Ζακέτα (Πέμπτο κεφάλαιο)

Τώρα είναι που δεν καταλάβαινε τίποτα ο Αργύρης. Ήταν σίγουρος πια πως δεν ήταν στα καλά του ο Κυριάκος. Από εκεί που περίμενε να πάει στρατοδικείο, τον στέλνουν στο θάλαμο και μάλιστα με απαίτηση του Κυριάκου. Δεν είπε τίποτα, ήθελε και αυτός να σκεφτεί τι γινόταν και πήγε στο θάλαμο.
Όταν συνήλθε κάπως ο Κυριάκος, έδιωξε και τον Παύλο που έτρεμε ακόμα. Δεν του μίλησε όμως απότομα όπως περίμενε, του το ζήτησε κανονικά, σαν φίλος.
– Πήγαινε να κοιμηθείς και εσύ θέλω να μείνω μόνος μου του είπε. Βοήθησέ με λίγο να βγάλω τα ρούχα μου γιατί δεν μπορώ, πονάει όλο μου το σώμα.
Έμεινε με το στόμα ανοιχτό ο Παύλος, δεν του είχε ξαναμιλήσει έτσι, φοβόταν όμως μην αλλάξει γνώμη και τον βοήθησε βιαστικά να ξεντυθεί και έφυγε τρέχοντας.
Πόναγε πολύ ο Κυριάκος, δεν μπορούσε να βολευτεί πουθενά. Είχε όμως μια περίεργη ηρεμία μέσα του. Δεν είχε θυμώσει καθόλου με τον Αργύρη. Ήταν ήρεμος γιατί για πρώτη φορά δεν είχε προσπαθήσει να χειριστεί τίποτα. Δεν ήθελε να του πει κανένα ψέμα. Ήταν πρώτη φορά που έβλεπε κάποιον που τον εκτιμούσε και τον έβαλε ψηλά μέσα στην ψυχή του. Σίγουρα ήταν έτοιμος να τον συγχωρέσει αν δεν γινόταν η παρεξήγηση με το κινητό. Δίκαιο θεωρούσε που τον έδειρε μετά από αυτό που του έκανε στα μπάνια. Πρώτη φορά ένιωθε γλυκά με κάποιον και ότι και να γινόταν μπορούσε να τον εμπιστευτεί και να του ανοιχτεί. Να μιλήσει επί τέλους μετά από τόσα χρόνια για όλα αυτά που τον βασάνιζαν. Για τα τόσα ψέματα που είχε πει σε όλους αυτούς που τον αγάπησαν και δεν ήταν ικανός να τους το ανταποδώσει. Που τους το επέστρεφε με τόσες βρώμικες και πικρές γι’ αυτούς καταστάσεις. Που δεν είχε νοιαστεί για κανένα ποτέ παρά μόνο για τον εαυτό του. Που προσπαθούσε να ζει πάντα μέσα από τις ζωές των άλλων. Άρχισε να βλέπει πως για να έχει δικιά του ζωή δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτε τόσο δύσκολο και να βασανίζει μέρα νύχτα το μυαλό του για να μπορεί να βρίσκει τρόπους για να περάσει μόνο αυτός καλά. Πήρε ακόμα ένα παυσίπονο και ήταν η πρώτη φορά που δεν πετάχτηκε μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος. Ήταν η πρώτη φορά που οι ενοχές δεν τον έπνιγαν. Και έκανε ένα βαθύ και ήρεμο ύπνο.
Είχε πει στον Παύλο να τον ξυπνήσει πριν έρθει ο Διοικητής. Άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο Αργύρης κρατώντας έναν καφέ και μια τυρόπιτα. Δεν πίστευε στα μάτια του ο Κυριάκος. Πόσο χάρηκε που τον είδε δεν λέγεται. Και δεν το έκρυψε. Πρώτη φορά έδειχνε τι αισθάνεται πραγματικά σε κάποιον.
– Ξύπνα ρε μαλακισμένο, πως είσαι πονάς; Ήταν ακόμα άγρια η φωνή του μα ο Κυριάκος διέκρινε και μια τρυφεράδα στη χροιά της.
– Ο μόνος που δεν περίμενα να δω τώρα το πρωί ήσουν εσύ, αλλά χάρηκα. Καλημέρα.
– Θα μας μπλέξεις όλους εδώ μέσα με το χαρακτήρα που έχεις και με τις μαλακίες που κάνεις. Αν και δεν σου αξίζει, σου ζητάω συγνώμη, όχι γιατί σε φοβάμαι αλλά γιατί έχασα την ψυχραιμία μου μαζί σου. Δεν πλακώνομαι εύκολα αλλά όταν πάνε να με χτυπήσουν δεν θα κάτσω να τους κοιτάζω, θα ρίξω και εγώ. Πήγες πάντως να μου τη φέρεις ύπουλα και γι’ αυτό έγινα έξαλλος.
Ο Κυριάκος του εξήγησε το σκηνικό με τον Κινητό και πως δεν υπήρχε περίπτωση να τον χτυπήσει.
– Ναι ρε είχες δίκιο που με χτύπησες, και εμένα να μου έκαναν αυτό που σου έκανα στα μπάνια το ίδιο θ’ αντιδρούσα. Σου ζητάω και εγώ συγνώμη.
– Τώρα να σε πιστέψω ή πάλι μου λες μαλακίες; Ρώτησε απορημένος ο Αργύρης.
– Είσαι ο μόνος που έχεις καταλάβει ποιος είμαι και με έχεις ανεχτεί. Ο λόγος μου δεν μετράει με τόσα που έχω κάνει για να πάρω όρκο σ’ αυτόν αλλά λέω αλήθεια.
– Αρχίζω να σε πιστεύω γιατί αν έλεγες ψέματα δεν θα ζήταγες να με βγάλουν από τον Κρατητήριο. Αλλά πάλι κρατάω μια επιφύλαξη. Δεν μου έχει ξανατύχει άνθρωπος σαν εσένα.
– Το μόνο που σου ζητάω είναι να μιλήσουμε. Ισχύει αυτό που μου είχες πει πως θέλεις να το βουλώσω και να σε ακούσω ή άλλαξες γνώμη.
– Όχι ρε εγώ όταν λέω κάτι το εννοώ και το κάνω.
– Εντάξει, πήγαινε τώρα μη σε ψάχνουν και όποτε μπορέσεις κανόνισε να μιλήσουμε.
– Εντάξει γεια.
Ένιωσε ανακουφισμένος ο Κυριάκος. Είχε φοβηθεί πως δεν θα δεχόταν να μιλήσουν μετά από όσα έγιναν.
Μόλις μπήκε στην μονάδα ο Διοικητής πήγε κατ’ ευθείαν στο δωμάτιο του Κυριάκου. Ήθελε να μάθει από τον ίδιο τι είχε γίνει, το είχε θεωρήσει πολύ σοβαρό το επεισόδιο, με όλα αυτά που ήξερε ο Κυριάκος είχε ανησυχήσει πολύ. Σ’ όλη την μονάδα επικρατούσε μια σιγή, σαν να περίμεναν όλοι την καταιγίδα. Αν στράβωνε ο Διοικητής θα την πλήρωναν όλοι. Έπαιρναν και έδιναν οι συζητήσεις γύρω από το επεισόδιο και ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Όταν μια είδηση μεταφέρεται από στόμα σε στόμα, τότε φουσκώνει παίρνει μεγάλες διαστάσεις και στο τέλος δεν έχει καμιά σχέση με το τι πραγματικά συνέβη. Όλοι, αξιωματικοί και φαντάροι, προσπαθούσαν να είναι τυπικοί σε όλα όπως όταν περίμεναν επιθεώρηση. Στην πραγματικότητα είχαν όλοι αγωνία αν θα τα καταφέρει ο Κυριάκος να ηρεμήσει το Διοικητή.
– Τι συνέβη, ποιος σε χτύπησε; Ρώτησε αμέσως μόλις μπήκε στο δωμάτιο ο Διοικητής.
– Θα σας τα εξηγήσω όλα κύριε Διοικητά. Χτες είχα έξοδο και πέρασα και από το μαγαζί του Μπάμπη. Κάθισα να πιω ένα ποτό και δεν με κατάλαβε αμέσως μόλις μπήκα. Μίλαγε με κάποιον και όπως είχα γυρίσει τη πλάτη μπόρεσα ν’ ακούσω λίγο τη συνομιλία τους. Του έλεγε πως χάρηκε που θα συνεργαστούνε με κάτι μετανάστες, αν κατάλαβα καλά, γιατί έχει μπλέξει μ’ εσάς και δεν ξέρει αν μπορεί να σας έχει πια εμπιστοσύνη. Εμένα πάντως σαν αξιωματικός μου φάνηκε, ήταν κοντά τα μαλλιά του ψηλός αδύνατος γύρω στα πενήντα. Προσπάθησα ν’ ακούσω και τίποτε άλλο αλλά άρχισαν να μιλάνε πιο σιγά και δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγαν. Μόνο μερικές φορές άκουγα για κάτι ποσά που έλεγαν και σχεδόν τσακωνόντουσαν. Στο τέλος πρέπει να τα βρήκαν γιατί παράγγειλαν ποτά και ήταν και οι δύο χαρούμενοι. Του έστειλε μάλιστα και μια πουτάνα και της είπε να κάνει ό,τι της έλεγε χωρίς να ζητήσει λεφτά. Όταν σηκώθηκε και με είδε σαν να τα ‘χασε. Στην αρχή ήταν επιθετικός μαζί μου αλλά μετά κοίταζε να με καλοπιάσει. Με κέρασε ποτά και μου έστειλε και μια πουτάνα να μου κάνει παρέα δωρεάν. Προσπαθούσε πολύ να καταλάβει αν άκουσα τίποτε από αυτά που έλεγε μ’ αυτόν που καθόταν μαζί. Ήπια δυο ποτά και έφυγα γιατί ήμουνα πολύ κουρασμένος. Λίγο πιο κάτω από το μαγαζί του Μπάμπη μου επιτέθηκαν δυο τύποι και με έκαναν όπως με βλέπετε. Ούτε που τους είχα ξαναδεί ούτε κατάλαβα γιατί με χτύπησαν. Με άφησαν μόνο και χτυπημένο στο δρόμο και έφυγαν τρέχοντας.
Ο Διοικητής άσπρισε πρώτα και μετά κοκκίνισε.
– Α τον αλήτη, κανονίζει πίσω μου δουλειές.
-Τι δουλειές κύριε Διοικητά, ρώτησε αδιάφορα ο Κυριάκος έχοντας πάρει το γνωστό αθώο του ύφος.
– Θα τον καθαρίσω δεν θα μου γλυτώσει. Ξέρω με ποιον μίλαγε.
Ο πενηντάρης που μίλαγε με τον Μπάμπη ήταν ο Διοικητής της διπλανής μονάδας που τον είχε δει αρκετές φορές ο Κυριάκος. Τον περιέγραφε σαν να τον φωτογράφιζε, επίτηδες για να πάει το μυαλό του Διοικητή του σ’ αυτόν.
Ο Κυριάκος έκανε πως δεν καταλαβαίνει τίποτα από αυτά που έλεγε. Ο Διοικητής τον κοίταζε επίμονα αρκετή ώρα. Σκεφτόταν αν έπρεπε να του μιλήσει ή όχι. Αποφάσισε να του μιλήσει. Τον τρόμαξε ο Κυριάκος και σκέφτηκε πως καλά θα ήταν να τον έχει σύμμαχο.
– Λοιπόν θα σου μιλήσω ανοιχτά. Έτσι όπως έγιναν τα πράγματα καλά είναι να ξέρεις τι γίνεται γιατί μπορεί να σε χρειαστώ. Ότι σου πω όμως να προσέχεις γιατί αν μαθευτεί θα πάμε όλοι φυλακή. Του εξήγησε όλα όσα έκαναν με τον Μπάμπη και τους πρόσφυγες. Αυτός ο τύπος που μίλαγε ήταν ο Διοικητής της διπλανής μονάδας που έχει και αυτός στην ευθύνη του ένα φυλάκιο σαν το δικό μας. Προφανώς κανονίζει να κάνει δουλειά του και να με αφήσει απ’ έξω εμένα. Μέχρι να δω τι θα κάνω θα κρατήσεις επαφή με τον Μπάμπη για να μπορώ να μαθαίνω τι κάνει. Θα είσαι διακριτικός μην τυχόν και καταλάβει τίποτα και για να γίνεις πιο πιστευτός θα με κατηγορείς κιόλας. Θα πηγαίνεις κάθε μέρα στο μαγαζί του. Να παίρνεις το δικό μου αυτοκίνητο για να πηγαίνεις στο χωριό, όχι το υπηρεσιακό και θα το παρκάρεις μακριά από το μαγαζί για να μην το βλέπουν.
Ο Κυριάκος έκανε πως έμεινε άφωνος. Είχε μπει πάλι στο παλιό του εαυτό αλλά τώρα το έκανε πολύ συνειδητά γιατί ήθελε να κλείσει με αυτήν την υπόθεση το παρελθόν του. Ας έπαιρνε τουλάχιστον αυτά τα λεφτά που είχε κανονίσει με όλο αυτό που είχε στήσει και μετά θα ζούσε μια διαφορετική ζωή. Το ορκίστηκε στον εαυτό του πως ήταν η τελευταία φορά που έκανε κάτι τέτοιο. Ένιωσε ανακουφισμένος. Παρακαλούσε μόνο να τον καταλάβει ο Αργύρης. Είχε πολύ ανάγκη τη συμπαράστασή του σ’ αυτή τη τόσο δύσκολη υπόθεση. Το είχε παρακάνει και είχε μπλέξει σε πολύ σκληρά για την ηλικία του παιχνίδια. Μέχρι πριν λίγες μέρες όλα αυτά του φαίνονταν παιχνιδάκια. Τώρα του φαίνονταν βουνό. Δεν άντεχε όλο αυτό το βάρος. Θα τελείωνε και θα προσπαθούσε να φύγει.
– Εντάξει κύριε Διοικητά, ξέρετε πόση εκτίμηση σας έχω. Δεν πρόκειται ν’ αφήσω τον κάθε Μπάμπη να σας κάνει τίποτα. Μείνετε ήσυχος.
– Σ’ εμπιστεύομαι είπε ανακουφισμένος ο Διοικητής. Επειδή είδα πόσο καλά χειρίστηκες το θέμα με τους προμηθευτές είμαι σίγουρος πως και τώρα θα τα καταφέρεις. Σε λίγο καιρό είχα σκοπό να τη σταματήσω και εγώ αυτή την ιστορία. Προσπαθούσα ν’ αγοράσω ένα σπιτάκι και μου έλειπαν λίγα λεφτά. Αλλά δεν περίμενα τέτοια εξέλιξη. Ευτυχώς που σε έχω δίπλα μου. Να ξέρεις πως ούτε μοναχοφαγάς είμαι ούτε αχάριστος. Τους ανθρώπους που με στηρίζουν τους εκτιμάω και το ανταποδίδω.
Κάτι έγραψε σε ένα χαρτάκι και του το έδωσε.
– Πάρε αυτό και πήγαινε στην τράπεζα να βρεις το διευθυντή εκ μέρους μου. Θα σου δώσει το ποσό που γράφω επάνω και πες του πως θα περάσω εγώ μετά να υπογράψω.
Στο χαρτάκι έγραφε ένα μεγάλο ποσό.
– Που να τα πάω αυτά τα λεφτά κύριε Διοικητά;
– Είναι δικά σου για τη σημαντική πληροφορία που μου έδωσες.
– Όχι κύριε Διοικητά δεν μπορώ να τα δεχτώ, ότι κάνω το κάνω επειδή σας εκτιμάω, είπε με ύφος θιγμένου ο Κυριάκος, και έκανε να του το δώσει πίσω.
Συγκινήθηκε ο Διοικητής με την εντιμότητά του για μια φορά ακόμα. Τόσο μαλάκας ήταν.
– Είναι διαταγή να τα πάρεις, ακούς; Έκανε τάχα αγριεμένος. Και να πας τώρα να τα πάρεις.
– Μάλιστα, να σας ζητήσω μια χάρη κύριε Διοικητά;
– Τι θέλεις;
– Αυτή τη μετάθεση που τη κρατάτε γίνεται να φύγει, αν είναι δυνατόν και αύριο; Εννοούσε τη μετάθεση του Παύλου που είχε έρθει και είπε στο Διοικητή να τη κρατήσει γιατί τον χρειαζόταν.
– Εντάξει πες του να ετοιμαστεί, θα φύγει σήμερα.
– Ευχαριστώ. Μείνετε ήσυχος θα κάνω ότι μπορώ.
Δεν πίστευε στ’ αυτιά του ο Παύλος όταν του είπε να ετοιμαστεί γιατί αύριο φεύγει με μετάθεση για Αθήνα. Πήγε πάλι να του φιλήσει τα χέρια και το μόνο που άκουσε ήταν ένα συγνώμη για όσα του έκανε. Ούτε που το άκουσε ο Παύλος, τόσο απίθανο του φαινόταν. Αγαλλίαση ένιωσε ο Κυριάκος που έβλεπε για πρώτη φορά έναν άνθρωπο που τόσο τον είχε ταλαιπωρήσει και του είχε φερθεί τόσο άσχημα, να μπορεί να τον κοιτάζει στα μάτια και να βλέπει τη χαρά του. Τον βοήθησε μάλιστα, όσο μπορούσε γιατί πόναγε ακόμα, να ετοιμαστεί. Του έδωσε ο ίδιος το χαρτί της μετάθεσης. Το δικαιούνταν εδώ και πολύ καιρό και του το είχε στερήσει. Παρά λίγο πάλι να τον πιάσουν οι βασανιστικές ενοχές του, αλλά σκέφτηκε πως πρέπει να βιαστεί γιατί έχει να τακτοποιήσει πολλά θέματα. Ένιωθε τόσο όμορφα με τον κρυμμένο του εαυτό που άρχιζε δειλά να βγαίνει στην επιφάνεια. Ένιωθε όπως στο τελείωμα μιας βαριάς γρίπης, εξαντλημένος αλλά χαρούμενος.
Ντύθηκε πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε βιαστικά. Ήθελε να τελειώνει όσο γίνεται πιο γρήγορα με όλες αυτές τις ανοιχτές υποθέσεις που είχε. Όταν είδε ο διευθυντής της τράπεζας το σημείωμα τον κοίταξε έντονα και κατάλαβε πως τον έβαλαν κι αυτόν στο κόλπο. Φοβήθηκε μήπως τον καρφώσει για όσα του αποκάλυψε και του το είπε.
– Μη φοβάσαι του είπε ο Κυριάκος δεν πρόκειται να πω σε κανένα τίποτα από όσα μου είπες. Το ότι με προστάτεψες και μου άνοιξες τα μάτια, να ξέρεις πως δεν θα το ξεχάσω. Είσαι καλός άνθρωπος και κοίταξε αν μπορείς να ξεμπλέξεις και εσύ. Είναι πολύ επικίνδυνη ιστορία. Μην ανησυχείς για εμένα, ξέρω τι κάνω.
– Με ησυχάζεις γιατί δεν τους έχω καμιά εμπιστοσύνη. Το ότι μου δίνουν και εμένα κάτι δεν με ησυχάζει καθόλου. Τα λεφτά να σου τα δώσω μετρητά ή να σου ανοίξω ένα λογαριασμό και να τα βάλεις μέσα;
– Όχι σε μετρητά τα θέλω.
Πήρε τα λεφτά και έφυγε για να πάει στον Μπάμπη. Τον είχε πάρει τηλέφωνο και τον περίμενε.
Όταν μπήκε στο μαγαζί δεν είχε έρθει ακόμα ο Μπάμπης. Ήταν μόνο ο μπάρμαν εκεί. Απόρησε που τον είδε, αλλά χάρηκε. Σκέφτηκε πως θα ξεκινούσαν τη δουλειά με τις πουτάνες που είχαν συμφωνήσει και νόμιζε πως ήρθε γι’ αυτό. Το κατάλαβε ο Κυριάκος και του είπε πως θα του έστελνε το απόγευμα δυο φαντάρους.
– Θα τους δώσω τη τηλέφωνό σου και κανόνισε να συνεννοηθείς με τη πουτάνα. Πρόσεχε μαλάκα μην καταλάβει τίποτα ο Μπάμπης.
– Μην ανησυχείς τα έχω κανονίσει όλα. Εμείς πότε θα τα ξαναπούμε μόνοι μας; Τον ρώτησε και έπιανε τ’ αρχίδια του. Είχε πάρει και το ηλίθιο ύφος του μεγάλου εραστή που πέφτουν στα πόδια του όλες. Ήταν σίγουρος και για τον Κυριάκο.
– Τώρα έχουμε δουλειές να κάνουμε, εμείς θα βρούμε χρόνο να κάνουμε και πολλά άλλα. Να ξεκινήσουμε πρώτα τη μια δουλειά και μετά κάνουμε ότι θέλεις. Θέλω να πάμε και ένα βράδυ στα μπουζούκια, δεν έχω πάει καθόλου από τότε που ήρθα.
– Όποτε θέλεις μανάρι μου, του είπε, θα σε πάω εγώ στα καλύτερα.
– Ωραία, θα το κανονίσουμε. Φύγε τώρα μην έρθει ο Μπάμπης και μας δει να μιλάμε. Πρέπει να τον προσέχουμε.
– Έχεις δίκιο, είπε φοβισμένος, θα τα πούμε. Πήγε και κάθισε πίσω από το μπαρ.
Λίγη ώρα μετά ήρθε ο Μπάμπης. Είχε μάθει από τον μπάρμαν για τη συνάντησή τους και είχε λίγο πιο άνετο ύφος. Τον έχουμε στο χέρι τώρα σκεφτόταν. Μόνο αυτό του είχε πει ο μπάρμαν, του έκανε και ένα δωράκι που κατάφερε τον Κυριάκο και πίστεψε πως τώρα πια έχει όλο το παιχνίδι στα χέρια του.
– Έλα ρε συ περιμένω τόση ώρα και είμαι και σκαστός από το Διοικητή. Αν αρχίσει να με ψάχνει δεν θα ξέρω τι να του πω.
– Έχεις δίκιο ρε φίλε, ξενύχτησα χτες και με πήρε ο ύπνος. Τι έγινε άκουσες τίποτε άλλο από το Διοικητή;
– Τα τηλέφωνα συνεχίζει να τα κάνει και πάντα με βγάζει έξω.
– Ρε τον Καριόλη, σίγουρα κάτι σκαρώνει. Πάρε τα λεφτά που σου υποσχέθηκα. Δεν τα είχε βάλει σε φάκελο, του τα έδωσε έτσι χύμα.
– Πρόσεχε ρε μη μας βλέπουν.
– Ο μπάρμαν είναι δικός μου άνθρωπος, μη φοβάσαι.
– Εντάξει, πάρε και τα κλειδιά και κάνε ότι θέλεις. Αν τους πάρεις με την κάμερα, δώσε μου κι εμένα ένα αντίγραφο. Μπορεί να μου χρειαστεί.
– Ναι ρε σίγουρα θα σου δώσω κι εσένα. Πως και δεν το είχα σκεφτεί πιο πριν για τη κάμερα; Αναρωτήθηκε μόνος του ο Μπάμπης. Με είχε πείσει πως μπορώ να του έχω εμπιστοσύνη. Με τα κλειδιά και αυτά που θα τραβήξω με τη κάμερα, αν θέλει ας μου κουνηθεί μετά ο παλιόπουστας. Θα του φέρω μάλιστα δυο γκόμενους αύριο. Θα τον κάνω βούκινο πως κάνει όργια με Βούλγαρους και θα διαδώσω πως ίσως είναι και κατάσκοποι. Να δω πως θα ξεμπλέξει μετά.
Το είπε το παλιόπουστας αλλά ένιωσε πως του ξέφυγε. Δεν ήθελε να προσβάλει τον Κυριάκο. Τον κοίταξε αμήχανα να δει πως θ’ αντιδράσει. Ο Κυριάκος δεν αντέδρασε καθόλου. Πήρε τα λεφτά και σηκώθηκε να φύγει. Όταν ήταν στη πόρτα τον φώναξε ο Μπάμπης:
– Περίμενε, ακόμα δεν έχω ξυπνήσει καλά και παρά λίγο να το ξεχάσω.
– Τι έγινε;
– Του έδωσε και άλλα λεφτά. Αυτά είναι που έβγαλε η δικιά σου πουτάνα. Μη σου φαίνονται πολλά, τη προτιμάνε οι χοντρέμποροι που έρχονται και χαλάνε πολλά για μια βραδιά. Εγώ απλά την παρακολουθώ μη σε κλέψει και πάει με κανένα χωρίς να σε πληρώσει. Τα συνεταιράκια μου τα προσέχω εγώ. Θέλω να είμαι εντάξει μαζί τους.
– Εντάξει ρε, φεύγω τώρα θα τα πούμε πάλι. Αν μάθω κάτι θα σε πάρω τηλέφωνο.
Πρώτη φορά έπιανε στα χέρια του τόσα λεφτά ο Κυριάκος. Μαζί με αυτά που είχε μαζέψει και από τους προμηθευτές του αρκούσαν για να περάσει πολύ καιρό χωρίς να χρειάζεται τίποτα. Τα φύλαγε στο δωμάτιό του, φοβόταν να τα έχει σε τράπεζα, το θεωρούσε αποδεικτικό στοιχείο αν τυχόν γινόταν τίποτα, αλλά τώρα που το ποσό ήταν τόσο μεγάλο είχε μια ανησυχία. Πήρε το αυτοκίνητο του Διοικητή και γύρισε στη μονάδα. Τον περίμενε ο Διοικητής με αγωνία.
– Έμαθες τίποτε άλλο;
– Όχι κύριε Διοικητά αλλά κανόνισα να βγούμε ένα βράδυ και να πάμε στα μπουζούκια. Σας κατηγόρησα όπως μου είπατε και είχατε δίκιο τελικά. Πίστεψε πως είμαι με το μέρος του.
– Μπράβο, να συνεχίσεις έτσι και να κανονίσεις σύντομα να πάτε στα μπουζούκια.
– Μάλιστα, μείνετε ήσυχος. Πάω τώρα να ξαπλώσω γιατί άρχισα να πονάω πάλι.
– Εντάξει αν σε χρειαστώ θα σε ειδοποιήσω. Κανόνισε να γίνεις καλά γιατί δεν μπορώ μ’ αυτόν τον οδηγό που μου δώσανε.
– Μάλιστα, πιστεύω αύριο να είμαι καλύτερα και να έρθω εγώ να σας πάρω.
Έκρυψε τα λεφτά μόλις έφυγε από το Διοικητή μαζί με τα άλλα. Δεν ήξερε όμως μήπως είχε και κανένας άλλος κλειδί του δωματίου του και σκεφτόταν πού αλλού θα μπορούσε να τα κρύψει. Ήταν πολύ κουρασμένος και μόλις ξάπλωσε τον πήρε αμέσως ο ύπνος. Ξύπνησε αργά το απόγευμα. Του έκανε καλό ο ύπνος και όταν σηκώθηκε ήταν πιο ευδιάθετος. Τα πράγματα εξελίσσονταν όπως τα είχε κανονίσει και είχε αρχίσει να ησυχάζει. Έψαξε να βρει τον Αργύρη, ήθελε να βρίσκεται όλο και πιο πολύ μαζί του. Ένιωθε μια ασφάλεια και μια σιγουριά. Τον είχαν βάλει πάλι σκοπιά, σκέφτηκε πως αν πήγαινε να τον δει εκεί θα τσαντιζόταν και τον περίμενε να τελειώσει. Κανόνισε όμως να είναι ελεύθερος την άλλη μέρα. Κρυφά χωρίς να το μάθει γιατί θα τον έβριζε, δεν του άρεσε καθόλου να επιβαρύνει κανέναν, ειδικά τώρα που τον εξυπηρετούσαν με το πρόβλημα που είχε με τους ιλίγγους.
Βγήκε έξω και τον περίμενε ο Παύλος. Ήθελε ακόμα μια φορά να τον ευχαριστήσει.
– Περίμενα να σε χαιρετήσω πριν φύγω.
– Έλα ρε σειρά αφού σου το είχα υποσχεθεί πως θα το προσπαθούσα. Άντε πήγαινε και να εύχεσαι να πάνε και για μένα καλά τα πράγματα.
– Γιατί τι σου συμβαίνει; Ρώτησε με απορία ο Παύλος.
Πίστευε πως κάποιοι σαν τον Κυριάκο δεν χρειάζονταν ποτέ τίποτα.
– Τίποτα πήγαινε τώρα γιατί δεν τους μπορώ τους αποχαιρετισμούς.
Πήρε το σάκο του ο Παύλος και πήγαινε προς την έξοδο ευτυχισμένος. Του έκαναν πολύ πλάκα οι άλλοι φαντάροι που τον έβλεπαν να φεύγει. Ζήλευαν και θα ‘θελαν να μπορέσουν και αυτοί να φύγουν.
Ο Κυριάκος πήγε στο ΚΨΜ να πάρει έναν καφέ και ξαναγύρισε στο δωμάτιο να περιμένει τον Αργύρη να γυρίσει. Ήθελε να τον πείσει να του δώσει τα λεφτά να τα φυλάξει εκείνος. Έπρεπε να προσέχει πολύ γιατί το παιχνίδι είχε χοντρύνει.
Μια ώρα μετά τέλειωσε ο Αργύρης και τον είδε από το παράθυρο του δωματίου που έμπαινε στο θάλαμο να ξεντυθεί. Ευτυχώς δεν ήταν κανένας μέσα.
– Καλώς το πονηρούλικο το αγόρι, του είπε περιπαιχτικά.
– Έλα ρε μη με κοροϊδεύεις, ήρθα να σου πω ένα γεια. Είσαι πολλή ώρα σκοπιά; Είσαι κουρασμένος;
– Πως φαίνονται οι λουφαδόροι, ούτε πόση ώρα κρατάει η σκοπιά δε ξέρεις μαλακισμένο. Έπρεπε να σε είχα στα χέρια μου να σε έστρωνα λίγο, του έλεγε καθώς ξεντυνόταν.
Όταν έμεινε με το μποξεράκι χάζευε πάλι ο Κυριάκος τον Καλλίγραμμο σώμα του. Αυτήν τη φορά δεν πήρε αμέσως τη ματιά του από τον Αργύρη. Είχε χαλαρώσει λίγο μαζί του και δεν ήθελε να κρύβεται τόσο πολύ. Την έπιασε τη ματιά ο Αργύρης και του χαμογέλασε λίγο, αλλά δεν είπε τίποτα. Κοκκίνισε ο Κυριάκος, είχε μείνει για πολύ λίγο με το βλέμμα χαμένο πάνω στον Αργύρη και ντράπηκε. Ξάπλωσε ανάσκελα τεντώθηκε και γέμισε το κρεβάτι αντρίλα, λες και το έκανε επίτηδες. Είδε το κοκκίνισμα ο Αργύρης και του είπε.
– Τελικά πρέπει να είσαι καλό παιδί εσύ, αλλά θέλεις στρώσιμο και γέλασε δυνατά.
Έπιασε την αγριάδα του ο Κυριάκος αλλά διέκρινε και ένα προστατευτισμό από τον Αργύρη. Σαν να τον νοιαζόταν λίγο με αυτά που του έλεγε. Στη σκέψη αυτή φτερούγισε λίγο η καρδιά του. Του άρεσε πολύ και χαμογέλασε και αυτός σαν να συμφωνούσε. Κοιτάχτηκαν για μερικά δευτερόλεπτα στα μάτια και του είπε ο Αργύρης.
– Πήγαινε τώρα θέλω να κοιμηθώ λίγο να ξεκουραστώ. Γύρισε μπρούμυτα και χάζευε ο Κυριάκος τους μύες της πλάτης του και τα δυνατά του πόδια.
– Πριν κοιμηθείς θέλω να μου κάνεις μια χάρη.
– Τι θέλεις πάλι; Είπε ο Αργύρης χωρίς να γυρίσει.
– Έχω κάτι λεφτά στο δωμάτιό μου και επειδή φοβάμαι μήπως έχει και κανένας άλλος κλειδί θέλω να σου τα φέρω να τα φυλάξεις για λίγο.
– Εντάξει φέρε τα και άσε με να κοιμηθώ. Εσύ είσαι ξεκούραστος κωλόπαιδο μη με ταλαιπωρείς και εμένα γιατί θα τις φας πάλι.
Προφανώς δεν κατάλαβε ότι ήταν πολλά λεφτά, πίστευε πως θα ήταν τα λεφτά που του έστελναν οι δικοί του.
Έτρεξε ο Κυριάκος και τα έφερε, σκέφτηκε να μην του πει πως είναι πολλά και να τα έβαζε σε ένα φάκελο. Δεν ήθελε όμως να το κάνει ας αντιδρούσε όπως ήθελε. Είχε ορκιστεί να μην του πει ψέματα. Όταν τα είδε ο Αργύρης πετάχτηκε επάνω.
– Τι είναι όλα αυτά τα λεφτά ρε; Που τα βρήκες; Λαχείο κέρδισες;
– Φύλαξέ τα σε παρακαλώ, μη με ρωτάς τίποτα τώρα θα σου τα εξηγήσω όλα αύριο.
– Πρόσεξε μαλακισμένο μη με μπλέξεις πουθενά γιατί όχι απλά θα φας ξύλο, θα σε καθαρίσω.
– Ξέρεις πόσο σε εκτιμάω και σε εμπιστεύομαι ρε, δώσε μου μόνο μια μέρα καιρό και θα σου τα εξηγήσω όλα.
– Τι να σου κάνω κωλόπαιδο που από τη μια μου έρχεται να σε πλακώσω στο ξύλο και από την άλλη σε γουστάρω γιατί πιάνω πως έχεις καλή ψυχή. Έχεις προθεσμία μέχρι αύριο να μου πεις τι συμβαίνει, αλλιώς θα πάω να τα φάω με τις πουτάνες.
Γέλασε πάλι δυνατά και τα έβαλε στο πάτο του σάκου του και τον κλείδωσε.
– Πήγαινε τώρα.
Έφυγε ήσυχος ο Κυριάκος γιατί είχε φοβηθεί πως δεν θα δεχόταν ο Αργύρης να κρατήσει τα λεφτά. Το κατάφερε χωρίς να χρειαστεί να πει ψέματα. Αυτό τον έκανε ακόμα πιο χαρούμενο. Είχε αποφασίσει όμως και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Επειδή με τον τρόπο που πήρε τα λεφτά, δεν ένιωθε πια πολύ καλά, θα ζητούσε από τον Αργύρη να του πει τι να τα κάνει. Και θα έκανε ό,τι αποφάσιζε εκείνος. Ήθελε να του δείξει και στην πράξη πόσο εμπιστευόταν το μυαλό του. Ίσως να προσπαθούσε και να εξιλεωθεί για τα όσα είχε κάνει και να προσπαθήσει να τον πείσει πως θέλει πραγματικά ν’ αλλάξει. Επειδή είχε μάθει να παίρνει συνέχεια πολλές στροφές το μυαλό του για να μπορεί να χειρίζεται τα πράγματα, μπορούσε να καταλάβει πως και ο Αργύρης ήταν πολύ έξυπνος και εύστροφος, αλλά και ανοιχτό μυαλό. Είχε πολύ λίγα κολλήματα σαν χαρακτήρας. Μπορούσε να δει πως ήταν από τους ανθρώπους που αφήνουν την ψυχή τους ανοιχτή, δεν τη κλείνουν στους άλλους. Έτσι μπορεί όποιος θέλει να δει τη καθαρότητά της. Και το μόνο που σκεφτόταν κανείς όταν τον γνώριζε ήταν να ακουμπήσει λίγο πάνω του. Αυτό ένιωθε και ο Κυριάκος. Αυτό του έδινε σιγουριά και του έδιωχνε το πολύ φόβο. Έβλεπε στην πράξη πως μπορείς να περάσεις καλά χωρίς να είσαι κρυμμένος. Είδε όμως και κάτι άλλο. Πως αυτό δεν στο δίνει κανείς αν δεν μάθεις εσύ πώς θα το πάρεις. Και για να το πάρεις πρέπει να δώσεις, αλλιώς δεν γίνεται τίποτα.
Όλα αυτά σκεφτόταν πηγαίνοντας στο δωμάτιο. Μα δεν τον βάραιναν καθόλου αυτές οι σκέψεις, το αντίθετο τον χαλάρωναν. Χαλάρωνε γιατί είναι η πρώτη φορά στη ζωή του που δεν είναι τελείως μόνος. Και έκανε για δεύτερη φορά ήρεμο και βαθύ ύπνο.
Το πρωί ένιωθε ξεκούραστος και εύθυμος. Σιγοτραγουδούσε σκεφτόμενος τη σημαντική μέρα που θα πέρναγε με τον Αργύρη. Ντύθηκε και πήγε να πάρει το Διοικητή που χάρηκε πολύ που τον είδε.
– Καλημέρα κύριε Διοικητά.
– Καλώς τον, είσαι καλύτερα;
– Μάλιστα πολύ καλύτερα.
– Ωραία, είχαμε κανένα νέο από τον Μπάμπη;
– Όχι κύριε Διοικητά.
– Ωραία, αφού με πας στη μονάδα θα πας να τον βρεις να σου δώσει κάτι λεφτά να πας στη τράπεζα, με ειδοποίησε χτες.
– Μάλιστα.
– Και να προσέχεις κάθε λέξη που θα λέει, μπορεί να μη την καταλάβεις εσύ, εγώ αν τη μάθω θα καταλάβω περισσότερα.
– Μάλιστα μείνετε ήσυχος.
Μόλις τον άφησε στην μονάδα πήγε να βρει τον Αργύρη, ήθελε να κανονίσουνε για το βράδυ. Ήταν πάλι μόνος του στο θάλαμο μόλις είχε ξυπνήσει και χουζούρευε στον Κρεβάτι του.
– Πως από τη φτωχογειτονιά μας πλουσιόπαιδο; Του είπε χαϊδεύοντας και ξύνοντας τ’ αρχίδια του.
Το πρόσωπο του Αργύρη ήταν αξύριστο αλλά ξεκούραστο.
– Έχω καιρό να πηδήξω, πρέπει να πάρω καμιά άδεια γιατί και η γκόμενά μου έχει λυσσάξει. Με πήρε χτες τηλέφωνο και φοβάμαι μην πάει με κανέναν άλλο τόσο καιρό που λείπω.
– Εμένα λες που κάθομαι αλλά και εσύ ακόμα κοιμάσαι ρε λουφαδόρε.
Πετάχτηκε πάνω ο Αργύρης.
– Μη με ξαναπείς λουφαδόρο γιατί θα τις φας άσχημα, ακούς;
Θύμωσε τον έπιασε από το πουκάμισο και έφερε το πρόσωπό του πολύ κοντά στο πρόσωπο του Κυριάκου, αλλά δεν ένιωσε απειλή ο Κυριάκος με τη μαλακία που του είπε. Του ξέφυγε έτσι για να του κάνει πλάκα, αλλά ο άλλος στράβωνε πολύ αν του έλεγες πως ρίχνει τους άλλους φαντάρους.
– Πρώτη φορά σήμερα μετά από πολύ καιρό που δεν με έχουν βάλει να κάνω τίποτα, ούτε σκοπιά ούτε αγγαρεία και έχω αράξει λίγο παραπάνω.
– Θέλεις να πάμε το βράδυ στο χωριό για φαγητό; Θα έχω και το αμάξι του Διοικητή αν θέλεις.
– Τι λες ρε μαλάκα που θα βγω βόλτα με το αμάξι του Διοικητή. Βούκινο θα γίνει στη μονάδα και θα με ξεφτιλίσουνε όταν το μάθουνε. Να πάμε με το λεωφορείο, που μου έχεις καλομάθει και δεν μπορείς χωρίς αυτοκίνητο μαλακισμένο. Όταν σου λέω εγώ πως θέλεις στρώσιμο να μ’ ακούς. Πού θα μου πας, θα σε κάνω εγώ να μη γνωρίζεις ποιος είσαι. Τον μάλωνε πιο γλυκά τώρα.
– Εντάξει μη φωνάζεις πάλι, όλο στον καυγά είναι το μυαλό σου, πάμε και με τα πόδια αν θέλεις δεν έχω πρόβλημα.
– Τι ώρα θα φύγουμε;
– Κατά τις εφτά, να ετοιμαστούμε να κάνουμε τα μπάνια μας, μη μας βλέπουν και οι γκόμενες και δεν είμαστε περιποιημένοι και γέλασε δυνατά πάλι.
– Εντάξει τα λέμε το απόγευμα στις εφτά.
Έφυγε ο Κυριάκος να πάει να κάνει τις δουλειές που του είπε ο Διοικητής. Συναντήθηκε με τον Μπάμπη και πάλι του γκρίνιαξε για το Διοικητή του. Χαιρόταν ο Μπάμπης που τον είχε σύμμαχο. Εκτός από τα λεφτά του Διοικητή, του έδωσε και ένα άλλο ποσό, τα χτεσινά που έβγαλε η πουτάνα. Επειδή δεν είχε ξαναπάρει τηλέφωνο τον μπάρμαν, του είπε με διακριτικότητα.
– Στο ξαναλέω όλες οι πουτάνες είναι για πάρτη σου αν θέλεις να περάσεις τη βραδιά σου και αν γουστάρεις και τίποτε άλλο να μου πεις, εμείς είμαστε φίλοι τώρα να μη με ντρέπεσαι. Ζήτα μου ό,τι θέλεις και θα έχεις το καλύτερο.
Σκεφτόταν πως για μη ξαναπάρει το μπάρμαν, ίσως δεν του άρεσε, τους ήξερε τους πούστηδες, βαριόνται μετά αφού είχαν πάει με κάποιον και ήθελαν να τον αλλάξουν.
– Εντάξει άμα θέλω θα σου πω. Το μόνο που θέλω για σήμερα να πεις σε δυο πουτάνες πως θα έρθω με ένα φίλο το βράδυ, να μας κάνουν παρέα.
– Σου είπα ότι θέλεις για πάρτη σου.
– Την έβαλες τη κάμερα;
– Την έβαλα και του έχω φέρει για το βράδυ δυο παίδαρους που θα τον κάνουν να μη μπορεί να περπατήσει μετά. Δεν ξέρει κανένας τίποτα. Θέλω να είναι φυσικές οι σκηνές. Γέλασε δυνατά με τη μαλακία που είπε.
– Ωραία θα τα πούμε το βράδυ. Γεια.
Έφυγε να πάει στην τράπεζα, έδωσε στο διευθυντή το ποσοστό του και κατέθεσε τα υπόλοιπα. Γύρισε στη μονάδα για να πάει το Διοικητή σπίτι του. Μετά θα ήταν ελεύθερος. Είχε βρει και τον αξιωματικό υπηρεσίας και του είπε πως το βράδυ θα βγαίνανε με τον Αργύρη και θα αργούσαν να γυρίσουν. Να μη τους ψάχνουν. Το είχε πει και στο Διοικητή και το είχε εγκρίνει. Στο Διοικητή είπε πως μάλλον σήμερα θα πήγαιναν στα μπουζούκια με τον Μπάμπη και χάρηκε.
– Να πας μείνε όσο θέλεις και μάθε όσα περισσότερα μπορείς.
– Μάλιστα.
Ετοιμάστηκε πολλή ώρα ο Κυριάκος αλλά δεν πήγε για μπάνιο την ώρα που ήταν ο Αργύρης στα μπάνια. Δεν ήθελε να τον δει πάλι καυλωμένο. Είναι σίγουρος πως είχε καταλάβει πως του άρεσαν οι άντρες αλλά ακόμα δεν μπορούσε να μην τον ντρέπεται. Χαλαρός ήταν μαζί του αλλά αυτό το κριτικό του βλέμμα δεν ήξερε πάντα τι σήμαινε. Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως δεν είχε ντραπεί ποτέ για όλα αυτά που έχει κάνει, το βράδυ μόνο ένιωθε ενοχές και τιποτένιος για τον κόσμο που χρησιμοποιούσε για να περάσει καλά. Μάλλον δεν ήταν ντροπή, μια συστολή ένιωθε απέναντί του για την ανωτερότητά του. Άραγε θα τα ένιωθε όλα αυτά και με άλλους ανθρώπους ή μόλις χανόταν ο Αργύρης θ’ άρχιζε πάλι την ίδια συμπεριφορά. Αυτή τη συμπεριφορά που τώρα πια τη σιχαινόταν και ήθελε να τη ξεριζώσει από μέσα του. Τον ζήλευε τον Αργύρη, έβλεπε πως όλα αυτά που τον βασάνιζαν να τα κάνει πράξη, για τον Αργύρη ήταν μια φυσική συμπεριφορά. Τον ζήλευε αλλά δεν τον φθονούσε.
Στις εφτά ακριβώς πήγε να τον πάρει από το θάλαμο. Ντυνόταν ακόμα και τον περίμενε λίγο. Έφυγαν μετά από λίγο πλυμένοι και με καθαρά ρούχα.
– Για πού λες να πάμε; Ρώτησε ο Αργύρης.
– Πάμε πρώτα για φαγητό; Δεν έχω φάει τίποτα όλη μέρα και πεινάω.
– Μη μεγαλοπιάνεσαι μαλακισμένο, έχω πολύ λίγα λεφτά. Κανένα σουβλάκι θα φάμε και καμιά καφετέρια να χαζέψουμε καμιά γκόμενα.
– Θέλω να σε κεράσω εγώ σήμερα, αν δεν σε πειράζει.
– Και τι είμαι ρε μαλάκα για να με κεράσεις, γκόμενά σου; Όχι δεν θέλω.
– Έλα ρε μαλάκα μη στραβώνεις με παίρνει να σε κεράσω, έχω λεφτά. Με κερνάς και εσύ όποτε έχεις.
– Καλά πλήρωσε εσύ. Περιμένω να μου στείλουν κάτι λεφτά και μόλις τα πάρω θα σου τα δώσω.
Ήταν πολύ περήφανος σε τέτοια θέματα. Δεν ήθελε να έχει υποχρέωση σε κανένα. Αν δεν είχε δικά του λεφτά δεν ζήταγε ποτέ δανεικά. Προτιμούσε μέχρι και να μη καπνίσει.
Έφτασαν στο χωριό με το λεωφορείο.
– Ξέρω μια ωραία ταβέρνα εδώ πιο κάτω. Είναι ήσυχη και έχει ωραία φαγητά. Θέλεις να πάμε; Ρώτησε ο Κυριάκος.
– Πάμε αλλά να μην είναι ακριβή, ακούς;
– Δεν είναι μη φοβάσαι ρε μαλάκα εμπιστέψου με σήμερα και θα περάσεις καλά.
– Μη με λες μαλάκα ρε συ στραβώνω σου είπα, μη σου γαμήσω τίποτα, επίτηδες το κάνεις; Αγρίεψε πάλι και τρόμαξε ο Κυριάκος.
– Εντάξει ρε συ με συγχωρείς. Εσύ όμως γιατί με λες μαλάκα;
– Δεν σε λέω μαλάκα σε λέω μαλακισμένο, δεν είναι το ίδιο. Άντε να δω πότε θα το καταλάβεις.
Η ταβέρνα ήταν πολύ γλυκιά και ήσυχη. Κάθισαν στην αυλή που τη σκέπαζε μια τεράστια περιποιημένη μουριά. Άφησε τον Αργύρη να παραγγείλει, δεν ήθελε να τον κάνει να νιώθει άσχημα που δεν είχε λεφτά, αλλά και για να του δείξει πως αναγνωρίζει τη κυριαρχία του. Μικρές κινήσεις αλλά σημαντικά διαφορετικές σε σχέση με ότι έκανε άλλες φορές.
Παρήγγειλε παϊδάκια πατάτες και ορεκτικά και ένα κιλό κρασί ντόπιο.
– Έχουν ωραίο κρασάκι εδώ στην περιοχή, το έχω ξαναπιεί και κάνει ωραίο κεφάλι. Πίνεις καθόλου ρε ή το φοβάσαι το ποτό; Ήταν ειρωνικό το ύφος του αλλά όχι επιθετικό.
– Δεν πίνω πολύ αλλά τώρα τελευταία έχει αρχίσει να μου αρέσει με την παρέα.
Ήρθαν τα ορεκτικά και το κρασί και έβαλε στα ποτήρια ο Αργύρης.
– Άντε στη υγειά σου και καλά μυαλά.
– Πάλι μου τη λες, αφού σου ζήτησα συγνώμη.
– Έλα παραπονιάρικο πλάκα σου κάνω.
– Στην υγειά σου.
Το κλίμα μεταξύ τους ήταν χαλαρό και είχε αρχίσει να γίνεται και φιλικό. Ήταν και μια αμηχανία διάχυτη στον αέρα. Ένιωθαν και οι δύο πως είχαν να πουν δύσκολα πράγματα, αλλά σαν να μην υπήρχε πια η αντιπαλότητα που είχε δημιουργηθεί με τα τελευταία επεισόδια.
Ο Κυριάκος μετά την απόφαση που πήρε για να μιλήσει στον Αργύρη, δεν ήξερε πώς να ξεκινήσει.
Αυτό συμβαίνει όταν η συμπεριφορά είναι εγκλωβισμένη σε αντιλήψεις από το παρελθόν. Αυτή η συμπεριφορά που εγκλωβίστηκε και φώλιασε μέσα του, τον δυσκόλευε να πει για όλα αυτά που πίστευε. Ήταν σαν ένα παιδάκι που μαθαίνει να περπατάει. Αποφάσισε πως όσες φορές και να πέσει θα περπάταγε τελικά. Έβλεπε στον Αργύρη αυτόν που ίσως να του μάθαινε τα πρώτα βήματα και ίσως τον γλύτωνε από μερικά πεσίματα. Αλλά δεν το θεωρούσε πια σωστό να το ζητήσει, θα έπαιρνε ότι του έδινε. Άλλη φορά θα τα είχε πάει τα πράγματα εκεί που ήθελε, μα από τότε που τον εμπιστεύθηκε δεν θα έκανε κανένα από τα κόλπα του. Άλλωστε δεν ήταν βλάκας ο άλλος θα τον καταλάβαινε αμέσως και στη καλύτερη περίπτωση θα τον παράταγε να φύγει. Αν δεν τον έβριζε κιόλας.
Ήπιανε το πρώτο μισόκιλο ψιλοκουβεντιάζοντας για την μονάδα έτσι για να σπάσει λίγο ο πάγος και να βοηθήσει το κρασί να ανοίξει λίγο το στόμα.
– Λοιπόν μαλακισμένο σ’ ακούω, είπε ξαφνικά ο Αργύρης. Είμαι πολύ περίεργος να δω τι θ’ ακούσω. Το έλεγε λίγο περιπαιχτικά για να τον κομπλάρει λίγο.
– Έλα ρε βοήθα και εσύ λίγο, μου είναι δύσκολο να ανοιχτώ, δεν το έχω κάνει ποτέ.
– Δεν έχει βοήθεια από κανένα, ό,τι κάνεις θα το κάνεις μόνος σου, του είπε αυστηρά. Άλλωστε μόνος σου έκανες όλες αυτές τις μαλακίες.
– Έχεις δίκιο. Το μόνο που φοβάμαι είναι μήπως με αυτά που θα σου πω δεν θα θέλεις να με ξαναδείς.
– Μη φοβάσαι, έχουν δει πολλά τα μάτια μου και αυτούς που δεν διώχνω ποτέ από κοντά μου είναι μόνο αυτοί που λένε αλήθεια. Άλλωστε είσαι μικρούλης μπροστά μου, σου ρίχνω τρία χρόνια από τις αναβολές που είχα πάρει. Όσο δύσκολα ή άσχημα είναι πες τα μου να φύγουν τουλάχιστον από μέσα σου. Τώρα αν χρειαστεί να φας και λίγο ξύλο για να μη τα ξανακάνεις, δε τρέχει τίποτα, είπε γελώντας επειδή τον κοίταζε έντονα ο Κυριάκος να καταλάβει μήπως το εννοεί. Ακόμα πόναγε από το προηγούμενο ξύλο. Έλα ρε λέγε πλάκα σου κάνω.
Έτσι γλυκά που τον μάλωνε χαλάρωσε λίγο ο Κυριάκος και άρχισε να μιλάει. Χείμαρρος ο λόγος του. Ξεκίνησε να του λέει από το επεισόδιο με τον Δημήτρη τον υδραυλικό. Το τρόμο που ένιωσε όταν τον αποκάλυψε και που αποφάσισε να μη ξανακαταλάβει ποτέ κανένας πως αισθάνεται και τι σκέφτεται. Όσοι και αν πέρασαν δίπλα του ποτέ κανείς δεν έμαθε τι άνθρωπος ήταν. Αυτό του έγινε συνήθεια και δεν μπορούσε να συμπεριφερθεί διαφορετικά. Έμαθε μόνο να χειρίζεται τους ανθρώπους και να τους χρησιμοποιεί για να περνάει καλά. Πολλές φορές κινδύνεψε και ταλαιπωρήθηκε, αλλά δεν φοβόταν. Είχε μάθει πολλές τεχνικές για να το κάνει. Υπήρξαν πολλοί που δεν έπρεπε να τους φερθεί έτσι, αλλά δεν ένιωθε τίποτα για κανέναν. Τους κρατούσε δίπλα του μόνο όσο τους χρειαζόταν, μετά έφευγε χωρίς να έχει κανένα πρόβλημα και χωρίς να πιστεύει πως έπρεπε να δώσει καμιά εξήγηση. Σου ακούγονται απαίσια, αλλά πίστευα πως έτσι έπρεπε να συμπεριφέρομαι. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να μου εξηγήσει πως δεν είναι σωστό ή τι άλλο να κάνω. Του είπε για τα επεισόδια με τον Κώστα που ήταν και κολλητός του, τις βίζιτες με τον Άλκη και που κατέληξαν και τέλος την υπόθεση με τη μονάδα.
Άφωνος τον άκουγε ο Αργύρης.
– Στη μονάδα τι έχει γίνει κατάφερε να ρωτήσει.
– Μη βιάζεσαι θα σου τα πω όλα. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημά μου ήταν τα βράδια όταν ήμουνα μόνος, ήταν απαίσια, με έπνιγαν οι ενοχές για όσα έκανα, αλλά το πρωί ξεκίναγα πάλι τα ίδια. Αυτός ήταν και ο λόγος που έφυγα από το θάλαμο, δεν ήθελα να με βλέπει κανείς σ’ αυτήν την κατάσταση. Ούτε αυτό ήταν αρκετό και ζητούσα από τον Παύλο πολλές φορές να μείνει μαζί μου. Ήταν αβάσταχτες αυτές οι νύχτες για να τις περάσω μόνος μου. Χωρίς κανένας να το καταλαβαίνει γιατί το έκρυβα, με όλα αυτά ένιωθα ένα τίποτα, ένα σκουπίδι όπως σωστά με είπες. Όταν ήρθα στη μονάδα, κατάφερα μέσα σε λίγο καιρό να μάθω όλα αυτά που κάνει ο Διοικητής. Του τα εξήγησε με λεπτομέρειες τα καμώματα του Διοικητή με τους μετανάστες, τον Μπάμπη, τις πουτάνες, τα ραντεβού του με τους Βούλγαρους και τις κομπίνες με τους προμηθευτές. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πως δεν μπορεί να μένω έξω από όλα αυτά και το τόσο χρήμα που κυκλοφορούσε. Από εκεί είναι και τα λεφτά που σου έδωσα να φυλάς. Θέλω να αποφασίσεις εσύ τι να τα κάνω. Και ότι αποφασίσεις θα γίνει.
Τα είπε με μιας όλα σχεδόν χωρίς να πάρει αναπνοή. Αν σταματούσε ήταν σίγουρος πως δεν θα μπορούσε να συνεχίσει.
Έπεσε για λίγο μια σιωπή που νόμιζε κανείς πως είχε ήχο. Μια σιωπή που ηχούσε σαν χίλιες λέξεις. Το βάρος για κάτι τόσο κακό και άσχημο και ανήθικο που κρατάει κανείς μέσα του, είναι τεράστιο. Αν αυτό διαρκέσει πολύ καιρό τότε σου γίνεται έμμονη ιδέα και δεν μπορείς να ησυχάσεις. Σε κυνηγάει συνέχεια όσο το κρατάς μόνος σου. Όταν τελικά καταφέρεις να το αποκαλύψεις σε κάποιον τότε το βάρος γίνεται μισό γιατί το έχεις μοιραστεί. Οι συνέπειες όμως τις περισσότερες φορές είναι πολύ σκληρές. Τυχερός θα είναι αυτός που θα το εξομολογηθεί σε κάποιον που θα δείξει κατανόηση. Αυτά σκεφτόταν ο Κυριάκος όταν τελείωσε. Είχε όμως μεγάλη αγωνία και φόβο για το πώς θ’ αντιδράσει ο Αργύρης. Χρειαζόταν τόσο πολύ την κατανόησή του αυτήν τη στιγμή, μα θα τον άφηνε ν’ αποφασίσει αυτός ό,τι ήθελε. Ντρεπόταν να τη ζητήσει. Δεν πίστευε πως την άξιζε. Ήταν όμως και ξαλαφρωμένος σαν να είχε κάνει εμετό κάτι που τον δηλητηρίαζε για χρόνια. Αυτό τον ανακούφιζε κάπως. Ήταν τόσο έντονα αυτά τα συναισθήματα που πάλι του ήρθε να βάλει τα κλάματα. Βούρκωσε αλλά κρατήθηκε. Δεν ήθελε να τον λυπηθεί ο Αργύρης.
– Τι λες ρε, μα τι άνθρωπος είσαι; Ούτε που θα μπορούσα να τα φανταστώ όλα αυτά. Μα καλά δεν φοβόσουνα με τόσο δύσκολα πράγματα που είσαι μπλεγμένος;
– Δεν ένιωσα ποτέ φόβο, εκτός από την περίπτωση με το ξύλο που έφαγα από τον Αλβανό του Άλκη, αλλά και αυτό μπόρεσα τελικά να το χειριστώ γιατί μπορεί να με είχαν καθαρίσει.
– Ρε μαλακισμένο είναι πολύ επικίνδυνα πράγματα αυτά, τουλάχιστον εδώ φρόντισες να είσαι καλυμμένος;
– Ναι τα έχω φροντίσει όλα, μην ανησυχείς.
– Εμένα γιατί με διάλεξες να μου μιλήσεις;
– Όταν μου είπες πως ξέρεις τι είναι αυτό που με κάνει να πετάγομαι επάνω την ώρα που πάει να με πάρει ο ύπνος, ήμουνα σίγουρος πως μόνο εσύ θα μπορούσες να με καταλάβεις. Δεν μου είχε ξανατύχει, και από τότε που άρχισα να σε εμπιστεύομαι και να χαλαρώνω λίγο μαζί σου, άρχισε και ο ύπνος μου να γίνεται πιο ήσυχος.
Έμεινε για αρκετή ώρα σιωπηλός ο Αργύρης. Του έπεσαν κι εκείνου πολύ βαριά όλα αυτά. Χρειαζόταν λίγο χρόνο να τα χωνέψει και να τα βάλει όσο μπορούσε σε μια σειρά μέσα στο μυαλό του. Όταν κάποιος ακούσει μια τόσο βαριά εξομολόγηση, και μόνο που τα μαθαίνει είναι σαν να τον παίρνει το κύμα αυτών που ειπώθηκαν και τον παρασύρει και εκείνον μαζί. Πρέπει να κολυμπήσει και αυτός μέσα του για να φτάσει στην ακτή. Δυνατός άντρας ο Αργύρης μπορούσε να κολυμπήσει. Δεν κώλωνε εύκολα. Αυτό εδώ όμως του ήταν πολύ. Δεν του είχε ξανατύχει. Ανάμικτα συναισθήματα ένιωσε για τον Κυριάκο. Θυμό, απέχθεια, αηδία αλλά και συμπόνια. Τώρα άρχισε λίγο να καταλαβαίνει πόσο σκληρά και δύσκολα χρόνια είχε περάσει. Τον κοίταζε έντονα στα μάτια προσπαθώντας να μπει λίγο μέσα στη ψυχή του για να καταλάβει πόσο πολύ τον έχουν πονέσει όλα αυτά. Και πόσο μόνος πρέπει να ήταν όταν τα έκανε. Αυτό που εκτίμησε πολύ όμως ήταν πως είχε επίγνωση πάντα για το πόσο άσχημα ήταν όλα αυτά και ένιωθε ενοχές και σιχαινόταν τον εαυτό του. Ήταν για το μυαλό και τη νοοτροπία του Αργύρη ένα μεγάλο δείγμα ηθικής. Μέτρησε πολύ μέσα του και αυτό έγειρε τη πλάστιγγα περισσότερο προς τη κατανόηση και λιγότερο προς την απέχθεια. Το διέκρινε στη ματιά του ο Κυριάκος και τότε δεν μπόρεσε να κρατηθεί και ξέσπασε σε λυγμούς.
– Δεν έπεσα έξω μαλακισμένο όταν σε είδα καυλωμένο στα μπάνια, είπε για να σπάσει λίγο τη παγωμάρα που ένιωθαν και οι δύο.
Του έδωσε ένα χαρτομάντιλο να σκουπιστεί.
– Και σταμάτα να κλαις σα χαζογκόμενα, άσε να σκεφτούμε λίγο τι θα κάνουμε.
Ήταν ότι καλύτερο θα μπορούσε ν’ ακούσει ο Κυριάκος. Και μόνο που σκεφτόταν πως είχε διάθεση να του συμπαρασταθεί, ηρεμούσε βαθιά μέσα του. Δεν ήταν μόνος χωρίς να το ζητήσει και χωρίς να χειριστεί τον Αργύρη ούτε μια φορά. Σαν θαύμα του φαινόταν.
Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό του Αργύρη. Ήταν η γκόμενά του από την Αθήνα. Σηκώθηκε και πήγε να μιλήσει λίγο πιο κάτω, μα το τηλεφώνημα κράτησε πολύ λίγο. Το μυαλό του ήταν σε αυτά που άκουσε και δεν είχε διάθεση να μιλήσει πολύ. Τον κοίταξε στα μάτια μόλις κάθισε και του είπε αστειευόμενος:
– Ρε μαλακισμένο είπα να βγούμε να φάμε κάτι και να βρούμε και κανένα μουνάκι να πηδήξουμε και με όλα αυτά που μου είπες δεν έχω διάθεση για τίποτα. Πάμε να φύγουμε να περπατήσουμε λίγο. Θέλω να πάρω αέρα.
Φώναξε το σερβιτόρο χωρίς να περιμένει την απάντηση του Κυριάκου, πλήρωσαν και έφυγαν.
Στο δρόμο για πολλή ώρα ήταν σιωπηλοί και οι δύο. Περπατούσε λίγο πίσω του ο Κυριάκος. Ήθελε να τον αφήσει μόνο του με τις σκέψεις του. Παρατηρούσε από πίσω τη κίνηση του σώματός του. Το περπάτημά του ήταν αγέρωχο και επιθετικό. Οι κινήσεις των χεριών του και ιδιαίτερα της πλάτης του ήταν σαν θυμωμένες. Σαν το πολεμιστή που πήγαινε στη μάχη. Πόσο θα ‘θελε να αγκαλιάσει αυτήν την πλάτη. Με αυτή τη σκέψη καύλωσε λίγο, αλλά αμέσως ντράπηκε και φοβήθηκε. Τον φοβόταν τον Αργύρη αλλά τον σεβόταν κιόλας και ένιωθε σιγουριά όταν ήταν κοντά του.
– Θέλεις να πάμε στο μαγαζί του Μπάμπη για κανένα ποτό; Ρώτησε ο Κυριάκος έτσι για να σπάσει τη σιωπή λίγο. Είχε αρχίσει πάλι να ανησυχεί που δεν μίλαγε καθόλου ο Αργύρης.
– Πάμε, θέλω να τους γνωρίσω και τον Μπάμπη και το μπάρμαν. Τι έγινε τον πεθύμησες τον εραστή σου; Εννοούσε το μπάρμαν και γέλασε κοροϊδευτικά.
– Γιατί ρε μου κάνεις πλάκα, σου έχει ξανά ποτέ ανοιχτεί κανένας και να σου τα πει όλα όπως εγώ;
– Μα δεν ξέρω και κανένα που να έχει κάνει τόσα πολλά όσα εσύ ρε. Έλα πάμε.
Το μαγαζί δεν ήταν πολύ μακριά. Όταν μπήκαν μέσα φωτίστηκε το πρόσωπο του Μπάμπη.
– Καλώς τα παιδιά τα δικά μας.
– Καλησπέρα
– Καθίστε ότι πάρετε κερασμένα από εμένα, και τα ποτά και οι γυναίκες τους είπε χαμογελώντας.
Έκανε νόημα να φέρουν ποτά και να έρθουν και δυο πουτάνες στο τραπέζι. Μόλις απομακρύνθηκε κοίταξε αγριεμένος το μπάρμαν και του είπε:
– Πολύ τον καψούρεψες μαλάκα τον πιτσιρικά. Σου κουβάλησε και το γκόμενο μέσα στη μούρη σου, μεγάλε γαμιά.
Βαριά και μεγάλη προσβολή για το μπάρμαν αυτό που του είπε ο Μπάμπης. Έφερε τα ποτά και κοίταζε πιο έντονα τον Αργύρη από τον Κυριάκο.
– Καλησπέρα παιδιά, όλα καλά; Πως από τα μέρη μας;
Ήταν φανερή η αμηχανία του μπάρμαν. Το βλέμμα του συναντήθηκε με το βλέμμα του Αργύρη. Ήθελε να δει σε τι ήταν καλύτερος. Πάντα προσπαθούσε να συγκριθεί με τους άλλους και αν κάποιος του έκανε για καλύτερος, τότε γινόταν επιθετικός και απότομος. Αν μπορούσε θα του έριχνε μπουνιά, αλλά δεν ήταν σίγουρος πως ο Αργύρης ήταν ο καινούριος του εραστής. Κατάλαβε ο Αργύρης τι σκέφτεται και πήρε το σώμα του τη θέση της επιφυλακής. Χαμογελώντας όμως του είπε:
– Καλησπέρα φίλε, ωραία κορίτσια έχετε στο μαγαζί σας.
Είχε το υπεροπτικό ύφος του κατακτητή και αυτό τον έπεισε το μπάρμαν πως σίγουρα είναι ο καινούριος.
– Κάνουμε ότι καλύτερο για τους πελάτες μας.
Ήρθαν οι πουτάνες και κάθισαν μαζί τους. Το μάτι του Αργύρη άνοιξε μόλις τις είδε. Άρχισε αμέσως να τις χαϊδεύει και να του τρέχουν τα σάλια. Καιρό είχε να νιώσει τη γυναικεία παρουσία και καύλωσε πολύ. Η μυρωδιά τους, οι καμπύλες τους και ειδικά το πουτανίστικο και ναζιάρικο ύφος τους τον έκαναν να νιώθει πως είναι μέσα στα νερά του. Ο Κυριάκος τον κοίταζε και χαιρόταν. Είχε γίνει πολύ βαριά η ατμόσφαιρα με όλα όσα είχαν πει και ήθελε και αυτός να ξεσκάσει λίγο. Αλλά δεν του έλεγαν τίποτα ερωτικά οι γυναίκες και μιλούσαν σχεδόν φιλικά με τη δικιά του πουτάνα. Πίνανε ποτά από τα καλά όχι τις μπόμπες και δεν τους πείραξε. Ήταν μετά από πολύ καιρό χαρούμενος και είχε διάθεση για γλέντι. Όταν πήγε να κατουρήσει τον πήρε από πίσω ο μπάρμαν.
– Μας ξέχασες, του είπε την ώρα που κατούραγε δίπλα του. Φρόντισε να του κάνει και επίδειξη.
– Μη βιάζεσαι ρε, θα κάνουμε μεγάλη δουλειά σου είπα.
– Δεν εννοούσα μόνο τη δουλειά, περίμενα να ξαναβρεθούμε μόνοι μας, αφού είδες πόσο σε γουστάρω.
Ναι αυτό ακριβώς είδα μαλάκα, σκέφτηκε ο Κυριάκος αλλά ήθελε να τον αποφύγει και να γυρίσει γρήγορα κοντά στον Αργύρη.
– Θα σε πάρω πολύ σύντομα και εγώ σε γουστάρω του είπε κοιτάζοντας τον μπροστά. Σταμάτα τώρα μη καταλάβει τίποτα ο κολλητός μου και δεν θέλω.
– Εντάξει θα περιμένω.
– Ο μπάρμαν δεν πείστηκε τα ήξερε αυτά τα καμώματα από τις γκόμενες, αλλά δεν είπε τίποτα. Έφυγε πιο θυμωμένος από πριν. Το έφερε πολύ βαριά που τον απέρριψε το μεγάλο εραστή ένας πούστης και θόλωσε το μυαλό του. Δεν τον ένοιαζε τόσο η δουλειά αλλά που θα τον κορόιδευε για πολύ καιρό ο Μπάμπης. Δεν θα του χάλαγε τη φήμη του μεγάλου εραστή αυτό το κωλόπαιδο.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *