Ζακέτα (Κεφάλαιο τρίτο)

ΖΑΚΕΤΑ

Το λεωφορείο τον άφησε στη μέση του πουθενά και από εκεί έπρεπε να περπατήσει, κουβαλώντας και τα πράγματά του. Κοίταζε το έρημο μέρος με απόγνωση. Φορτώθηκε το σακίδιό του και άρχισε να περπατάει, το στρατόπεδο ήταν μισή ώρα με τα πόδια. Ευτυχώς λίγο μετά εμφανίστηκε ένα αγροτικό αυτοκίνητο και σταμάτησε δίπλα του.
– Έλα φιλάρα μπες μέσα, όλοι οι μαλάκες οδηγοί εδώ αφήνουν τους φαντάρους και αναγκάζονται να πηγαίνουν με τα πόδια. Το ξέρω το στρατόπεδο θα σε πάω εγώ, του είπε ο οδηγός, ένα καλοφτιαγμένος τριανταπεντάρης αγρότης με ηλιοκαμένο από τη δουλειά στα χωράφια πρόσωπο.
– Μπράβο ρε φίλε και βαριόμουνα να περπατήσω τόσο δρόμο.
Πέταξε το σακίδιό του πίσω και μπήκε στο αυτοκίνητο. Του κόπηκε η ανάσα μόλις είδε με μια αστραπιαία ματιά το κοντό και στενό σορτσάκι που φόραγε ο αγρότης. Την πρόσεξε όμως ο αγρότης τη ματιά του και μειδίασε χωρίς να πει τίποτα.
Πιάσανε τη συζήτηση στο δρόμο και του είπε του Κυριάκου να προσέχει το Διοικητή της μονάδας. Είναι ένας πενηντάρης παμπόνηρος που του νοικιάζω ένα σπίτι που έχω στο χωριό και τον ξέρω καλά. Φρόντισε να τα πας καλά μαζί του αν θέλεις να μην ταλαιπωρηθείς. Αλλιώς σε περιμένει πολλή αγγαρεία του είπε και γέλασε δυνατά.
– Τι να κάνω για να περάσω καλά ρώτησε ο Κυριάκος.
– Θα καταλάβεις όταν τον γνωρίσεις είπε ο αγρότης και χαμογέλασε.
– Καλά και δεν μου λες ρε φίλε όταν βγαίνει κανείς εδώ με έξοδο, που μπορεί να πάει για να διασκεδάσει λίγο; Να δει κανένα γκομενάκι, γιατί θα μείνω αρκετούς μήνες και θα θολώσει το μάτι μου από την αγαμία. Ήθελε να τον παραπλανήσει για τη ματιά που του έριξε πριν, μήπως και τον κατάλαβε.
Τον κοίταξε διαπεραστικά ο αγρότης χαμογελώντας, σαν να του έλεγε: μη μου τα λες εμένα αυτά κωλόπαιδο και σε κατάλαβα.
– Κάτι θα κάνουμε και για σένα, κράτησε το τηλέφωνό μου και όταν βγεις με έξοδο πάρε να πιούμε ένα ποτό και να τα πούμε. Να σου μάθω και τα κόλπα της περιοχής. Νοικιάζω και ένα μπαράκι και θα πάμε να το γνωρίσεις. Θα σου αρέσει.
– Έγινε ρε φίλε, ευτυχώς που σε συνάντησα γιατί δεν ξέρω κανέναν εδώ.
– Οκ φτάσαμε, εδώ είναι το στρατόπεδο και του έδειξε τη πύλη.
Κατέβηκε ο Κυριάκος και τον χαιρέτησε τον αγρότη.
– Δεν μου είπες πως σε λένε, τον ρώτησε.
– Μπάμπη.
– Κυριάκος εγώ, τα λέμε.
Στη πύλη μόλις τον είδαν άρχισαν να του κάνουν πλάκα προσπαθώντας να τον ψαρώσουν όπως έκαναν με κάθε καινούριο. Όταν όμως είδαν το αυτοκίνητο του Μπάμπη να φεύγει σταμάτησαν την πλάκα και σοβαρεύτηκαν. Δεν κατάλαβε γιατί ο Κυριάκος αλλά του άρεσε γιατί είχε αρχίσει να φοβάται.
– Σειρά πήγαινε ευθεία επάνω δώσε τα χαρτιά σου στο γραφείο. Σε περιμένει ο Διοικητής. Υποδέχεται ο ίδιος όλους τους καινούριους.
Πήγε στο γραφείο έδωσε τα χαρτιά του και μετά του είπαν να περιμένει έξω από την πόρτα του Διοικητή μέχρι να τον φωνάξει. Όση ώρα περίμενε έξω άκουγε κάποιον να φωνάζει και να βρίζει, μάλλον το Διοικητή σε κάποιον που προσπαθούσε να πει κάτι αλλά μόλις πήγαινε να μιλήσει ο άλλος έβριζε περισσότερο. Άνοιξε ξαφνικά η πόρτα και βγήκε ένα φαντάρος τρομαγμένος και προσπερνώντας τον Κυριάκο κούνησε με απελπισία τα χέρια του. Σαν να του φάνηκε πως του είπε να προσέχει, αλλά μέσα στο φόβο του δεν κατάλαβε ακριβώς τι είπε. Μετά έμαθε πως ήταν αυτός που είχε τον ΚΨΜ.
Μπήκε μέσα στο γραφείο. Ο Διοικητής ήταν ένας στρουμπουλός ψηλός καράφλας πενηντάρης με αγριεμένο από τη προηγούμενη κουβέντα πρόσωπο. Σαν Τούρκος κωλομπαράς έμοιαζε. Το εντυπωσιακό επάνω του ήταν το βλέμμα του. Με τα πράσινα μάτια του ήταν τόσο διαπεραστικό που ένιωθες πως σε διάβαζε με την πρώτη ματιά σαν ανοιχτό βιβλίο. Αυτό τον τρόμαξε λίγο, αλλά δεν ήταν από τα παιδάκια που τα χάνουν.
Είπαν τα τυπικά και όταν άρχισε να τον συμβουλεύει, τις μαλακίες δηλαδή που λένε όλοι οι μεγαλύτεροι και δεν τις ακούει κανένας μικρότερος, βρήκε το χρόνο ο Κυριάκος να σκεφτεί πως θα χειριστεί τη κατάσταση.
– Μου είπε ο Μπάμπης, που σας νοικιάζει το σπίτι, να σας πω χαιρετίσματα, είπε του Διοικητή.
– Που τον ξέρεις τον Μπάμπη; ρώτησε ξαφνιασμένος ο Διοικητής.
– Με έφερε μέχρι το στρατόπεδο και γνωριστήκαμε κουβεντιάζοντας στο δρόμο. Μου μίλησε με τα καλύτερα λόγια για εσάς. Τίποτα δεν του είχε πει ο Μπάμπης, αλλά τον θεώρησε σαν τη γνωριμία που θα τον έβγαζε από πολλές δύσκολες καταστάσεις. Είχε αρχίσει να γίνεται πια έμπειρο το μάτι του Κυριάκου. Έπρεπε όμως να ξεδιαλύνει τι συμβαίνει και χρειαζόταν χρόνο
Το πρόσωπο του Διοικητή άλλαξε αμέσως, ηρέμησε και σαν να έπιασε ο Κυριάκος πως γλύκανε κιόλας λίγο. Το βλέμμα ήταν μεν διεισδυτικό αλλά του ξέφυγε και κατέβηκε λίγο προς τα κάτω, στο στενό μπλουτζίν που φόραγε ο Κυριάκος. Δεν προσπάθησε να βεβαιωθεί γιατί ο Διοικητής ξαναπήρε το αυστηρό του ύφος και του είπε να πάει να αφήσει τα πράγματά του και για σήμερα είναι ελεύθερος για να προσαρμοστεί στην μονάδα.
Όση ώρα του μίλαγε ο Κυριάκος έριξε κρυφά ένα χαρτονόμισμα που είχε στη τσέπη του κάτω. Ήταν ένα κόλπο που το είχε δει σε μια ταινία και το έκανε συχνά σε ανθρώπους που γνώριζε για πρώτη φορά, για να μπορέσει να τους χειριστεί.
Φεύγοντας έκανε πως το είδε και το σήκωσε από το πάτωμα.
– Σας έπεσε αυτό κύριε Διοικητά του είπε με αθώο ύφος. Και πλησίασε να του το δώσει.
– Δεν είναι δικό μου.
– Ούτε δικό μου είναι οπότε δεν μπορώ να το πάρω, και αφού βρέθηκε στο γραφείο σας ή δικό σας είναι ή από κάποιον έπεσε. Σας το αφήνω και αποφασίστε εσείς τι θα το κάνετε.
Έμεινε άφωνος ο Διοικητής με το γεγονός. Σκέφτηκε πόσο καλό και έντιμο παιδί είναι ο Κυριάκος και πως θα μπορούσε να του έχει εμπιστοσύνη. Του το είπε μάλιστα και συμπλήρωσε πως αφού τελειώσει με τα πράγματά του να πάει στο ΚΨΜ να πιει έναν καφέ γιατί μπορεί να τον χρειαστεί αργότερα. Εκτός από το σκύψιμο για το χαρτονόμισμα ήθελε να βεβαιωθεί αν θα τον κοίταζε κρυφά στο μπλουτζίν όσο θα ήταν σκυμμένος. Και τον είδε που έριξε τη ματιά του στιγμιαία αλλά με το βλέμμα του φοβισμένου πόθου που ήξερε πια ο Κυριάκος.
Εδώ είμαστε, μονολόγησε μέσα του ο Κυριάκος, καλά τα πήγα. Και με συμπάθησε και του εμπνέω εμπιστοσύνη και κάτι άλλο που ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω αλλά θα το μάθω σύντομα.
Φεύγοντας τον ρώτησε αν ξέρει να οδηγεί. Το είχε πάρει το δίπλωμα πριν ένα χρόνο ο Κυριάκος έπαιρνε και κρυφά το αμάξι του πατέρα του και είχε γίνει καλός οδηγός.
– Μάλιστα κύριε Διοικητά οδηγώ εδώ και δυο χρόνια.
– Εντάξει πήγαινε και αν σε χρειαστώ θα σε ειδοποιήσω.
Βγήκε από το γραφείο με άλλο αέρα και ύφος ο Κυριάκος και πήγε στον ΚΨΜ. Ο φαντάρος που το είχε ακόμα έβριζε και συζήταγε με ένα άλλο που ήταν μέσα. Στάθηκε σε ένα σημείο που δεν τον έβλεπαν και προσπάθησε να καταλάβει τι έλεγαν. Έμαθε από τη συνομιλία που κρυφάκουσε πως από ό,τι πουλιόταν στο ΚΨΜ ο Διοικητής έπαιρνε μίζα από τα κέρδη. Έφερναν δηλαδή οι προμηθευτές τα προϊόντα τους και ένα μέρος από αυτά το έδιναν δωρεάν για να παίρνει τα λεφτά από τη πώληση ο Διοικητής. Με αυτό τον τρόπο τους έδινε τη παραγγελία, αλλιώς τους έδιωχνε και έπαιρνε άλλον προμηθευτή.
– Τον καριόλη τον κωλόγερο μου έχει πρήξει τ’ αρχίδια να πιέσω το προμηθευτή να μου δίνει περισσότερα προϊόντα για να κονομάει περισσότερα. Ντρέπομαι ρε φίλε έχω γίνει ρεζίλι σε όλο το χωριό γιατί νομίζουν πως τα παίρνω εγώ. Και δεν μπορώ να πω τίποτα για το Διοικητή γιατί θα με στείλει φυλακή ο καριόλης.
Πολύ χρήσιμες πληροφορίες, σκέφτηκε με ικανοποίηση ο Κυριάκος, και μπήκε μέσα με τέτοιο τρόπο που να γίνει αντιληπτός. Σταμάτησαν να κουβεντιάζουν και κοίταζαν τον Καινούριο.
– Γεια χαρά, τι πάθατε και φωνάζετε, είπε επιθετικά σαν να γνωρίζονταν χρόνια, έτσι για τους πάρει τον αέρα.
– Βούλωστο ρε κωλόψαρο που θα σου πούμε τι συζητάμε ακόμα δεν ήρθες στη μονάδα.
Πήρε το γνωστό μελιστάλαχτο ύφος του ο Κυριάκος για νομίσουν πως έχουν το πάνω χέρι οι παλιοί, αλλά ήθελε να προλάβει να προσαρμοστεί και να καταλάβει τι γίνεται εκεί μέσα. Μυρίστηκε χρήμα να κινείται και του άρεσε. Έπρεπε να γίνει φίλος με το παιδί του ΚΨΜ, τον Παύλο και άρχισε τα γνωστά. Θα τον έπειθε πως τον έχει ανάγκη προς το παρόν και μετά θα τον έκανε να νιώθει υποχρεωμένος.
– Θα πάω να του πω να με βγάλει από εδώ, δεν αντέχω άλλο, είπε ο Παύλος στο φίλο του την ώρα που έφευγε.
– Τι να σου πω, κάνε ότι νομίζεις.
– Θέλεις καμιά βοήθεια φίλε, ρώτησε ο Κυριάκος τον Παύλο.
– Αν μπορείς έλα να με βοηθήσεις να μαζέψουμε λίγο εδώ μέσα, είμαι από το πρωί στο πόδι και δεν αντέχω άλλο.
Άρχισαν να μαζεύουν και να τακτοποιούν την αίθουσα. Βρήκε με αυτό τον τρόπο ο Κυριάκος να του πιάσει κουβέντα. Ήταν πολύ πεσμένος ο Παύλος και ήθελε κάποιον να μιλήσει, αλλά ήταν καινούριος ο Κυριάκος και δεν ανοιγότανε. Την ώρα που κλαιγότανε ο Παύλος στον Κυριάκο μπήκε μέσα ένα άλλος φαντάρος φωνάζοντας:
– Ποιος είναι ο καινούριος; Α εσύ είσαι, είπε στον Κυριάκο που τον είδε με τα πολιτικά. Ήταν ο οδηγός του Διοικητή. Είσαι ο σωτήρας μου του είπε με ενθουσιασμό. Απολύομαι σε μια βδομάδα και με έστειλε ο Διοικητής να σε δοκιμάσω να δω αν ξέρεις να οδηγείς καλά γιατί θέλει να σε κάνει οδηγό του. Καλά τι του έκανες ρε μαλάκα και σε συμπάθησε αμέσως; Μήπως τον ξέρεις από έξω; Τα καλύτερα λόγια μου είπε για σένα.
– Όχι ρε σειρά δεν τον ξέρω, εδώ τον γνώρισα, είπε ο Κυριάκος και ευγνωμονούσε την ταινία που του έμαθε το κόλπο με το χαρτονόμισμα. Πάντα έπιανε. Ο καημένος ο Παύλος πάγωσε και σκέφτηκε μήπως είπε τίποτε κακό για το Διοικητή και τον καρφώσει ο καινούριος. Φοβισμένο γενικά παιδί ο Παύλος, λίγο να τον τρόμαζες τα έχανε.
– Μη φοβάσαι δεν θα του πω τίποτα, είμαι ξηγημένος του είπε ο Κυριάκος.
Τον ησύχασε γιατί μάλλον θα του χρειάζονταν. Ηρέμησε λίγο ο Παύλος.
– Εντάξει, μου είπε ο Διοικητής να ξεκουραστείς σήμερα γιατί αύριο έχουμε εκπαίδευση συνέχισε ο οδηγός.
Μούτρο του φάνηκε του Κυριάκου ο οδηγός και ωραίο παιδί, αλλά δεν είπε τίποτα, είχε πάρει εκείνο το αθώο ύφος που έδινε στον άλλον την εντύπωση ότι είναι μαλάκας και μπορείς να τον κάνεις ότι θέλεις.
Άρχισαν την εκπαίδευση στο αυτοκίνητο και τη δεύτερη μέρα κιόλας πήγαν μαζί για πρώτη φορά το πρωί να πάρουν το Διοικητή από το σπίτι. Από τη Τρίτη μέρα και μετά πήγαινε μόνος του ο Κυριάκος και τον έπαιρνε. Ήταν τυπικός πολύ γιατί αυτό το δώρο που του ήρθε από τον ουρανό δεν έπρεπε με τίποτα να το χάσει. Η μόνη δουλειά που έκανε σαν οδηγός ήταν να τον πηγαίνει και να τον φέρνει στο σπίτι. Μερικές φορές τον έστελνε και για κάτι δουλειές του και τίποτε άλλο. Ούτε σκοπιά ούτε αγγαρείες, τίποτα. Όλη μέρα ήταν στον ΚΨΜ ή ξάπλα στο κρεβάτι του. Από την πρώτη μέρα που έγινε οδηγός του όλοι τον σέβονταν και όλοι προσπαθούσαν να τον έχουν κοντά τους. Είχε πετύχει να ελέγχει τα πάντα χωρίς να τον καταλαβαίνει κανείς και όλοι να του είναι υποχρεωμένοι. Αξιωματικοί και φαντάροι. Άρχισε ν’ απολαμβάνει αυτή την παραεξουσία και να τη χρησιμοποιεί. Ο πρώτος που του ζήτησε χάρη ήταν ο Παύλος. Ήθελε με κάθε τρόπο να φύγει από το ΚΨΜ γιατί φοβόταν πως στο τέλος θα έμπλεκε άσχημα με τους προμηθευτές που είχαν αρχίσει να τον ζορίζουν πολύ και παρακάλεσε τον Κυριάκο να του το πει για να τον αντικαταστήσει.
– Θα δω τι μπορώ να κάνω, του είπε ο Κυριάκος, αλλά να το ξέρεις θα είναι δύσκολο. Θα φοβάται σίγουρα μήπως τον καρφώσεις για όσα κάνει.
– Πες του αν θέλει να μου δώσει μετάθεση και να με στείλει όπου θέλει, είπε με απόγνωση ο Παύλος.
– Φιλαράκι μη φοβάσαι ότι και να γίνει έχεις εμένα φίλο και θα σε προστατέψω.
Μόνο που δεν του φίλησε τα χέρια ο Παύλος.
– Κάνε μου αυτή τη χάρη και από εμένα ότι θέλεις, του είπε με πολλή λαχτάρα. Σε παρακαλώ δεν αντέχω άλλο με απειλούν να με σπάσουν στο ξύλο, Γι’ αυτό δεν βγαίνω καθόλου από την μονάδα όταν έχω έξοδο.
Ο Παύλος δεν κοιμόταν μαζί με τους άλλους φαντάρους, κοιμόταν σε ένα μικρό δωματιάκι δίπλα στον ΚΨΜ που το χρησιμοποιούσε και σαν αποθήκη. Το είχε βάλει στο μάτι ο Κυριάκος γιατί ήθελε να έχει ένα χώρο να κοιμάται μόνος του. Έκαναν πολύ φασαρία μέσα στο θάλαμο και του χάλαγαν πολλές φορές τον ύπνο. Δεν του το ζήτησε του Παύλου, απλά του είπε μερικές φορές πως ήταν πολύ κουρασμένος που δεν μπορούσε να κοιμηθεί και αργούσε να ξυπνήσει για να πάει να πάρει το Διοικητή από το σπίτι. Κινδύνευε να τον διώξει από οδηγό του αν συνεχιζόταν αυτό. Τρόμαξε ο Παύλος μήπως χανόταν η μοναδική του ελπίδα να φύγει από τον ΚΨΜ και του είπε αμέσως πως θα πάει εκείνος να μείνει στο θάλαμο και να πάρει ο Κυριάκος το δωμάτιο. Πάλι ψέματα έλεγε ο Κυριάκος, απλά μέσα στο θάλαμο τον έβλεπαν τον Κυριάκο το βράδυ που ήταν συνέχεια σε κακή διάθεση, με ανήσυχο ύπνο και φοβόταν μήπως αυτό του χάλαγε την εικόνα που ήθελε να παρουσιάζει. Του άνετου και δυνατού που δεν έχει ανάγκη κανέναν. Μετακόμισε λοιπόν στο μικρό δωμάτιο, αφού του το καθάρισε ο Παύλος και του κουβάλησε και τα πράγματα. Όχι μόνο τα κουβάλησε αλλά τον έκανε σιγά σιγά και υπηρέτη του. Του έπλενε τα ρούχα, του έφερνε το φαγητό για να μη πηγαίνει στο εστιατόριο, καφέδες γλυκά, ότι ήθελε έτρεχε αμέσως να τον εξυπηρετήσει. Χωρίς να πληρώνει τίποτα για όλα αυτά. Και όταν ένιωθε πολύ άσχημα το βράδυ τον κρατούσε εκεί να του κάνει παρέα και τον έβαζε να κοιμάται σε ένα ράντζο. Πιανόταν ο καημένος ο Παύλος αλλά δεν έλεγε τίποτα. Μόνο που μερικές φορές που πεταγόταν από τον ύπνο του ο Κυριάκος τρόμαζε γιατί πριν ξυπνήσει φώναζε με αγωνία κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει. Την τρίτη φορά όμως το είπε καθαρά και το άκουσε. Πριν πεταχτεί από τον ύπνο του φώναζε «πέφτω, πέφτω από το σκαλοπάτι και θα σπάσω το πόδι μου». Όταν ξύπναγε δεν θυμόταν τίποτα. Δεν του έλεγε και ο Παύλος τίποτα γι’ αυτό που τον τρόμαζε τόσο πολύ και προσπαθούσε να τον ηρεμήσει για να ξανακοιμηθεί. Εκείνη την ώρα που μόλις είχε ξυπνήσει γινόταν πολύ τυραννικός με τον Παύλο. Του έβαζε τις φωνές γιατί αυτός έφταιγε τάχα που ξύπναγε και πεταγόταν επάνω από το ροχαλητό του. Τον έβριζε και τον αντιμετώπιζε σαν σκουπίδι. Τον έστελνε μέσα στη νύχτα να του φέρει κάτι από τον ΚΨΜ έτσι για να τον ταλαιπωρήσει, αλλά αυτό που ήθελε ήταν να μείνει μόνος για να μη του δείξει πόσο χάλια ένιωθε όταν γίνονταν τόσο δύσκολες οι νύχτες του. Φοβόταν μην καταλάβει πόσο σιχαινόταν τον εαυτό του για όλα αυτά που έκανε και για να τον κρύψει έκανε το θυμωμένο. Μερικές φορές τον έδιωχνε κιόλας, όταν αισθανόταν λίγο πιο ήρεμος και έτρεχε μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα να κοιμηθεί στο θάλαμο ο Παύλος. Πιο φοβισμένο άνθρωπο δεν είχε ξανασυναντήσει ο Κυριάκος. Δεν χρειαζόταν να κάνει σχεδόν τίποτα για να έχει στα χέρια του ότι ήθελε. Και παρίστανε και το δύστροπο. Αν μια μέρα δεν του είχε καθαρά σεντόνια τον έβριζε και τον ξεφτίλιζε χωρίς κανένα ενδοιασμό. Μια άγρια ματιά να του έριχνε, πάγωνε ο Παύλος. Τον φοβόταν τόσο πολύ αλλά ταυτόχρονα ήταν η μοναδική του ελπίδα να γλυτώσει από το μαρτύριο που πέρναγε με το Διοικητή το ΚΨΜ και τους προμηθευτές. Είχε πάρα πολύ καιρό να βγει από την μονάδα γιατί έτρεμε από το φόβο του μήπως και του την έχουν στήσει και τον σπάσουν στο ξύλο, όπως του το είχαν τάξει. Όλα αυτά τα ήξερε ο Κυριάκος και τα εκμεταλλευόταν με το χειρότερο τρόπο. Και το βασικότερο δεν χρειαζόταν να κοπιάσει καθόλου να το οργανώσει. Είχε πιο σημαντικά πράγματα να σκεφτεί και να κάνει.
Τον είχε τον Παύλο σε μια διαρκή αναμονή και αγωνία. Και αυτός περίμενε υπομονετικά. Όλο και κάτι του έλεγε πως σκέφτηκε να πει στο Διοικητή αλλά δεν βρήκε ευκαιρία ακόμα. Τα πίστευε όλα ο Παύλος γιατί είχε καταλάβει πόσο έξυπνος άνθρωπος ήταν. Αλλά και πόση εξουσία είχε αποκτήσει από τότε που έγινε οδηγός του Διοικητή. Όχι εξουσία αλλά παραεξουσία. Που είναι διπλά ισχυρή γιατί είναι ύπουλη. Ποτέ σχεδόν δεν είναι ξεκάθαρο σε ποιον ανήκει, από ποιον έρχεται και ποιος τη χρησιμοποιεί, δημιουργώντας γύρω της ένα πέπλο μυστηρίου που σε τρομάζει. Όλοι τον μισούσαν και τον σιχαινόντουσαν τον Κυριάκο από πίσω του, αλλά όταν ήταν μπροστά όλοι προσπαθούσαν να τον απομονώσουν και να του ζητήσουν κάτι. Έβλεπαν πόση επιρροή είχε το κωλόπαιδο στον Διοικητή και έφτασαν τα πράγματα σε τέτοιο σημείο που αν δεν είχαν την έγκριση του Κυριάκου δεν γινόταν τίποτα.
Τον κρατούσε το Παύλο μέχρι να σκεφτεί πώς θα τον διώξει από το ΚΨΜ για να παίρνει εκείνος τα λεφτά. Προς το παρόν όμως τον χρειαζόταν. Πρώτη φορά στη ζωή του είχε υπηρέτη και του άρεσε.
Αυτά σκεφτόταν την ώρα που πήγαινε να μπει στο ΚΨΜ όταν την άνοιξε απότομα κάποιος και του την έφερε στο πρόσωπο δυνατά.
– Πρόσεχε ρε μαλάκα, φώναξε ο Κυριάκος χωρίς να δει ποιος ήταν.
– Ποιον είπες μαλάκα ρε κωλόψαρο, απάντησε ο άλλος και πριν το καταλάβει ο Κυριάκος του έδωσε και δυο χαστούκια τόσο δυνατά που έχασε το φως από τα μάτια του και σωριάστηκε κάτω.
Πανικοβλημένος έτρεξε ο Παύλος να τους χωρίσει. Ήταν ο φίλος του ο Αργύρης και ήξερε καλά πως δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί του από κανέναν. Ήξερε όμως και τον Κυριάκο πόση δύναμη είχε και φοβήθηκε μήπως του χαλάσει και η δουλειά με τη μετάθεσή του. Έδωσε μια σπρωξιά στον Αργύρη και του φώναξε να φύγει και βοήθησε τον Κυριάκο να σηκωθεί. Ο Κυριάκος τον είδε να απομακρύνεται τον Αργύρη αλλά δεν κατάλαβε ποιος ήταν.
– Ποιος καριόλης ήταν; ρώτησε τον Παύλο μόλις σηκώθηκε.
– Ο Αργύρης ο φίλος μου ήταν, αλλά ξέχασέ το σε παρακαλώ το επεισόδιο, γίνεται πολύ οξύθυμος όταν τον βρίζουν, αλλά κατά βάθος είναι πολύ καλό παιδί.
– Θα δεις τι έχει να πάθει από εμένα που τόλμησε να σηκώσει χέρι επάνω μου. Θα τον κάνω εγώ να με παρακαλάει να τον συγχωρήσω.
– Μη δίνεις συνέχεια στο επεισόδιο, κάντο για χάρη μου.
– Και τι είσαι εσύ ρε σκουλήκι που θα το κάνω για χάρη σου, αντί να πας να τον πλακώσεις εσύ στο ξύλο που με χτύπησε, προσπαθείς να τον δικαιολογήσεις κιόλας; Εγώ ο μαλάκας φταίω που προσπαθώ να σε γλιτώσω από όλα. Και το ευχαριστώ είναι αυτό. Να υπερασπίζεσαι τον μαλάκα που με χτύπησε.
Τον θυμήθηκε τον Αργύρη ο Κυριάκος, τους είχε δει μερικές φορές να μιλάνε με τον Παύλο και μόλις πλησίαζε αυτός σταμάταγαν και ο Αργύρης έφευγε βιαστικά. Κάτι δεν του άρεσε, αλλά δεν είχε πει τίποτα. Περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να μάθει τι συμβαίνει. Μέσα σε όλα που είχε να σκεφτεί, το είχε ξεχάσει αυτό το γεγονός και το θυμήθηκε τώρα που τον χτύπησε.
Στα πόδια του, σχεδόν, έπεσε ο Παύλος για να μην του κάνει τίποτα και όταν τον ηρέμησε κάπως τον πήγε στο δωμάτιο, ελπίζοντας πως θα το ξεχάσει το επεισόδιο. Δεν τον ήξερε όμως καλά. Απλά θα το οργάνωνε καλύτερα και έκανε τον ήρεμο, ενώ από μέσα του έβραζε από θυμό.
Δεν ένιωθε μόνο θυμό, αυτό που έκρυψε από τον Παύλο ήταν ο θαυμασμός που ένιωσε μέσα του για τον Αργύρη. Το ότι τόλμησε να χτυπήσει τον Κυριάκο ενώ όλοι οι άλλοι τον έτρεμαν, έκανε τη καρδιά του να σκιρτήσει. Είχε μάθει όμως χρόνια τώρα, όλα αυτά τα συναισθήματα να τα παγώνει μέσα του. Αν τυχόν τα έδειχνε ένιωθε πάντα τον κίνδυνο να μπορέσει κάποιος να τον εκμεταλλευτεί και να τον χρησιμοποιήσει. Κατάλαβε όμως πως ο Αργύρης δεν ήταν από αυτούς του άντρες που κωλώνουν. Ήταν τολμηρός ευθύς και ξεκάθαρος. Ότι ακριβώς δεν ήταν ο Κυριάκος.
Η εμπιστοσύνη του Διοικητή μεγάλωνε και το φρόντιζε και ο Κυριάκος. Ήθελε να τον κάνει να του πει όλο και περισσότερα δικά του πράγματα. Ήθελε να μάθει πολλά για να δει πως θα οργανώσει τα δικά του σχέδια. Τον είχε κάνει πια ορντινάτσα του. Τον έστελνε να του κάνει όλες τις δουλειές, να ψωνίζει, να του παίρνει τα ρούχα από το καθαριστήριο, να πηγαίνει στην τράπεζα και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Ανύπαντρος ο Διοικητής και εκτός από τη μάνα του και κάτι φίλους του δεν μίλαγε με κανέναν άλλον στο τηλέφωνο. Μόνο που όταν μίλαγε πολλές φορές τον έβγαζε έξω από το αυτοκίνητο για να μην ακούει. Αυτό τον έκανε να λυσσάει να μάθει τι λέει και με ποιον μιλάει. Δεν ήταν εύκολο αλλά κάτι είχε σκεφτεί. Μια φορά του έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού του γιατί είχε ξεχάσει να πάρει το κινητό του. Αυτήν την ευκαιρία έψαχνε. Έφυγε τρέχοντας στο διπλανό χωριό και έβγαλε αντικλείδια και μετά πήρε το κινητό και γύρισε.
– Σας το έφερα κύριε Διοικητά του είπε, αλλά στο δρόμο χτύπαγε επίμονα. Κάποιος σας πήρε πολλές φορές. Τη Πέμπτη φορά που χτύπησε, επειδή φοβήθηκα πως θα ήταν κάτι επείγον απάντησα εγώ και ήταν ο Μπάμπης, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού σας. Του εξήγησα τι είχε γίνει με το τηλέφωνό σας και μου είπε να τον πάρετε αμέσως μόλις σας το δώσω.
Μια φορά μόνο είχε πάρει ο Μπάμπης και απάντησε επίτηδες. Ήθελε να δώσει στον Μπάμπη να καταλάβει πως είναι άνθρωπος της εμπιστοσύνης του Διοικητή, αφού απαντάει και στο κινητό του. Τα ‘χασε ο Μπάμπης μόλις άκουσε άλλη φωνή από αυτήν που γνώριζε αλλά μόλις του είπε ο Κυριάκος ποιος είναι, ησύχασε. Μπόρεσε όμως με την κλήση να ξεκλειδώσει το τηλέφωνο και να μπορέσει να διαβάσει τα μηνύματά του. Ήταν όλα σχεδόν από τον Μπάμπη που του έλεγε τι ώρα θα είναι στο σπίτι του Διοικητή κάποιοι με περίεργα ονόματα. Σαν μουσουλμανικά του έμοιαζαν αλλά δεν ήξερε κανέναν. Το μόνο που μπόρεσε να συμπεράνει ήταν πως επρόκειτο για βίζιτες. Σου στέλνω τον Χουσεΐν έλεγε ένα από αυτά, είναι είκοσι πέντε χρονών, δεν μιλάει καλά ελληνικά και θα σου αρέσει. Τα ξέρω καλά τα γούστα σου κουκλάρα μου, έγραφε σε ένα μήνυμά του ο Μπάμπης, κάπως ειρωνικά. Λεφτά μην του δώσεις, τον έχω πληρώσει εγώ, εκτός αν θέλεις να του κάνεις κανένα δωράκι. Είναι δικό μας παιδί. Να και τα πιο ωραία σκέφτηκε ο Κυριάκος μόλις είδε τα μηνύματα. Τώρα θα χορέψουμε όλοι μαζί μονολόγησε.
– Ο Μπάμπης; Έκανε απότομα ο Διοικητής. Δώσε μου το τηλέφωνο και πήγαινε έξω να με περιμένεις.
– Μάλιστα.
Περίμενε έξω από την πόρτα ο Κυριάκος, κρυφάκουσε αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει τι ακριβώς έλεγαν. Το μόνο που κατάλαβε ήταν πως ο Διοικητής σχεδόν απολογιόταν στον Μπάμπη. Όλο συγγνώμη του ζήταγε και όλο τον καθησύχαζε και του έλεγε να μην ανησυχεί θα τα τακτοποιήσει όλα. Του έκανε μεγάλη εντύπωση που ολόκληρος Διοικητής μονάδας απολογιόταν σε ένα χωριάτη.
Άνοιξε η πόρτα απότομα και βγήκε εκνευρισμένος ο Διοικητής.
– Κάθε πρωί θα μου θυμίζεις να παίρνω και το κινητό μου, ακούς; Μια φορά να το ξεχάσω κάηκες.
– Μάλιστα κύριε Διοικητά, απάντησε τάχα φοβισμένος ο Κυριάκος κοιτάζοντας στο πάτωμα.
Μέσα του σκεφτόταν μη μου κάνεις εμένα τον άγριο, γιατί θα σε κάνω εγώ να με θυμάσαι για όλη σου τη ζωή.
– Να πας στο χωριό να βρεις τον Μπάμπη, θα σου δώσει κάτι λεφτά να πας να τα καταθέσεις στο λογαριασμό μου, είπε του Κυριάκου και του έδωσε το βιβλιάριο της τράπεζας.
Όταν το άνοιξε το βιβλιάριο έμεινε με το στόμα ανοιχτό ο Κυριάκος από το τεράστιο ποσό που είχε μέσα. Και γίνονταν συνέχεια καταθέσεις με μεγάλα ποσά. Πριν πάει στον Μπάμπη, έτρεξε πάλι στο διπλανό χωριό γιατί ήθελε να φωτοτυπήσει το βιβλιάριο. Δεν ήξερε γιατί αλλά σίγουρα θα του χρειαζόταν. Γύρισε πήγε στον Μπάμπη πήρε τα λεφτά και πήγε να τα καταθέσει στη τράπεζα που του είπε ο Διοικητής. Δεν τα κατέθεσε όμως όλα, έδωσε ένα μικρό ποσό στο διευθυντή της τράπεζας όπως του είχαν πει. Και εκείνος τον συμβούλεψε να βάλει μια ψεύτικη υπογραφή στη κατάθεση και ψεύτικο όνομα. Να μη φαίνεσαι πουθενά, του είπε του Κυριάκου. Ήταν σίγουρος, με την άνεση που είχε ο Κυριάκος πως ήταν δικός τους άνθρωπος. Και να τους προσέχεις, είσαι μικρός και είναι επικίνδυνοι. Άλλαξε το ύφος του ο Κυριάκος και τον παρακάλεσε να του πει τι συμβαίνει γιατί αν κινδυνεύει θα πρέπει να κάνει κάτι. Τον συμπόνεσε, μικρό παιδί είναι σκέφτηκε, είχε και ένα γιο στην ηλικία του και του τα είπε όλα. Φέρνουν πρόσφυγες από την Τουρκία και τους περνάνε από ένα φυλάκιο που ανήκει στη μονάδα σου. Συνεργάζονται με Τούρκους περαματάρηδες και αυτοί δεν το έχουν σε τίποτα να πυροβολήσουν με το παραμικρό. Να προσέχεις γιατί κάτι γίνεται και με πουτάνες από τη Βουλγαρία, αλλά δεν ξέρω και πολλά πράγματα γι’ αυτό. Μεγάλο μούτρο ο Διοικητής σου, όταν πρόκειται να φέρουν πρόσφυγες, κανονίζει ο ίδιος τις ώρες της περιπολίας τις λέει στους Τούρκους και κάνουν τη δουλειά τους ανενόχλητοι. Εμένα μου δίνουν ένα μικρό ποσό αλλά με έχουν απειλήσει κιόλας πως αν μιλήσω θα με καθαρίσουν. Έχει στήσει μεγάλη δουλειά η παλιοπουστάρα ο Διοικητής μαζί με το άλλο το μούτρο τον Μπάμπη. Αυτός έχει λαδώσει όλους τους συνοριοφύλακες που κάνουν περιπολίες και έτσι δεν υπάρχει κανείς για να μιλήσει. Τώρα άρχιζαν να ενώνουν τα κομμάτια του πάζλ στο μυαλό του Κυριάκου. Είχε όμως ένα κενό και ήταν ευκαιρία τώρα που άνοιξε το στόμα του ο διευθυντής να τα μάθει όλα.
– Γιατί τον λες παλιοπουστάρα; Ρώτησε
– Έχει ακουστεί πως του αρέσουν τα αγοράκια, απορώ πως δεν σου την έχει πέσει και εσένα ακόμα. Αλλά βέβαια δεν θα διακινδύνευε να κάνει κάτι με ένα φαντάρο της μονάδας του και να γίνει ρεζίλι. Τον βολεύει ο Μπάμπης απ’ ότι ξέρω. Να προσέχεις πολύ αγόρι μου και να μην πεις σε κανένα τίποτα, στα είπα όλα αυτά για να σε προστατέψω, μου φάνηκες καλό παιδί και δεν θα ‘θελα να πάθεις τίποτα.
Χρυσάφι οι πληροφορίες του διευθυντή, σκέφτηκε ο Κυριάκος. Και ταίριαζαν απόλυτα με τα μηνύματα που είχε διαβάσει. Έπρεπε να δει πώς θα τις αξιοποιήσει. Υπήρχε πολύ χρήμα και δεν μπορούσε να είναι απ’ έξω.
Γύρισε στην μονάδα και πήγε να δώσει το βιβλιάριο στο Διοικητή.
– Όλα εντάξει; Τον ρώτησε έχοντας μια αγωνία στο πρόσωπο.
– Όλα όπως μου είπατε κύριε Διοικητά.
– Μπράβο αγόρι μου. Πρόσεξε μην πεις ποτέ σε κανέναν τίποτα από αυτά που βλέπεις και ακούς και θα περάσεις καλά μαζί μου. Αλλιώς θα σε κάνω να τρέχεις και να μη φτάνεις, του είπε τάχα αγριεμένος.
Θα δούμε ποιος θα τρέχει στο τέλος, σκέφτηκε ο Κυριάκος, αλλά πήρε πάλι εκείνο το μελιστάλαχτο ύφος του και του είπε:
– Μπορείτε να μου έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη, σας είμαι αφοσιωμένος γιατί σας θαυμάζω και σας σέβομαι. Α και κάτι άλλο. Όταν πήγα να σας αγοράσω τα φρούτα που μου είπατε, άκουσα τον μανάβη να σας βρίζει σε κάποιον άλλον που ήταν εκεί, και να λέει πως του έχετε πιει το αίμα, αλλά έχει ανάγκη τις προμήθειες που μας δίνει και γι’ αυτό δεν μιλάει. Αλλά το έχετε παρακάνει και τον έχετε πιέσει πολύ, έλεγε, και πως δεν τον συμφέρει τελικά να μας προμηθεύει. Ήταν έξαλλος και φώναζε και άκουγαν και άλλοι. Σκέφτηκα να τον βρίσω που μίλαγε έτσι για σας, αλλά προτίμησα να σας το πω πρώτα. Δεν με γνώριζαν κιόλας επειδή είμαι καινούριος και έφυγα απαρατήρητος.
Άσπρισε ο Διοικητής. Άρχισε να τον βρίζει και να απειλεί θεούς και δαίμονες πως θα τον καταστρέψει.
– Αν μου επιτρέπετε κύριε διοικητά, θα σας έλεγα να με αφήσετε να το χειριστώ εγώ το θέμα. Δεν είναι ωραίο να σας εκθέτουν έτσι και να σας χαλάνε τη φήμη.
– Με κάρφωσε αυτό το κωλόπαιδο ο Παύλος. Φώναξέ τον και θα δεις τι έχει να πάθει.
– Θα τα ρυθμίσω όλα εγώ με τον καλύτερο τρόπο για σας, αν γίνει μια φασαρία εδώ στη μονάδα δεν θα σας σέβεται κανένας. Έχετέ μου εμπιστοσύνη και θα δείτε θα πάνε όλα καλά.
– Εντάξει κανόνισέ το όπως νομίζεις αλλά αυτό το κωλόπαιδο θα φύγει από το ΚΨΜ.
– Εγώ θα σας έλεγα να τον διώξετε και από τη μονάδα, αν έχει μιλήσει και μείνει εδώ θα τα ξεράσει σε όλους. Σκεφτείτε μετά με τι περιφρόνηση θα σας αντιμετωπίζουν οι αξιωματικοί κυρίως, και τι θα συζητάνε όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά και με αξιωματικούς από τις άλλες μονάδες. Δεν αργούν και πολύ να φτάσουν τα νέα στην Αθήνα και μετά θα είναι πιο δύσκολα τα πράγματα. Εμένα δεν με νοιάζει, λίγο ακόμα θα μείνω εδώ, αλλά εσείς έχετε καριέρα μπροστά σας για να σας τη χαλάσει ένας μανάβης ή ένας φαντάρος.
Τον κοίταξε επίμονα και διερευνητικά ο Διοικητής και για πρώτη φορά κατάλαβε πως έχει να κάνει με κάποιον που έχει πολύ μυαλό. Ήταν και της εμπιστοσύνης του, θυμήθηκε το επεισόδιο με το χαρτονόμισμα, και του είπε:
– Σύμφωνοι, χειρίσου την υπόθεση με τις προμήθειες όπως νομίζεις, σε εμπιστεύομαι. Να με ενημερώνεις όμως για όλα.
– Μάλιστα, σας υπόσχομαι πως θα κάνω ότι μπορώ και θα μείνετε πολύ ευχαριστημένος.
Καλά τα πήγα σκέφτηκε ικανοποιημένος ο Κυριάκος, μπορεί να μην έχω τα λεφτά του Λάκη αλλά μάλλον θα περάσω καλά. Φώναξε τον Παύλο.
– Ετοίμασέ μου τα ρούχα να κάνω μπάνιο και σου έχω καλά νέα.
Θα συναντιόταν για πρώτη φορά με τον Μπάμπη από τότε που ήρθε στη μονάδα και ήθελε να είναι καθαρός και περιποιημένος. Την εμφάνιση τη μέτραγαν πολύ εδώ στη επαρχία και δεν ήθελε να του κάνει κακή εντύπωση. Όλα τα υπολόγιζε όταν μεθόδευε κάτι. Και αυτή η συνάντηση θα ήταν σημαντική για τον Κυριάκο.
Άστραψε το πρόσωπο του Παύλου.
– Τι έγινε, πες μου είμαι τόσο καιρό σε αγωνία.
– Λίγες μέρες θα είσαι ακόμα στο ΚΨΜ.
– Αλήθεια; Όρμησε να τον αγκαλιάσει τον Κυριάκο. Εκείνος τον έσπρωξε. Άσε τις μαλακίες και ετοίμασε τα ρούχα μου. Όταν ο Κυριάκος δίνει το λόγο του τον κρατάει. Όταν κάποτε μάθεις από τι γλίτωσες θα μου φιλάς τα πόδια όχι μόνο τα χέρια.
Πάγωσε ο Παύλος γιατί καταλάβαινε πως μίλαγε για το χειρότερο φόβο του. Την απειλή της φυλακής που τόσες φορές του είχε υποσχεθεί ο Διοικητής αν δεν έκανε ότι του έλεγε.
Τον έσπρωξε ο Κυριάκος γιατί δεν του άρεσε καθόλου σαν αγόρι ο Παύλος. Και δεν πλενόταν και συχνά. Μια φορά μάλιστα που τον φώναξε να κοιμηθεί στο δωμάτιο τον έστειλε να κάνει μπάνιο βραδιάτικα γιατί του μύριζε.
– Και θα μου δώσει και μετάθεση; Ρώτησε πάλι με αγωνία ο Παύλος.
– Όλα μαζί δεν μπορώ να τα κάνω ρε μαλάκα. Να περιμένεις. Τελείωνε τώρα θέλω να κάνω μπάνιο γιατί έχω έξοδο και θα πάω στο χωριό, σήμερα δεν με χρειάζεται ο Διοικητής, περιμένει κάτι φίλους του. Και κάτι άλλο, ειδοποίησε τους προμηθευτές πως θα μιλάνε μαζί μου όχι με εσένα από εδώ και πέρα. Είναι εντολή του Διοικητή.
Μέσα σε μια βδομάδα είχε δει όλους τους προμηθευτές και τους ανακοίνωσε πως ο Διοικητής του ανέθεσε να δίνουν σ’ αυτόν το ποσοστό του. Τους είπε μάλιστα πως ποτέ δεν πίεσε ο Διοικητής του για παραπάνω μίζα, όλα τα έκανε ο Παύλος για να βγάζει και αυτός κάτι. Σαν δείγμα καλής θέλησης είπε πως μειώνει λίγο το ποσοστό του ο Διοικητής και πως θέλει να συνεχίσουν τη συνεργασία τους. Θα πέρναγε εκείνος να παίρνει τα λεφτά κάθε Σάββατο να τα δίνει στο Διοικητή και στον Παύλο θα δίνουν κανονικά τις ποσότητες που έχει παραγγείλει για να μην καταλάβει τίποτα και κάνει καμιά φασαρία το κωλόπαιδο και θα τον κανόνιζε εκείνος. Δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους οι προμηθευτές. Πήγαινε κάθε Σάββατο και έπαιρνε τα λεφτά. Ένα μεγάλο ποσό αλλά όχι σαν αυτό που κατέθετε για το Διοικητή στην τράπεζα. Του Διοικητή του είπε πως δεν μπόρεσε να τους ηρεμήσει με τίποτα και ήταν έτοιμοι να πάνε όλοι μαζί στο Ταξίαρχο και να του τα πούνε. Τρόμαξε τόσο πολύ ο Διοικητής που του είπε να μην τον ξαναενοχλήσει ποτέ κανένας προμηθευτής. Περισσότερο τον φόβιζε μη χαλάσει η δουλειά με τον Μπάμπη τώρα που κόντευε να μαζέψει τα λεφτά και να σηκωθεί να φύγει από το στρατό. Είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνο αυτό το παζάρι με τους πρόσφυγες. Και έτσι κράταγε όλο το ποσό ο Κυριάκος.
Τρέχοντας τον ετοίμασε για το μπάνιο ο Παύλος και σχεδόν κλαίγοντας τον ευχαριστούσε συνέχεια. Πόσο φοβισμένοι άνθρωποι υπάρχουν, σκέφτηκε ο Κυριάκος. Επειδή δεν είχε την αίσθηση του φόβου τόσο έντονη αυτός, γιατί σχεδόν πάντα κατάφερνε να χειριστεί τα πράγματα, νόμιζε πως δεν την είχε κανένας άλλος. Τους δειλούς και τους φοβισμένους τους αντιμετώπιζε περιφρονητικά.
Πήρε τα πράγματά του και πήγε στα κοινά μπάνια της μονάδας. Ήταν το μόνο που δεν μπόρεσε να βολέψει. Δεν του άρεσαν τα κοινά μπάνια γιατί όπως τους έβλεπε να σαπουνίζονται όλοι μαζί, ήταν συνέχεια καυλωμένος και δεν ήθελε για κανένα λόγο να καταλάβουν ακόμα τίποτα μέχρι να εδραιώσει την εξουσία του. Ευτυχώς ήταν απόγευμα και τα μπάνια ήταν άδεια τέτοια ώρα. Ήταν όλοι στις δουλειές τους ακόμα.
Μπήκε στο μπάνιο και πίστευε πως θα ήταν μόνος του, ήθελε να το απολαύσει. Θα τον χαλάρωνε για τη δύσκολη συνάντηση που θα είχε με τον Μπάμπη. Ο φωτισμός ήταν κακός, αλλά από το θόρυβο που νερού κατάλαβε πως ήταν και κάποιος άλλος μέσα. Από συνήθεια κρυφοκοίταξε να δει ποιος ήταν. Ήταν ο Αργύρης. Πάγωσε για μια στιγμή αλλά δεν έκανε κανένα θόρυβο για να μη τον αντιληφθεί μέχρι να σκεφτεί πως θα χειριστεί τη κατάσταση. Όταν το βρήκε ηρέμησε. Απλά θα του έκανε επίθεση πρώτος και λίγο να τα έχανε ο άλλος θα το έπαιρνε το παιχνίδι. Ο Αργύρης άρχισε να τραγουδάει, είχε και σαπουνάδες στα μάτια και δεν τον κατάλαβε αμέσως τον Κυριάκο. Τότε πρόσεξε για πρώτη φορά πόσο αρμονικό σώμα είχε. Όχι γυμνασμένο, αλλά σφιχτό και χωρίς καθόλου πάχος. Του φαίνονταν πάντα άσεμνα τα φουσκωμένα από τα γυμναστήρια σώματα. Άσεμνη θεωρούσε τη προκλητικότητά τους με τη διαρκή επίδειξη που έκαναν. Ο Αργύρης είχε το σώμα ενός άντρα που κινείται και δεν είναι ακίνητος. Που σε κάθε του κίνηση λειτουργούσαν οι μύες όλοι. Τα ακίνητα σώματα έχουν μέσα τους και ακίνητες ή δυσκίνητες ψυχές. Κρεμάνε νερουλιάζουν και στο τέλος γίνονται δύσμορφα. Όπως και οι ψυχές τους. Ένα υγιές αντρίκιο μυαλό δεν αφήνει το σώμα να μείνει ακίνητο. Κινείται ή ξεκουράζεται όπως κινείται και ξεκουράζεται η σκέψη του και η ψυχή του. Και τότε βρίσκονται σε αρμονική συνύπαρξη και τα τρία μαζί, μυαλό, ψυχή και σώμα. Όλο αυτό μαζί εκπέμπεται και στους γύρω αλλά, και σε όλο το περιβάλλον που θα βρεθεί. Κάποιος που λειτουργεί μέσα σε αυτήν την αρμονία μπορεί και να λαμβάνει επειδή μπορεί να εκπέμπει. Και τότε συμβαίνει η ομορφιά και η γλύκα της ένωσης. Της φιλικής, της ερωτικής της κοινωνικής, της όποιας ένωσης του φέρει η ζωή. Και η ένωση αυτή είναι για τον καθένα τόσο αναγκαία όσο και ο αέρας που αναπνέει. Χωρίς αυτήν την ένωση, όπως και χωρίς τον αέρα, πάντα υπάρχει πνιγμός. Πνιγμός στην ψυχή στο μυαλό και στο σώμα. Αλλά κυρίως στα συναισθήματα.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *