νωρίς.
– Ποιος σε ταλαιπώρησε χτες μικρούλη μου; του είπε ψιθυριστά και λάγνα.
– Έλα σταμάτα θα μας ακούσουν εδώ μέσα.
– Προσέχω μη φοβάσαι, αλλά γουστάρω κι’ άλλο.
– Ούτε να το σκέφτεσαι, πονάω ακόμα από χτες βάρβαρε είπε αλλά άφησε με το ύφος του να εννοηθεί πως αν επέμενε θα ψηνόταν.
– Καλά ότι πεις, δεν μ’ αρέσει να πιέζω.
– Οκ τα λέμε το απόγευμα.
Στις έξι πήγε να τον πάρει από το θάλαμο. Έφυγαν με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο. Στη μέση της διαδρομής είπε του Κυριάκου.
– Μ’ έχει πιάσει πάλι ίλιγγος, σταμάτα κάπου δεξιά να ηρεμήσω λίγο.
– Τρόμαξε ο Κυριάκος και σταμάτησε σε ένα άνοιγμα του δρόμου. Τον βοήθησε να βγει από το αυτοκίνητο και πήγαν λίγο πιο μέσα στα δέντρα.
– Ξάπλωσε να συνέλθεις λίγο.
– Βάλε μου κάτι κάτω από το κεφάλι μου, Πρέπει να είναι λίγο σηκωμένο.
Έβγαλε το πάνω μέρος της φόρμα του ο Κυριάκος και προσπαθούσε να το βάλει κάτω από το κεφάλι του. Είχε κλειστά τα μάτια του και ήταν τρομοκρατημένος ο Κυριάκος, δεν ήξερε τι να κάνει για να τον βοηθήσει. Την ώρα που του ανασήκωνε το κεφάλι άνοιξε ξαφνικά τα μάτια του ο Αργύρης και τον άρπαξε με τα μπράτσα του. Πανικόβλητος έβγαλε μια φωνή ο Κυριάκος γιατί δεν κατάλαβε τι συνέβαινε.
– Εμένα μη μου κάνεις το δύσκολο μαλακισμένο, του είπε τρυφερά αλά χωρίς να σηκώνει αντίρρηση το ύφος του.
– Δε ντρέπεσαι λίγο με κατατρόμαξες.
Η τελευταία λέξη δεν πρόλαβε να βγει από το στόμα του. Του το είχε κλείσει ο Αργύρης με το δικό του. Τον έγδυσε γρήγορα και το έκαναν εκεί μέσα στο δασάκι. Τέλειωσε ο Αργύρης αλλά ήθελε κι’ άλλο.
– Σταμάτα θα δει κανένας το αυτοκίνητο και θα σταματήσει.
– Έλα μωρό μου μια φορά ακόμα και μετά θα σταματήσω στο υπόσχομαι.
– Όχι φτάνει σου είπα, είναι επικίνδυνο. Προσπαθούσε να σηκώσει το εσώρουχό του αλλά ο Αργύρης δεν έπαιρνε τη χερούκλα του από πάνω του.
– Σταμάτα σου είπα.
– Καλά σταματάω αφού δεν γουστάρεις δεν πειράζει, κάπου θα βρω να τον βάλω.
– Γιατί είσαι τέτοιος; Αφού σου είπα είναι επικίνδυνο. Τα έλεγε και ντυνόταν ο Κυριάκος.
– Ντύσου να φύγουμε, είπε αγχωμένος ο Κυριάκος.
– Τι τέλεια που ήταν, είσαι φοβερός.
– Σου άρεσε;
– Ναι θέλω κι’ άλλο.
– Ε δεν είσαι με τα καλά σου, εγώ πάω στο αυτοκίνητο.
Μπήκε στο αυτοκίνητο και τον κοίταζε που κατούραγε. Πόσο τον καύλωνε αυτός ο άντρας δε λέγεται. – Δεν πρόκειται να σε ξαναπιστέψω αν πάθεις κάτι να το ξέρεις, είσαι μεγάλος ψεύτης είπε ο Κυριάκος.
– Αν δεν μου δίνουνε αυτό που θέλω μου αρέσει να το παίρνω μόνος μου, του είπε τρυφερά και πήγε να τον χαϊδέψει πάλι.
– Μα σταμάτα επί τέλους κοντεύουμε στο χωριό.
Τράβηξε το χέρι του μόνο όταν μπήκαν στο χωριό. Άφησε το αυτοκίνητο μερικά στενά πιο πέρα από το μαγαζί του Μπάμπη.
– Περίμενέ με εδώ, μην είναι πάλι αυτός ο βλάκας ο μπάρμαν μέσα και έχουμε ιστορίες, ακούς καβγατζή; Του είπε του Αργύρη.
– Αν θέλει λίγο ξύλο ακόμα ας έρθει, είπε και γέλασε δυνατά.
– Σιγά ρε ποιος είσαι;
– Άντε πήγαινε μην τις φας και εσύ.
Γύρισε μετά από λίγο ο Κυριάκος κάπως ανήσυχος.
– Περίεργο, το μαγαζί είναι κλειστό είπε.
– Τι ώρα ανοίγει;
– Δεν έκλεινε σχεδόν ποτέ. Τι να πω θα πάρω τηλέφωνο το Διοικητή να του το πω και γυρίζουμε στη μονάδα. Μη μιλάς όσο τηλεφωνώ, του είπα πως θα έρθω μόνος μου.
– Οκ
Ούτε ο Διοικητής απαντούσε, θα κοιμόταν ακόμα σκέφτηκε και δεν επέμεινε. Θα τον ξανάπαιρνε αργότερα.
– Πάμε για καφέ ή να γυρίσουμε;
– Όχι πάμε να πιούμε ένα καφέ αφού σου είπα πως θέλω να σου μιλήσω, είπε ο Αργύρης.
– Ωραία πάμε με τα πόδια, έχει εδώ πιο κάτω μια καφετέρια.
Παρήγγειλαν φραπέ και ρώτησε ο Κυριάκος:
– Τι θέλεις να μου πεις; Είμαι όλος αυτιά.
– Τίποτε σοβαρό, απλά θέλω να ξέρεις πως τη βρήκα πολύ και χτες και σήμερα μαζί σου. Δεν είχα κάνει ποτέ ολοκληρωμένο σεξ με αγόρι και μου άρεσε. Έχω ζήσει αρκετά χρόνια στο Βερολίνο, η μάνα μου είναι Γερμανίδα, και δεν κομπλάρω για ότι κάναμε. Οι σχέσεις των ανθρώπων εκεί δεν είναι τόσο κομπλεξικές όσο εδώ στην Ελλάδα. Έμαθα καλά πως τον άντρα τον καθορίζει η συμπεριφορά του και ο τρόπος που αντιδρά σε όλη του τη ζωή, όχι τι θα κάνει στο κρεβάτι του. Και εγώ είμαι άντρας. Να ξέρεις όμως πως εμένα μου αρέσουν οι γυναίκες. Δεν θα ‘θελα να κάνω σχέση με αγόρι. Μου αρέσει και όποτε γουστάρουμε να το κάνουμε, αλλά μην υπολογίζεις σε σχέση μαζί μου. Είμαι με μια κοπέλα δυο χρόνια τώρα μαζί και μάλλον θα παντρευτούμε. Αυτά ήθελα να σου πω.
– Θέλω και εγώ να σου πω μερικά πράγματα. Δεν θα ‘θελα σχέση μαζί σου, δεν νιώθω έτοιμος για κάτι τέτοιο. Εμένα μου άνοιξες από μέσα μου και μου έδειξες το πραγματικό μου εαυτό και θα ‘θελα να γνωρίσω και άλλους ανθρώπους με το καινούριο μου πρόσωπο. Είμαι πολύ ευτυχισμένος και σ’ ευχαριστώ πολύ. Μπορεί και να πέρναγα όλη την υπόλοιπη ζωή μου μέσα στο ψέμα και τη κοροϊδία. Μου έδειξες τον τρόπο να δείχνω και να μη φοβάμαι αυτό που νιώθω, και αυτό με κάνει πολύ δυνατό. Ένιωθα πάντα αδύναμος και εύθραυστος στο παραμικρό που μου συνέβαινε. Αλλά αν κάνω ποτέ σχέση θα ‘θελα να είναι κάποιος σαν εσένα. Με ανοιχτό μυαλό και τσαμπουκάς σε όλα. Και κυρίως να μη φοβάται τον εαυτό του και να μη ντρέπεται για ότι κάνει. Είσαι ο τέλειος άντρας για μένα.
– Εντάξει μικρούλη μου θα σε κάνω κουμπάρο μου. Είπε και γέλασε πάλι. Πάμε τώρα να φύγουμε να πάμε για λίγο σ’ εκείνο το δασάκι, του είπε ψιθυριστά.
– Μα δε έχεις πουθενά αλλού το μυαλό σου ρε συ; Μια σοβαρή κουβέντα δεν μπορείς να κάνεις;
– Πάμε και τα υπόλοιπα σοβαρά θα σου τα πω στο δασάκι.
– Δεν έχει τίποτα θα πάμε κατ’ ευθείαν στη μονάδα.
– Αχ έτσι κάνετε μας φτιάχνετε καλά καλά και μετά μας αφήνετε με το πουλί στο χέρι.
– Ε τι να σου πω, έχεις και παράπονο από εμένα ρε;
– Όχι καθόλου, είσαι πολύ εντάξει, αλλά θέλω κι’ άλλο. Να κοίτα μου σηκώθηκε πάλι.
– Σταμάτα ρε και θα γίνουμε ρεζίλι, άντε πάμε να φύγουμε.
– Περίμενε να μου πέσει λίγο θα με κοιτάνε εδώ όλοι.
– Άντε τελείωνε, είπε ο Κυριάκος αλλά έκανε επίτηδες μια κίνηση, δήθεν τυχαία να φανεί το κωλαράκι του λίγο.
– Τα βλέπεις; Προσπαθώ να μου πέσει και μου δείχνεις το κωλαράκι σου. Φταίω εγώ μετά;
– Ε δεν τρώγεσαι, πάω στο αμάξι και όποτε σου πέσει έλα.
Λίγο μετά ήρθε και ο Αργύρης στο αμάξι. Είχε νυχτώσει πια. Σ’ όλη τη διαδρομή έκανε το στεναχωρημένο και παραπονιόταν ψεύτικα πως δεν τον καταλαβαίνει κανείς και πως τον αφήνουν έτσι χωρίς φροντίδα και στοργή.
– Δεν τ’ αφήνεις αυτά; Δεν μπορώ άλλο σου είπα πονάω ακόμα από πριν.
– Πάμε να φύγουμε, έχουμε αργήσει.
– Εντάξει πάμε.
Σ’ όλη τη διαδρομή είχε μια ανείπωτη ευτυχία για τις τόσο έντονες στιγμές που ζούσε με τον Αργύρη. Οδηγούσε και σιγοτραγούδαγε.
– Τι έγινε μαλακισμένο είσαι χαρούμενος; Ρώτησε ο Αργύρης. Έχω κι’ άλλη χαρά να σου δώσω αν θέλεις, έχει εδώ πιο κάτω και ένα άλλο δασάκι.
– Μα τι άνθρωπος είσαι τέλος πάντων ρε, δεν ηρεμείς καθόλου;
– Ποτέ μωρό μου.
– Είσαι αχόρταγος, σταμάτα γιατί κοντεύουμε στην μονάδα.
Ήταν περασμένη η ώρα όταν έφτασαν. Σκοπός στη πύλη ήταν κάποιος άγνωστος φαντάρος και του ζήτησε τα χαρτιά του Κυριάκου.
– Ποιος είσαι εσύ ρε σειρά δεν σε ξέρω, είμαι ο οδηγός του Διοικητή, άνοιξέ μου να περάσω.
– Αν δεν δω τα χαρτιά σας δεν μπαίνετε μέσα είπε ο σκοπός και αγρίεψε λίγο.
Τα ‘χασε ο Κυριάκος αλλά έδωσε τα χαρτιά του.
– Εσύ ποιος είσαι; Ρώτησε τον Αργύρη.
Μόλις του είπε τ’ όνομά του πήρε κάπου τηλέφωνο. Αμέσως εμφανίστηκαν δυο φαντάροι με ένα λοχαγό, άγνωστο κι αυτόν, και έβγαλαν με το ζόρι τον Αργύρη από το αυτοκίνητο. Τον πήραν σχεδόν σηκωτό και τον πήγαν προς το κρατητήριο.
– Τι συμβαίνει ρε σειρά, ρώτησε τρομαγμένος ο Κυριάκος, που τον πάνε τον Αργύρη;
– Στο κρατητήριο, δεν μπορώ να σου πω τίποτε άλλο, πήγαινε στο θάλαμό σου και περίμενε εκεί.
Πηγαίνοντας προς το θάλαμο είδε μπροστά στο Διοικητήριο το αμάξι του ταξίαρχου. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Ευτυχώς γνώριζε τον οδηγό του ταξίαρχου και πήγε να τον ρωτήσει τι συνέβαινε.
– Τι συμβαίνει ρε σειρά;
– Πρόσεχε μαλάκα τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά, κάποιος κάρφωσε στο ταξίαρχο κάτι για μετανάστες και πουτάνες που έφερνε ο Διοικητής μαζί με κάποιον από το χωριό. Μιλάγανε και για κατασκοπία με τους Βούλγαρους. Είναι όλη η μονάδα σ’ επιφυλακή και έχουν φέρει και από άλλα στρατόπεδα φαντάρους. Το διοικητή σου τον πήραν με τις χειροπέδες και δεν ξέρω πού τον πάνε. Αυτά τα άκουσα που μίλαγε ο ταξίαρχος με Αθήνα. Έχει γίνει της τρελής, έρχεται αύριο ο Υφυπουργός εδώ για να παρακολουθήσει ο ίδιος τις ανακρίσεις.
Πάγωσε ο Κυριάκος. Έχασε το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Δεν ήξερε πώς ν’ αντιδράσει.
– Ποιος τους κάρφωσε ρε σειρά, πες μου είναι πολύ σημαντικό σε παρακαλώ.
– Όλα αυτά τα άκουγα που τα έλεγε ο ταξίαρχος στα τηλεφωνήματα που έκανε, αλλά πρόσεχε μαλάκα σου τα λέω γιατί έχουμε πιει και δυο καφέδες μαζί και σε εμπιστεύομαι, αν μάθουν πως σου τα είπα θα με στείλουν και εμένα στρατοδικείο.
– Έχεις το λόγο μου δεν θα πω τίποτα.
– Κάποιος που δούλευε σ’ ένα μπαρ του τα είπε του ταξίαρχου, τον είδα που του έδωσε και ένα DVD σήμερα το πρωί. Πιάσανε και τον ιδιοκτήτη του μπαρ και τις πουτάνες. Μεγάλο μούτρο πάντως ο Διοικητής σου.
– Πως ήταν αυτός;
– Γύρω στα τριάντα ψηλός καστανός, βλαχόφατσα μου έκανε.
Αμέσως κατάλαβε ο Κυριάκος πως ήταν ο μπάρμαν. Ρε τον κομπλεξικό τι μας έκανε σκέφτηκε. Γι’ αυτό δεν απαντούσε ο Μπάμπης όλη μέρα και ήταν και κλειστό το μαγαζί.
– Και τον Αργύρη, αυτόν που πήγαν στο κρατητήριο γιατί τον έπιασαν;
– Έκαναν άνω κάτω τη μονάδα όλη και βρήκαν πολλά λεφτά στο σάκο του. Μάλλον θα τον θεώρησαν συνεργό του Διοικητή, αλλιώς πού τα βρήκε τόσα λεφτά;
Έφυγε το αίμα από μέσα του Κυριάκου μόλις άκουσε για τον Αργύρη. Προσπάθησε να πάει στο κρατητήριο αλλά ήταν αδύνατο να τον πλησιάσει. Μπήκαν όλοι μέσα στο θάλαμο και δεν θα έβγαινε κανένας από εκεί.
Δυο ώρες μετά μπόρεσε να πάει στο δωμάτιό του. Γινόταν μεγάλη φασαρία από φωνές και αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονταν συνέχεια. Το δωμάτιο του Κυριάκου ήταν ανάστατο. Το είχαν ψάξει όλο. Ήταν όλα πεταμένα στο πάτωμα. Ρούχα, σκεπάσματα, αναποδογυρισμένα τα πάντα, το τραπεζάκι οι καρέκλες, όλα. Ένιωσε μια βαθειά πίκρα για όσα έβλεπε και είχε ακινητοποιηθεί η ψυχή του. Έτρεχαν τα μάτια του συνέχεια για το πόσο άδικα του φερόταν η ζωή. Στη μοναδική περίοδο της ζωής του που μπόρεσε να χαρεί πραγματικά ήρθαν τα πάνω κάτω. Είχε καθίσει στη άκρη του κρεβατιού ακίνητος και έκλαιγε με πολύ παράπονο. Τώρα που μπόρεσε να ξεφύγει από τον εαυτό του που σιχαινόταν και ετοιμαζόταν να αρχίσει τη νέα του ζωή, διαλύθηκαν όλα σε μια στιγμή από ένα μαλάκα που ένιωσε κατώτερος και τους κάρφωσε όλους. Ένιωθε βαριά την ενοχή σ’ αυτό που έμπλεξε τον Αργύρη, αλλά όχι σαν τι ενοχές που ένιωθε πριν. Τώρα δε που είχε προκαλέσει συνειδητά κακό, έγινε από κακή σύμπτωση ή από πράγματα που δεν μπορούσε να προβλέψει. Πόναγε στη σκέψη για το πού θα είναι ο Αργύρης. Πόναγε από φόβο μήπως απ’ όλη αυτήν την ένταση τον πιάσουν πάλι οι ίλιγγοι και δεν έχει κανέναν να του συμπαρασταθεί. Ντρεπόταν που εξ’ αιτίας του έμπλεξε τόσο άσχημα και που κανείς δεν μπορούσε να ξέρει πώς θα εξελισσόταν. Ήθελε να πεθάνει. Ήθελε να μη το δει αυτό που θα γινόταν. Μα η ζωή φέρνει πάντα μόνο όσα μπορούμε ν’ αντέξουμε. Και έπρεπε να το μάθει κι’ αυτό.
Χαράματα τον πήρε λίγο ο ύπνος αλλά ξύπνησε από τις φωνές και το θόρυβο που έκαναν πολλά αυτοκίνητα που ήταν μέσα στη μονάδα. Ντύθηκε βιαστικά και βγήκε έξω. Τον είχε πιάσει μια τεράστια αγωνία να μάθει πού ήταν ο Αργύρης. Έτρεχε και ρώταγε όσους μπορούσε, αλλά είχε γεμίσει η μονάδα με ξένους φαντάρους και αξιωματικούς και δεν μπορούσε να μάθει τίποτα. Ευτυχώς ξαναβρήκε τον οδηγό του ταξίαρχου και έμαθε πως τον πήραν για ανάκριση στο Στρατηγείο, άκουσα τον ταξίαρχο που διέταξε την απομόνωσή του μέχρι να τελειώσει η ανάκριση.
– Και πού τον έχουν τώρα ρε σειρά, μπορώ να τον δω; Ρώτησε ο Κυριάκος.
– Πλάκα μου κάνεις; Στην απομόνωση είναι όλοι και δεν επιτρέπεται να τους δει κανένας. Πρέπει να είναι πολύ σοβαρό το θέμα με την κατασκοπεία. Από όσα μπορούσα να ακούσω έχει γίνει μεγάλο θέμα στην Αθήνα. Ο ταξίαρχος έχει να κοιμηθεί δυο μέρες και με έχει και εμένα εδώ συνέχεια. Άσε με το μαλάκα το Διοικητή σου μας έχει μπλέξει όλους και να δούμε πως θα τελειώσει αυτή η ιστορία.
– Σκέψου κάτι ρε σειρά σε παρακαλώ, πρέπει να τον δω οπωσδήποτε, είναι πολύ σοβαρό.
– Γκόμενός σου είναι και κάνεις έτσι ρε μαλάκα; Για να έχει τόσα λεφτά επάνω του κάπου θα είναι μπλεγμένος και αυτός. Μην ανακατεύεσαι και μπλέξεις και εσύ. Είναι πολύ σοβαρά τα πράγματα σου λέω. Έχω ένα φίλο που υπηρετεί στο στρατηγείο αλλά για αυτές τις μέρες δεν μπορώ ούτε εγώ να τον δω.
– Κάνε ότι μπορείς σε παρακαλώ, δεν μπορώ να σου εξηγήσω αλλά είναι μεγάλη ανάγκη. Τουλάχιστον μάθε ότι μπορείς και πες μου, ίσως μπορέσω να τον δω.
– Εντάξει ρε σειρά, για να επιμένεις τόσο πολύ θα πρέπει να είναι πολύ σοβαρό.
– Σ’ ευχαριστώ ρε σειρά κράτησε το τηλέφωνό μου και ό,τι μάθεις πάρε με αμέσως. Θα στο χρωστάω μεγάλη χάρη.
Τον Αργύρη τον ανέκριναν στο στρατηγείο για πολλές ώρες. Με απειλές με εκβιασμούς και με φοβέρες. Δεν του πήραν κουβέντα. Έπεσαν όλοι πάνω του γιατί νόμισαν πως για να μη μιλάει θα είναι πολύ σημαντικό μέλος της συμμορίας. Έκαναν δυο μέρες να του επιτρέψουν να δει δικηγόρο. Του όρισαν στρατιωτικό δικηγόρο, αλλά ο Αργύρης δεν τον εμπιστευόταν και δεν του είπε τίποτα. Του εξήγησε ο δικηγόρος πως αν δεν μιλήσει κινδύνευε να μείνει για πολλά χρόνια στη φυλακή, ειδικά τώρα που η κατηγορία είναι για σύσταση συμμορίας. Δεν του είπε τίποτα. Δεν επρόκειτο να μιλήσει πριν μπορέσει να συναντηθεί με τον Κυριάκο. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον πουλήσει το φίλο του. Ότι και να σήμαινε αυτό. Μετά την τόσο επίμονη άρνησή του να μιλήσει στον ανακριτή, διατάχθηκε η προφυλάκισή του μέχρι να γίνει η δίκη. Το μόνο που ζήτησε ο Αργύρης ήταν να τον δει ένας γιατρός. Ήθελε να του πει για τους ιλίγγους και να ζητήσει να του δίνουν τα φάρμακά του. Δεν τον έπεισε το στρατιωτικό γιατρό, ειδικευόμενος ήταν τον είχε ψαρώσει και ο ταξίαρχος και δεν του έδωσε τίποτα. Δεν ήταν και από τις αρρώστιες που είναι φανερές και τον έστειλαν στις στρατιωτικές φυλακές αντί για το νοσοκομείο. Φρίκη. Μα ήταν από τους άντρες που οι δυσκολίες τον δυνάμωναν. Είχε μάθει να στηρίζεται μόνο στον εαυτό του.
Τότε ήταν που έχασε τα ίχνη του τελείως ο Κυριάκος. Τρεις μέρες είχε να κοιμηθεί και είχε γίνει σαν φάντασμα. Ούτε να φάει ούτε να μιλήσει σε κανένα δεν ήθελε. Απομονώθηκε στο δωμάτιό του και όλη μέρα καθόταν σκεφτικός με απλανές και κενό βλέμμα. Την τρίτη μέρα κάπως σαν να συνήλθε. Έπρεπε να κάνει κάτι για τον Αργύρη ή να πέθαινε. Μόνο αυτό ήθελε. Δεν θα μπορούσε ποτέ να ξανανιώσει χαρά αν ήξερε πως ο πιο αγαπημένος του άνθρωπος, αυτός που του έδειξε τον καλύτερό του εαυτό ήταν φυλακή εξ’ αιτίας του. Βούρκωνε από συγκίνηση στη σκέψη πως δεν τον είχε προδώσει, αλλιώς θα είχαν έρθει να τον πιάσουν. Τέτοιο μεγαλείο ψυχής το φανταζόταν πως το είχε ο Αργύρης αλλά τώρα που το είδε και στην πραγματικότητα τον θαύμασε ακόμα πιο πολύ. Σαν δάσκαλό του τον έβαλε πια μέσα στη ψυχή του. Τόσα πράγματα που του έμαθε και τόσα που με τις πράξεις του τον διδάσκει ακόμα, δεν θα μπορούσε με τίποτα στον κόσμο να μείνει μόνο θεατής. Την τέταρτη μέρα ξύπνησε το πρωί και ήταν πιο ήρεμος. Είχε πάρει την απόφασή του. Θα πήγαινε να τα ομολογήσει όλα και να παραδοθεί. Ήθελε από τα βάθη της ψυχής του να του δείξει του Αργύρη πως είναι αντάξιος μαθητής του. Ας γινόταν ό,τι ήθελε. Δεν σκέφτηκε καθόλου τον εαυτό του παρά μόνο το άδικο που έκανε στο άνθρωπό του.
Μπήκε με σταθερό και αποφασισμένο βήμα στο διοικητήριο. Χρέη Διοικητή είχε αναλάβει ο Υποδιοικητής προσωρινά μέχρι να ορίσουν άλλον. Ζήτησε να τον δει. Είχε κρατήσει καλές σχέσεις μαζί του από τότε που ήταν οδηγός του Διοικητή και τον δέχτηκε αμέσως.
– Έλα πέρασε, τι πράγματα ήταν αυτά που έγιναν εδώ δεν μπορώ ακόμα να πιστέψω που μας έμπλεξε ο Διοικητής σου.
– Έχετε δίκιο κύριε Διοικητά.
– Καλά εσύ δεν είχες καταλάβει τίποτα; Ήσουνα συνέχεια μαζί του, δεν μπορεί κάτι θα είχες ακούσει.
– Τα ήξερα όλα κύριε Διοικητά.
– Τι είπες; Και γιατί δεν ενημέρωσες κανένα;
– Θα σας τα πω όλα κύριε Διοικητά, θέλω πριν όμως να σας παρακαλέσω να αποκαταστήσετε μια μεγάλη αδικία που έχει γίνει.
– Τι εννοείς;
– Είναι στη φυλακή κάποιος που θα έπρεπε να είμαι εγώ στη θέση του.
– Εννοείς αυτόν τον φαντάρο που του βρήκαν τα λεφτά στο σάκο του;
– Μάλιστα. Δικά μου ήταν τα λεφτά του τα είχα δώσει να μου τα φυλάει γιατί φοβόμουν να τα αφήσω στο δωμάτιό μου.
Του εξιστόρησε και ομολόγησε τα πάντα.
– Καταλαβαίνεις πόσο σοβαρά είναι αυτά που μου λες;
– Μάλιστα κύριε Διοικητά καταλαβαίνω πολύ καλά.
– Μπορεί να σημαίνουν και πολλά χρόνια φυλακή.
– Το ξέρω κύριε Διοικητά, γι’ αυτό ήρθα. Δεν θα μπορούσα να αφήσω έναν αθώο στη φυλακή εξ’ αιτίας μου και να είμαι εγώ έξω.
– Περίμενε, θα μου δώσεις κατάθεση γραπτή και θα την υπογράψεις. Σου δίνω το λόγο μου πως θα κάνω ότι μπορώ για να αποφυλακιστεί αμέσως ο άλλος.
– Σας ευχαριστώ πολύ, πάντα πίστευα πως είστε πολύ έντιμος άνθρωπος.
– Πρέπει να ειδοποιήσω αμέσως τον ταξίαρχο. Είναι πολύ σοβαρή εξέλιξη αυτή και πρέπει να την μάθει αμέσως.
Ειδοποίησε τηλεφωνικά το ταξίαρχο που σε πολύ λίγη ώρα ήρθε στη μονάδα. Ήθελε να ακούσει τον Κυριάκο ο ίδιος προσωπικά. Τον έφεραν από το κρατητήριο που τον είχαν πάει τον Κυριάκο και του επανέλαβε τα ίδια που είχε πει και στο Διοικητή. Ήταν πολύ ήρεμος όση ώρα τους εξηγούσε τι έγινε. Παρακάλεσε και τον Ταξίαρχο αν μπορούσε να μεσολαβήσει και εκείνος για την αποφυλάκιση του Αργύρη. Καλός άνθρωπος ήταν και ο ταξίαρχος και του είπε πως θα κάνει και αυτός ότι πέρναγε από το χέρι του. Υπέγραψε την ομολογία του ο Κυριάκος και τον πήραν με χειροπέδες για το στρατηγείο. Δεν πίστευαν στα μάτια τους στη μονάδα όταν τον είδαν με τις χειροπέδες. Πολλοί χάρηκαν όμως γιατί με τη συμπεριφορά που είχε πριν γνωρίσει τον Αργύρη δεν τον χώνευε κανένας. Το μόνο που απέκρυψε ήταν η ερωτική σχέση που είχε με τον Αργύρη. Αυτό ήταν πολύ δικό του θέμα και δεν ανήκε σε κανένα. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να εκθέσει τον άνθρωπο που λάτρεψε τόσο πολύ.
Τον πήγαν κατ’ ευθείαν στον ανακριτή που είχε αναλάβει την υπόθεση γιατί η ομολογία του Κυριάκου άλλαζε όλα τα δεδομένα. Είχε στα χέρια του ο ανακριτής για πρώτη φορά ακριβώς τι έχει συμβεί. Και το πιο σημαντικό ξεκαθάριζε το ανύπαρκτο θέμα της κατασκοπείας που είχε πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τα είχε φουσκώσει πολύ ο μπάρμαν όταν τους κάρφωσε από εκδικητική μανία και θα έπαιρνε πολύ χρόνο μέχρι να ξεκαθαριστούν και αυτό ίσως καθυστερούσε την αποφυλάκιση του Αργύρη. Μόνο αυτό τον ενδιέφερε και αγωνιούσε.
Λίγες μέρες μετά την ομολογία του Κυριάκου ο φρουρός ειδοποίησε τον Αργύρη να ετοιμάσει τα πράγματά του γιατί θα έφευγε. Αποφυλακιζόταν με ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα. Δεν ρώτησε τι έγινε και άλλαξε η απόφαση, ήταν σίγουρος πως πήρε την ευθύνη ο Κυριάκος. Δεν μπόρεσε να τον δει όμως, δεν του το επέτρεψαν παρ’ όλο που προσπάθησε πολύ.
Του έστειλε μια επιστολή που την πήρε όταν ήταν καμιά δεκαριά μέρες στη φυλακή. Του έκανε πλάκα ο φρουρός για να του τη δώσει και έγινε έξαλλος, αλλά δεν μίλησε μη τυχόν και την καταστρέψει. Έτρεμαν τα χέρια του από συγκίνηση όταν τελικά του την έδωσε. Τη κράτησε πολλή ώρα χωρίς να την ανοίξει. Ένιωθε πως ήταν σαν να του έκαναν το πιο ακριβό δώρο της ζωής του και τη κρατούσε σαν να βαστούσε χρυσάφι. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, δεν τον ένοιαζε τι έγραφε, ήταν μια επιστολή από τον Αργύρη και αυτό του έφτανε. Ότι και να έγραφε, καλό ή κακό θα ήταν το επιστέγασμα όλων αυτών που του έμαθε και θα τη κρατούσε σαν ιερό σύμβολο.
Τέσσερις λέξεις έγραφε μόνο στη επιστολή: Προχώρα είμαι μαζί σου. Όσο έμεινε στη φυλακή ο Κυριάκος δεν την αποχωρίστηκε ποτέ από πάνω του. Ήταν το μόνο που του έδινε δύναμη και τον έκανε περήφανο για τον εαυτό του.
Σ’ όλη του τη ζωή ένιωθε πως είναι τόσο εύθραυστος σαν να ήταν από γυαλί. Ένα γυαλί διάφανο που με το παραμικρό θα μπορούσε να γίνει χίλια κομμάτια. Μέσα από όλη αυτή τη διαφάνεια είχε συνεχώς την αίσθηση πως κάποιος τον βλέπει και τον παρατηρεί. Για το λόγο αυτό είχε σκηνοθετήσει τα πιο απίθανα πράγματα για να μπορέσει να κρυφτεί. Να μην μπορεί κανείς να τον δει και να τον καταλάβει ποιος είναι και πώς σκέφτεται. Έγραφε τα σενάρια, διάλεγε τους ηθοποιούς, τους δίδασκε τους ρόλους και απολάμβανε το ψέμα μέσα από το θέαμα που ο ίδιος δημιουργούσε για τον εαυτό του. Αλλά δεν απολάμβανε τίποτα, γιατί τίποτα δεν ήταν αληθινό. Ο πιο μεγάλος σκηνοθέτης όμως είναι η ζωή. Και του έδωσε ένα ρόλο που ούτε θα μπορούσε να τον φανταστεί λίγο καιρό πριν. Ήταν σίγουρος πια πως θα τον έπαιζε καλά, γιατί του τον δίδαξε καλά ο Αργύρης, είτε μέσα από τη φυλακή είτε ελεύθερος. Ήταν για πρώτη φορά που υποδυόταν το ρόλο του αληθινού του εαυτού. Που τόσο πολύ είχε ανάγκη και τόσο πολύ λαχταρούσε. Αυτός ο αληθινός εαυτός τον έκανε ν’ αντέξει. Όταν αποφυλακίστηκε ένιωθε πως ήταν πια καθαρός και χωρίς χρέος προς κανέναν.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *