ΖΑΚΕΤΑ (Πρώτο κεφάλαιο)

ΖΑΚΕΤΑ

Μεγάλο γεγονός για την γειτονιά. Παντρευόταν η καλύτερη φίλη της μάνας του Κυριάκου. Η Ασπασία. Πολύ μικρότερη από τη μάνα του, όμορφη ψηλή και σπουδαγμένη. Παντρευόταν τον Δημήτρη τον υδραυλικό. Είχε μια αδυναμία στους υδραυλικούς ο Κυριάκος από τότε που χρειάστηκε να επισκευάσουν την αποχέτευση στο σπίτι του. Εμφανίστηκαν δυο υδραυλικοί παίδαροι με τα σορτσάκια τους και τις ποδάρες τους γεμάτες τρίχες. Λες και επίτηδες έκαναν συνέχεια ότι μπορούσαν για να φαίνεται λίγο το άσπρο σλιπάκι από μέσα από το σορτσάκι και να λιγώνονται οι νοικοκυρές.
Το ίδιο και ο Κυριάκος. Ήταν μόνο στα δώδεκα αλλά σαν να του άρεσαν πιο πολύ οι άντρες από τα κορίτσια. Από τότε κάτι του έκανε το επάγγελμα. Τον ηδόνιζε όποτε άκουγε πως κάποιος είναι υδραυλικός. Μόλις γνώρισε τον αρραβωνιαστικό της Ασπασίας ταράχτηκε πολύ. Πανύψηλος με κατάμαυρα μαλλιά και μάτια και σώμα γυμνασμένο από την οικοδομή που δούλευε. Ήθελε συνέχεια να είναι κοντά του. Ο Δημήτρης νόμιζε πως του άρεσε το επάγγελμα και πως ήθελε να μάθει την τέχνη. Έτσι τον είχε κι εκείνος από κοντά. Από όπου πέρναγε ο Δημήτρης όλες οι κοπέλες τον κοίταζαν κρυφά και χαμήλωναν το κεφάλι κοκκινίζοντας από τον κρυφό πόθο που ένιωθαν.
Μουρντάρικο το μάτι του Δημήτρη δεν άφηνε καμιά να μην την πειράξει. Το είχε μυριστεί η Ασπασία και έλεγε συνέχεια στον Κυριάκο να προσέχει μην της πει τίποτα γιατί βαριόταν τη γκρίνια της. Ήταν μια μυστική συμφωνία που είχαν κάνει οι δυο τους που τον έκανε περήφανο, αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού του σκεφτόταν πως έτσι τον έχει και στο χέρι. Μια φορά μάλιστα που πήγε ξαφνικά στο σπίτι του μόλις έβγαινε μια άγνωστη και μπαίνοντας μέσα είδε το Δημήτρη με το σώβρακο και τρομαγμένο που τον έπιασαν στα πράσα. Τον έβαλε να του ορκιστεί πως δεν θα έλεγε σε κανέναν τίποτα γι’ αυτό που είδε και του εξήγησε πως όταν μεγαλώσει θα καταλάβει πως ο άντρας δεν γίνεται να μη πηγαίνει με πολλές γυναίκες. Έτσι είναι η φύση του. Ζήλεψε πολύ ο Κυριάκος χωρίς να το καλοκαταλαβαίνει, γιατί ήθελε να αγαπάει μόνο εκείνον και όχι άλλες γυναίκες. Δεν είπε όμως τίποτα το κράτησε για τον εαυτό του. Από τότε τον έπαιρνε πιο συχνά μαζί του ο Δημήτρης προσπαθώντας να τον καλοπιάνει για να μη πει τίποτα στην Ασπασία και τρέχει και δε φτάνει. Το κράτησε το μυστικό ο Κυριάκος και δεν είπε σε κανένα τίποτα για καιρό.
Νοίκιασαν ένα σπίτι στα Πετράλωνα ο Δημήτρης με την Ασπασία για να μείνουν όταν παντρευτούν. Άρχισε να το φτιάχνει το σπίτι, να το βάφει να φτιάχνει τα υδραυλικά του τα ηλεκτρολογικά του, όλα. Έπιαναν τα χέρια του και δεν ήθελε να πληρώσει ξένους για τα μαστορέματα. Έπαιρνε συχνά τον Κυριάκο για παρέα αλλά και για να τον έχει από κοντά. Τον χαρτζιλίκωνε κιόλας και είχε να κάνει πια η μάνα του Κυριάκου για το πόσο τυχερή ήταν η Ασπασία με το παιδί που θα παντρευόταν. Και πόσο αγαπούσε και τα παιδιά, να τον γιό μου τον έχει συνέχεια κοντά του και του μαθαίνει και τη δουλειά, έλεγε παντού.
Ήταν μεσημέρι Κυριακής όταν ήταν μόνοι τους στο καινούριο σπίτι με το Δημήτρη, Τέλειωνε κάτι με τις βρύσες του μπάνιου όταν πρόσεξε ο Κυριάκος πως το ένα πορτατίφ στη κρεβατοκάμαρα ήταν σπασμένο.
– Πως έσπασε; ρώτησε.
Γύρισε και τον κοίταξε ο Δημήτρης και του είπε χαμογελώντας:
– Άρχισε πάλι τη γκρίνια η Ασπασία και μόλις αγρίεψα και έσπασα το πορτατίφ, το βούλωσε. Έτσι θέλουν οι γυναίκες. Αν δεν τις αγριέψεις από την αρχή σου παίρνουν τον αέρα και μετά σε καβαλάνε, του εξήγησε ψάχνοντας για τσιγάρα.
– Γαμώτο μου τέλειωσαν, πετάγεσαι μέχρι το περίπτερο να πάρεις μέχρι να κάνω ένα μπανάκι για να πάμε να φάμε μετά;
Του έδωσε λεφτά, ήταν και λίγο περισσότερα από όσο κόστιζαν, του είπε να τα κρατήσει και μπήκε στο μπάνιο. Ο Κυριάκος στη ιδέα του γυμνού Δημήτρη στο μπάνιο ταράχτηκε. Άνοιξε και έκλεισε την εξώπορτα για να νομίζει πως έφυγε, και γονάτισε κοιτάζοντας από την κλειδαρότρυπα το Δημήτρη να γδύνεται. Η καρδιά του πήγε να σπάσει από την ταραχή που ένιωσε. Ήταν πολύ ωραίο το σώμα του και έμεινε να το χαζεύει για λίγο. Από τη ταραχή του δεν πρόλαβε να σηκωθεί γιατί δεν κατάλαβε πως θα έβγαινε ο Δημήτρης. Είχε ξεχάσει να πάρει την πετσέτα και νομίζοντας πως είναι μόνος στο άδειο σπίτι βγήκε γυμνός. Έπεσε σχεδόν επάνω του, από τη φόρα που είχε ανοίγοντας τη πόρτα, φέρνοντας το γυμνό του σώμα στο πρόσωπο του γονατισμένου Κυριάκου. Τα ‘χασαν και οι δύο για μια στιγμή. Αμέσως συνήλθε ο Δημήτρης και άρχισε να του φωνάζει και να τον βρίζει. Πήγε μάλιστα να τον χτυπήσει και τον απείλησε πως θα τα πει όλα στην μάνα του και στον πατέρα του. Τον είχε ακούσει πολλές φορές να λέει πως τους σιχαινόταν τους πούστηδες. Συνήλθε ο Κυριάκος και αμέσως, με σοβαρό ύφος για να γινόταν πιο πιστευτός, του είπε πως αν τον μαρτυρήσει θα πει κι αυτός για τις γκόμενες που πήγαινε κρυφά στην Ασπασία. Μαζεύτηκε σκεφτόμενος πως μπορεί να μπλέξει άσχημα με αυτό το κωλόπαιδο.
– Άντε γαμήσου τσόγλανε φύγε και μη σε ξαναδώ στα μάτια μου, του είπε αγριεμένος.
Όταν έφυγε ο Κυριάκος έτρεμαν τα πόδια του από το φόβο. Πήρε το πρώτο πιο σημαντικό μάθημα της ζωής του. Πως δεν του επιτρέπεται να δείχνει αυτό που αισθάνεται γιατί κινδυνεύει. Έτσι χαράχτηκε στην ψυχή του το επεισόδιο. Κλείστηκε στον εαυτό του και άρχισε να προσέχει πολύ τι λέει και σε ποιον. Ορκίστηκε πως δεν θα ξανακαταλάβει κανείς ποτέ τι πραγματικά σκεφτόταν. Άρχισε να βαδίζει τον μακρύ και κουραστικό δρόμο της κρυψίνοιας. Να προσποιείται συνέχεια και να λέει συστηματικά ψέματα για όλα και σε όλους. Αυτό που τον φόβιζε περισσότερο ήταν μην μιλήσει σε κανέναν ο Δημήτρης και μαθευτεί πως του αρέσουν οι άντρες. Τον έπιανε τρόμος σ’ αυτήν τη σκέψη.
Αλλά είχε θυμώσει μαζί του. Προσβλήθηκε πολύ και ήθελε να πάρει το αίμα του πίσω. Μια σταλιά παιδί και πήγαινε μετά και τον εκβίαζε για να του δίνει λεφτά. Απλός άνθρωπος ο άλλος δεν μπορούσε να πιστέψει τι φίδι είναι αυτός ο πιτσιρικάς. Ο κίνδυνος όμως να μάθει η Ασπασία τίποτα ήταν μεγάλος και έκανε πίσω. Έκανε πίσω γιατί συνέχισε να ξενοπηδάει και μάλιστα μια φορά τον παρακολούθησε ο Κυριάκος και εμφανίστηκε μπροστά του την ώρα που ήταν αγκαλιά με μια γκόμενα στο πάρκο. Δεν πήγε κοντά, αλλά φρόντισε να τον δει και πάγωσε με το θράσος του. Και του ξαναέδωσε λεφτά. Απομάκρυνε την Ασπασία από τη μάνα του Κυριάκου και χάθηκαν. Έτσι μόνο ησύχασε από το κωλόπαιδο που είχε μπλέξει. Και δεν μπορούσε να το πει και σε κανένα γιατί θα τον έπαιρναν στο ψιλό.
Από τότε άρχισε να συμπεριφέρεται σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Στο σχολείο που πήγαινε κατάλαβαν όλοι πως δεν ήταν ο Κυριάκος που γνώριζαν, αλλά ήταν αδύνατο να του πάρεις πληροφορία για το τι έγινε και άλλαξε. Σφίγγα το στόμα του και αν έλεγε κάτι ήταν μόνο για να τους παραπλανήσει. Κλειστός και λιγομίλητος. Το μυαλό του συνέχεια σκεφτόταν πώς θα κάνει το δικό του μόνο. Πώς θα περάσει αυτός καλά αδιαφορώντας τελείως για τους άλλους. Ήθελε να χειριστεί τους πάντες και τα πάντα, να τους εξουσιάσει.
Καλός μαθητής δεν ήταν αλλά κατάφερνε πάντα να έχει τα καλύτερα σκονάκια στα διαγωνίσματα και να γράφει τέλεια χωρίς να μπορεί να τον καταλάβει κανένας. Ευρηματικός καθώς ήταν εύρισκε πάντα τα πιο απίθανα μέρη για να τα κρύβει. Τις ιδέες αυτές τις πούλαγε στους συμμαθητές του που έμεναν άφωνοι για το πώς μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο. Αυτός απλά έπαιρνε τα λεφτά. Μόνο αν του άρεσε κανένας από τη παρέα του, του έκανε δώρο το σκονάκι. Φυσικά ο άλλος δεν καταλάβαινε το λόγο γιατί τον παραπλανούσε με διάφορα πράγματα, πως τάχα τον εκτιμάει και τον σέβεται περισσότερο από τους υπόλοιπους. Μόνο αν είχε κάποιο όφελος μίλαγε σε κάποιον. Έτσι έγινε και με τον Κώστα τον συμμαθητή του. Ψηλόλιγνος και πρόωρα ανεπτυγμένος ο Κώστας, τον έβλεπε και του έτρεχαν τα σάλια. Τον έκανε κολλητό του. Για να μπορούν να είναι περισσότερη ώρα μαζί. Ειδικά μόνοι τους στο σπίτι στο δωμάτιό του. Έκαναν ατέλειωτες συζητήσεις για ώρες, μα το αγαπημένο θέμα του Κώστα ήταν οι γκόμενες. Μπορούσε να μιλάει όλη νύχτα για τα πηδήματα που είχε κάνει με πολλές από αυτές. Άρεσε στις γυναίκες και το απολάμβανε. Ήταν ωραίο παιδί και αυτό που ζήλευε πιο πολύ πάνω του ήταν τα μαλλιά του. Μαύρα στιλπνά και ίσια σε αντίθεση με τα δικά του που έπρεπε να περνάει ώρες με το πιστολάκι για να τα ισιώνει. Αλλά τον ποθούσε πολύ. Αυτός ήταν ο λόγος που ανεχόταν τόσες ώρες να τον ακούει να μιλάει για γκόμενες και να τις ζηλεύει και να μη μπορεί να κάνει τίποτα. Τις ζήλευε τόσο που έφτανε στο σημείο να τους στέλνει ανώνυμα μηνύματα στο κινητό τους, όταν ήταν με τον Κώστα, και να τους λέει πως βγαίνει και με κάποια άλλη. Γινόταν τότε τρικούβερτος καυγάς και ο Κυριάκος φρόντιζε να κατηγορεί την καινούρια που γνώρισε ο Κώστας. Και έφευγαν και οι δύο. Με αυτό το κόλπο δεν καθόταν καμιά μαζί του γιατί όλες πια είχαν μάθει πως δεν είναι πιστός και ας τους παρίστανε τον ερωτευμένο. Έβριζε και απειλούσε ο Κώστας θεούς και δαίμονες πως αν έπιανε αυτήν ή αυτόν που έστελνε τα μηνύματα θα τον σκότωνε. Στον Κυριάκο ούτε που πήγαινε το μυαλό του. Πώς θα μπορούσε άλλωστε ο κολλητός του να κάνει κάτι τέτοιο. Και να του το έλεγαν δεν θα το πίστευε. Είχε αγοράσει ένα καρτοκινητό που το ήξερε μόνο αυτός. Και άλλαζε συνέχεια αριθμούς για να μην τον καταλάβουν. Έφτασε στο σημείο ο Κώστας να μην μπορεί να σταυρώσει γκόμενα, και όχι μόνο αυτό, αλλά τον είχαν πάρει στο ψιλό οι υπόλοιποι φίλοι του και ας ορκιζόταν πως είναι αθώος. Είχε βρει τον τρόπο να τον έχει όλο και περισσότερες ώρες μαζί του. Έτσι γιατί δεν ήθελε να τον βλέπει με καμιά.
Το μήνυμα το έστελνε πάντα κρυφά όταν ήταν μαζί με τον Κώστα. Πήγαινε μέσα στο μπάνιο και όταν γύριζε περίμενε να ακούσει το τηλεφώνημα από τη γκόμενα με τον καυγά μετά το μήνυμά του. Όχι θα σε αφήσω να πηδιέσαι με τον Κώστα μου και εγώ να μη μπορώ να κάνω τίποτα, σκεφτόταν και το απολάμβανε. Και το χωρισμό τους αμέσως μετά. Αφού ήταν μαζί ήταν αδύνατο να το έχει κάνει ο Κυριάκος. Τέτοια μεθόδευση και πανουργία. Κόντευε να τον τρελάνει τον καημένο με τα καμώματά του. Το έκανε αρκετές φορές χωρίς ποτέ να καταλάβει κανένας τίποτα και χωρίς να το πει σε κανέναν. Και σαν να μην έφτανε αυτό, του έβαζε και λόγια πως τάχα κάποιος αντίζηλος το κάνει γιατί του πήρε τη γκόμενα. Και τον έβαζε το δόλιο να τσακώνεται με πιθανούς εχθρούς. Οι πιθανοί αντίζηλοι ήταν πάντα, τυχαία, αυτοί που δεν χώνευε ο Κυριάκος. Ή αυτοί που δεν του είχαν δώσει τα λεφτά για τα σκονάκια που τους έδωσε. Του είχε τυφλή εμπιστοσύνη ο Κώστας και μάλιστα ήταν σίγουρος πως τον προστάτευε κιόλας, αφού τον βοηθούσε τόσο πολύ στα μαθήματα. Όταν του άλλου του κερδίσεις την εμπιστοσύνη τότε μπορείς πιο εύκολα να τον κάνεις ότι θέλεις. Να τον πείσεις εύκολα για πράγματα που σε διαφορετική περίπτωση δεν θα το κατάφερνες με τίποτα. Απλός στο μυαλό ο Κώστας ούτε που του πέρναγε πως μπορεί ο κολλητός του να κάνει τέτοιες σκέψεις.
Παραξενευόταν βέβαια που δεν του άνοιγε ποτέ την ψυχή του, αλλά θα είναι από τους κλειστούς τύπους, σκεφτόταν και το άφηνε. Κάποιες φορές πνιγόταν από τον απόλυτο έλεγχο που προσπαθούσε να έχει επάνω του, αλλά αφηνόταν γιατί έτσι είχε συνηθίσει και από τη μάνα του και δεν του φαινόταν περίεργο. Τον έκανε να απολογείται συνέχεια για κάτι που δεν έκανε σωστά, για κάτι που δεν ήξερε ή δεν τα κατάφερνε καλά. Έπρεπε να τον χρειάζεται συνέχεια. Να τον κάνει να είναι εξαρτημένος από αυτόν. Και χρησιμοποιούσε πολλούς τρόπους απλούς ή σύνθετους για να το πετύχει.
Όλα τα έκανε για να μπορέσει να μείνει ο Κώστας σπίτι του. Να κοιμηθεί εκεί και να μην πάει στο δικό του. Για να τον παρηγορήσει ο Κυριάκος. Το μόνο που προσπαθούσε ο Κυριάκος ήταν να πιουν ποτά μέχρι αργά, για να μην μπορεί να φύγει με το μηχανάκι μετά και να κοιμηθεί στο σπίτι του. Μαζί του. Μεθυσμένοι τάχα, ο Κυριάκος άλλαζε τη βότκα με νερό κρυφά και παρίστανε τον μεθυσμένο. Δεν έπινε ποτέ για να μη χάνει τον έλεγχο. Και ο έλεγχος απαιτούσε νηφάλιο κεφάλι. Μόνο ο Κώστας έπρεπε να μεθύσει. Για να κοιμηθεί μαζί του στο ημίδιπλο κρεβάτι. Αφού τον γδύσει εκείνος γιατί μόνος του ήταν σε τέτοιο χάλι που δεν μπορούσε. Τι ηδονικό γδύσιμο και πόσο το απολάμβανε δε λέγεται. Έκανε πως τον έβριζε όση ώρα του έβγαζε τα ρούχα, αλλά λιγωνόταν που τον έβλεπε. Ειδικά όταν ήταν φρεσκοπλυμένος, σχεδόν πάντα δηλαδή, γιατί ήθελε να είναι πάντα έτοιμος για σεξ. Και τον έβριζε κιόλας δήθεν πως δεν μπορούσε να κοιμηθεί και έκανε να τραβηχτεί αλλά ο άλλος τον κράταγε, μέσα στον ύπνο του πάντα, πιο σφιχτά. Τώρα ύπνος ήταν ξύπνιος ήταν ποτέ τους δεν το συζήτησαν.
Το ίδιο έγινε και το προηγούμενο καλοκαίρι που θα πήγαιναν διακοπές με μια γκόμενα που κατάφερε παρά τις προσπάθειες του Κυριάκου να τη κρατήσει για κανένα δίμηνο.
Είχαν γίνει αντράκια πλέον, κόντευαν τα δεκαοχτώ, και ίσως ήταν το τελευταίο καλοκαίρι που θα μπορούσαν να πάνε μαζί διακοπές. Αυτό λοιπόν δεν θα το χάριζε σε καμιά γκόμενά του.
Τα περίμενε πια τα μηνύματα ο Κώστας και μόλις τη γνώρισε της είπε τι μπορεί να συμβεί και, εντελώς τυχαία, δεν ήρθε κανένα μήνυμα. Δεν το έστειλε αυτήν τη φορά ο Κυριάκος γιατί του το είπε. Λύσσαξε και σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα τη διώξει και θα πάει αυτός μαζί του. Όχι πως τον είχε ερωτευτεί. Με κανένα δεν θα ερωτευόταν απλά θα έκανε πάντα ό,τι ήθελε, θα τους χρησιμοποιούσε και μετά αν δεν τους ήθελε άλλο θα τους έδιωχνε. Και το βρήκε. Ο Παντελής θα τον έσωζε, ο συμμαθητής τους ο σκράπας στα μαθήματα. Είχε μείνει μετεξεταστέος για το Σεπτέμβρη και του έταξε ο Κυριάκος πως θα τον βοηθήσει να περάσει χωρίς να διαβάσει όλο το καλοκαίρι. Με τα σκονάκια που θα του έδινε. Σαν αντάλλαγμα θα έπαιρνε τον Κώστα να του πει πως πηδούσε πριν αυτός τη καινούρια του γκόμενα και πως τον είχε κολλήσει κονδυλώματα γι’ αυτό την παράτησε και πως ακόμα έτρεχε για καυτηριασμούς στου Συγγρού. Του εξήγησε ο Κυριάκος πως το κάνει για τον Κώστα επειδή είναι κολλητός του και η άλλη μέσα στη καψούρα της θέλει να μείνει έγκυος και να τον παντρευτεί. Για να σώσει τον κολλητό του δηλαδή. Το έφαγε το παραμύθι ο Παντελής, ήταν και οι εξετάσεις και μια μέρα πριν φύγουν πήρε τηλέφωνο τον Κώστα και του το είπε. Του πρότεινε μάλιστα να πάει να κοιταχτεί μήπως ήδη έχει κολλήσει τίποτα και δεν το έχει καταλάβει.
Το ήξερε αυτό το σενάριο γιατί τη μοναδική φορά που είχε κάνει σεξ με μια κοπέλα, με το ζόρι για να μην καταλάβουν τίποτα οι άλλοι, είχε κολλήσει κι αυτός και είδε και έπαθε με τη θεραπεία.
Έτρεμε τις αρρώστιες ο Κώστας και βρίσκοντας μια δικαιολογία, πως δήθεν του έκλεψαν το πορτοφόλι του με όλα τα λεφτά για τις διακοπές, ακύρωσε το ταξίδι, ζητώντας από τον Κυριάκο να τον ψάξει μήπως έχει τίποτα και δεν το έβλεπε εκείνος. Τον έψαχνε και απολάμβανε τα κάλλη του τρομαγμένου παίδαρου. Δεν βρήκε τίποτα και ξεκίνησαν μαζί για διακοπές στη Σχοινούσα οι δυο τους. Σε σκηνή δυο ατόμων. Μόνοι τους για δέκα μέρες. Τέλεια. Όχι θα τον άφηνε αυτή εδώ μόνο του καλοκαιριάτικα και θα πήγαιναν οι δυο τους διακοπές. Χαμογέλασε με αυτές τις σκέψεις ανεβαίνοντας στο καράβι αποχαιρετώντας τον Πειραιά.
Σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού προσπαθούσε, παριστάνοντας το στεναχωρημένο, να παρηγορήσει τον Κώστα που δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που του έτυχε πάλι.
– Ευτυχώς που σ’ έχω κι εσένα που με καταλαβαίνεις και είσαι κοντά μου,
είπε ο Κώστας, θεωρώντας τον εαυτό του τυχερό που είχε έναν τέτοιο φίλο.
– Βάλε ρε μαλάκα μια ζακέτα θα κρυώσεις, που μου κάθεσαι με το φανελάκι βραδιάτικα στο πέλαγος,
του απάντησε θέλοντας να διώξει το μελοδραματικό ύφος που είχε πάρει ο διάλογος.
Όσο πάντως και αν διαμαρτυρόταν πως δεν κρύωνε ο Κώστας, θα του το έλεγε τόσες πολλές φορές που τελικά θα τη φόραγε. Ή θα του έβαζε την ενοχή :
– Θα κρυώσεις και θα χαλάσουν οι διακοπές μας παλιοεγωίσταρε. Εγώ φταίω που συνέχεια σκέφτομαι τον Καλό σου και εσύ με γράφεις. Δεν έπρεπε να έρθω μαζί σου το βλέπω, δεν θα περάσουμε καλά με τις μαλακίες που κάνεις. (μαλακίες εννοούσε αυτό που έλεγε εκείνος και δεν το έκανε ο Κώστας). Με κουβάλησες μαλάκα μετά το χουνέρι που έπαθες με τη γκόμενα για να μην νιώθεις μοναξιά και ενώ είχα και αλλού να πάω, σκέφτηκα να μην αφήσω τον κολλητό μου μόνο του στη δύσκολη στιγμή του. Και τι παίρνω για αντάλλαγμα ; Την αδιαφορία σου γι’ αυτά που κάνω για το καλό σου.
Το τι σκαρφιζότανε δε λέγεται για τον πείσει να γίνει το δικό του. Όταν έβαζε κάτι στο μυαλό του δεν υπήρχε περίπτωση να μην το πετύχει. Του γινόταν έμμονη ιδέα και το σκεφτόταν συνέχεια προσπαθώντας να βρει τρόπο να το κάνει. Με τον τρόπο αυτό ένιωθε πως κυριαρχούσε πάνω στον άλλον και μπορούσε να κάνει αυτό που ήθελε για την ευχαρίστησή του και μόνο.
Είχε βάλει στο μυαλό να είναι ο Κώστας που θα τον ξεπαρθένευε.
Την τελευταία γκόμενα που είχε ο Κώστας τον έπεισε να τον αφήσει να τον δει να την πηδάει. Βάλανε κάμερα στο δωμάτιο και τον έπαιρνε μάτι. Ήταν πολύ καλός εραστής τελικά. Βογκούσε και φώναζε η γκόμενα από τα παιχνίδια που της έκανε και εκεί είδε καθαρά πως θα ‘θελε να είναι στη θέση της. Ζήλεψε αλλά όπως πάντα δεν είπε τίποτα. Από τότε του καρφώθηκε η ιδέα να πηδηχτεί μαζί του. Είχε όμως και ωραίο κώλο τριχωτό και τουρλωτό ο Κώστας, αλλά πού να τολμήσει να του τον πιάσει. Θα τον πλάκωνε στο ξύλο. Δεν μπορεί όμως κάτι θα σκεφτόταν.
Φτάσανε στο νησί και στήσανε τη σκηνή τους λίγο μακριά από τις υπόλοιπες. Ήθελε να είναι απομονωμένοι. Είχε το σκοπό του. Τη δεύτερη μέρα το βράδυ άρχισε το γνωστό του παιχνίδι ο Κυριάκος. Ήταν και οι δυο τους κοντά στα δέκα οκτώ πια. Αφού ήπιανε ένα μπουκάλι ουίσκι, δηλαδή ο Κώστας έπινε ο Κυριάκος το αντικαθιστούσε κρυφά με τσάι που είχε φτιάξει από πριν, άρχισε το γνωστό έργο των ενοχών.
– Τι έχεις ρε μαλάκα τον ρώτησε ο Κώστας.
Με τα χίλια ζόρια, υποτίθεται, του εξομολογήθηκε πως όταν ήταν πιο μικρός ένας μεγαλύτερος ξάδελφός του, τον χάιδευε και από τότε νόμιζε πως του άρεσε.
Πετάχτηκε επάνω ο Κώστας και άρχισε να βρίζει και να απειλεί πως θα τον σπάσει στο ξύλο το ξάδελφό του.
– Ηρέμησε, του είπε και το έχω τακτοποιήσει μόνος μου. Έχω όμως αμφιβολίες και φοβάμαι μήπως μετά από αυτό έχω γίνει πούστης και θέλω να με βοηθήσεις να το ξεπεράσω. Τόσα έχω κάνει για σένα μαλάκα και μια φορά σου ζητάω και εγώ κάτι και μάλλον δεν θέλεις να με βοηθήσεις.
Του ζητούσε να τον πηδήξει από υποχρέωση δηλαδή. Μισομεθυσμένος ο Κώστας και καυλωμένος, γιατί πώς να σταυρώσει γκόμενα όταν έχει δίπλα του τον Κυριάκο, τον ρώτησε:
– Δηλαδή τι θέλεις να κάνω;
Είναι και μπούφος σκέφτηκε ο Κυριάκος.
– Να θέλω να με πηδήξεις για να δω αν τελικά μου αρέσει, μόνο έτσι θα καταλάβω αν είμαι αδελφή ή όχι. Τι θέλεις να πάω να το ζητήσω από κανένα ξένο και να ξεφτιλιστώ. Όλα αυτά τα χρόνια με βασανίζει αυτή η σκέψη και δεν μπορώ να ησυχάσω. Αλλά δεν πειράζει άστο είσαι αχάριστος τελικά.
γυρίζοντας από την άλλη να κοιμηθεί τάχα. Του Κώστα του φάνηκε πως έκλαιγε κιόλας και στεναχωρήθηκε πολύ. Πράγματι έκανε πως μυξόκλαιγε ο Κυριάκος. Λύγισε ο άλλος και σκέφτηκε πόσο εγωιστής είναι. Τον αγκάλιασε λέγοντάς του:
– Ρε μαλάκα εγώ είμαι εδώ μη στενοχωριέσαι για τίποτα και θα κάνω ότι γουστάρεις για να νιώσεις καλύτερα και να δυναμώσει η φιλία μας.
Άρχισε να τον χαϊδεύει λίγο άγαρμπα και αμήχανα. Την περίμενε πολύ καιρό ο Κυριάκος αυτή τη στιγμή. Τώρα που ήταν τόσο κοντά του ένιωσε αυτό που ήξερε καλά που βίωναν οι γκόμενες μαζί του. Και αυτή η μυρωδιά που έβγαζε, τον τρέλαινε. Μύριζε θάλασσα και αντρίλα. Αλλά πιο πολύ τον απογείωναν τα χείλια του που του έγλειφαν και δάγκωναν τον ώμο του.
– Πρόσεχε μαλάκα να μη με πονέσεις.
Αυτό βρήκε μόνο να του πει και όχι όλη αυτή την ηδονή που αισθανόταν. Έμπειρος εραστής ο Κώστας ούτε που κατάλαβε ο Κυριάκος για πότε έχασε την παρθενιά του, εκεί μέσα στη σκηνή. Τον έβρισε όμως μετά γιατί υποτίθεται πως τον παίδεψε. Ψέματα έλεγε, ούτε την πρώτη του φορά δεν μπορούσε να χαρεί.
Ευτυχώς που είχε φροντίσει να βάλει τη σκηνή απόμερα και δεν τους άκουσε κανείς. Τους πήρε ο ύπνος, τον Κυριάκο να πλέει σε πελάγη ευτυχίας, και γιατί το χάρηκε, αλλά περισσότερο γιατί πέτυχε το σκοπό του.
Ήταν έντεκα περίπου όταν ξύπνησαν. Ο Κώστας είχε αγωνία να μάθει πως ένιωσε ο Κυριάκος. Σηκώθηκε πρώτος και πήγε να κατουρήσει και όταν γύρισε τον βρήκε να κάθεται μέσα στη σκηνή.
– Τι έγινε φιλαράκο όλα καλά;
Ρώτησε αμήχανα για να καταλάβει λίγο πως νιώθει ο φίλος του μετά τα χτεσινά. Ο Κυριάκος ήταν μουτρωμένος. Δεν είπε τίποτα και πήγε και κάθισε μόνος του στην παραλία. Σα σκυλάκι έτρεξε πίσω του ο Κώστας γιατί τρόμαξε με το ύφος του. Και πράγματι καθόταν και έκλαιγε σιγά και του είπε να τον αφήσει ήσυχο.
-Δεν είσαι φίλος τελικά του είπε.
Βαριά κουβέντα για το αντρίκιο μυαλό του Κώστα και πειράχτηκε.
-Γιατί ρε τι έκανα πάλι και μου τη λες πρωί πρωί.
Είχε βάλει μπροστά το δεύτερο μέρος του έργου ο Κυριάκος και θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει πιο δύσκολα μέσα. Έπρεπε να πηδήξει κι αυτός τον Κώστα αλλά αυτό ήταν σχεδόν αδύνατο. Δεν θα ψηνόταν με τίποτα. Αλλά θα το προσπαθούσε.
-Τι να σου πω ρε αναίσθητε, με βρήκες σε μια στιγμή αδυναμίας και αντί να με στηρίξεις και να μου πεις πως δεν είμαι αδελφή, εσύ επειδή ήθελες να κάνεις σεξ, με πήδηξες. Θα νιώθεις περήφανος γαμιάς με άλλο ένα θύμα σου. Αλλά το έκανες αυτό σε εμένα ρε συ, τον κολλητό σου; Εγώ μέσα στη σύγχυση της στιγμής δεν το σκέφτηκα, αλλά εσύ δεν έπρεπε να με προστατέψεις και να μη με κάνεις να σε ντρέπομαι;
– Εμένα να ντρέπεσαι ρε κολλητέ; Αφού ξέρεις τι τάφος είμαι άμα μου πει κάποιος ένα μυστικό. Ξέρεις πως δεν θα πω σε κανέναν τίποτα.
Κόντευε να τον τρελάνει δηλαδή, και του ζήτησε να τον πηδήξει, και το χάρηκε και του τη λέει από πάνω. Αλλά ο άλλος είχε στεναχωρηθεί πολύ και το είχε φάει κανονικά.
Είχε αποκτήσει μεγάλη ικανότητα να διαστρεβλώνει συνέχεια την πραγματικότητα και να κάνει το άσπρο μαύρο.
Όλη μέρα πέρασε έτσι. Κακόκεφος και θυμωμένος και ο Κώστας δεν ήξερε τι να κάνει για να τον ευχαριστήσει. Επί τέλους προς το μεσημέρι άρχισε να μιλάει και να παραπονιέται πως ποτέ πια η σχέση τους δεν θα είναι ίδια, εσύ θα είσαι ήσυχος αλλά εγώ θα νιώθω πάντα μειονεκτικά που με έπεισες και σου έκατσα.
Ώρες του την έλεγε και τον είχε κάνει κουρέλι.
– Εντάξει ρε κολλητέ έχεις δίκιο, πες μου τι θέλεις να κάνω γιατί πονάει πολύ η ψυχή μου να βλέπω τον αδελφό μου να νιώθει έτσι εξ’ αιτίας μου.
– Να κάτσεις να σε πηδήξω κι εγώ του είπε, μόνο έτσι θα είμαστε ίσοι. Σε εμπιστεύομαι και σε πιστεύω πως δεν θα πεις σε κανέναν τίποτα, αλλά αν σταματήσουμε να κάνουμε παρέα πως θα ξέρω πως δεν θα μιλήσεις; Σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου θα έχω αυτό το φόβο.
Πετάχτηκε επάνω ο Κώστας και θόλωσε το μάτι του.
– Αυτό ξέχασέ το του είπε. Δεν πρόκειται ποτέ να με πηδήξεις. Δεν γίνομαι πούστης εγώ, του ξέφυγε.
Είπε τη λάθος λέξη. Τη λέξη που του έλειπε του Κυριάκου από το οπλοστάσιο των επιχειρημάτων που είχε για να τον πείσει.
– Είδες που στα λέω; Εσύ θα είσαι πάντα κανονικός και εγώ η αδελφή. Τώρα καταλαβαίνω πόσο φίλος είσαι. Η πάρτη σου να είναι εντάξει και οι άλλοι να πάνε να γαμηθούνε. Δεν θέλω να μείνω άλλο εδώ, θέλω να φύγω να κρυφτώ και να μη ξαναδώ κανέναν του είπε. Και να μη με ξαναπάρεις τηλέφωνο. Θα σε ντρέπομαι για όλη μου τη ζωή.
Είχανε πάει σε μια πιο ερημική παραλία που τους άρεσε και για μια ώρα περίπου δεν μιλούσε κανένας. Ο Κυριάκος έπαιζε τα δυνατά χαρτιά του. Αν δεν γινόταν αυτό που ήθελε ήταν ικανός να τον τρελάνει τον άλλο. Το ύφος που είχε πάρει ήταν σαν να του είχες σκοτώσει τη μάνα.
Με την άκρη του ματιού του τον παρατηρούσε, βέβαια και το ύφος αυτό ήταν ψεύτικο. Ήθελε απλά να τον εκβιάσει ψυχικά, να τον κάνει να νιώσει πως του έχει κάνει μεγάλο κακό. Ήξερε πως αν σε κάποιον κρατάς μούτρα είναι σαν να του δείχνεις πως αποχωρείς από τη σχέση. Το είχε δει να το κάνει η μάνα του στον πατέρα του και πάντα ο άλλος λύγιζε, έστω και αν χρειαζόταν να κρατήσει τα μούτρα για μια βδομάδα. Τον έσκαγε αλλά τελικά πέρναγε το δικό της. Ήταν μια πράξη μεγάλης βίας αλλά πάντα σχεδόν έπιανε.
Έτσι τελικά έγινε και με τον Κώστα. Δεν άντεχε τέτοιες συμπεριφορές γιατί πίστευε πως ο άλλος αληθινά νιώθει έτσι. Ειλικρινής και ευθύς σαν χαρακτήρας δεν μπορούσε να αντέξει ούτε στιγμή να υποφέρουν αγαπημένοι του άνθρωποι. Πόσο μάλλον που τον είχε πείσει πως εξ’ αιτίας του ήταν σ’ αυτήν την κατάσταση.
– Λοιπόν, είπε ξαφνικά ο Κώστας, το σκέφτηκα πολύ και έχεις δίκιο. Δεν ήταν σωστό αυτό που έκανα αλλά αφού έγινε πρέπει να επανορθώσω. Δεν θα κάτσω να με πηδήξεις, δεν πρόκειται να το κάνω ποτέ τη ζωή μου αυτό, αλλά για να νιώσεις πιο καλά μαζί μου θα προσπαθήσω να σε γλείψω. Δεν το έχω ξανακάνει και θα το κάνω γιατί θέλω να είμαι εντάξει απέναντι στον κολλητό μου.
Τον κοίταξε στα μάτια ο Κυριάκος και σκέφτηκε πως μέχρι εδώ μπορεί ο κολλητός του, ή κάθεται και τον γλείφει ή δεν έχει τίποτα. Δεν υποχώρησε γιατί έχασε το παιχνίδι αλλά γιατί μέσα του ήθελε να του αρνηθεί ο Κώστας. Την άρνησή του τη θεωρούσε πιο αρσενική συμπεριφορά και τον ηδόνισε ακόμα περισσότερο. Γι’ αυτό δέχτηκε. Αυτό που του είπε βέβαια ήταν πως είναι άδικος και τον ρίχνει, αλλά θα υποχωρήσει μόνο επειδή δεν θέλει να χαλάσει η σχέση τους.
Πήγαν στο κοντινό δασάκι. Άπειρος ο Κώστας τον καθοδηγούσε στην αρχή αλλά λίγο μετά ήταν τέλεια. Κρατήθηκε πολύ να μη τελειώσει γρήγορα επίτηδες, και γιατί ήθελε να το απολαύσει αλλά και γιατί ήθελε να τον δυσκολέψει. Έτσι για να του πάρει τον αέρα. Ο Κώστας παιδευόταν ώρα ο καημένος, για να ευχαριστήσει τον κολλητό του, αλλά είχε αρχίσει και να νευριάζει.
– Τελείωνε ρε μαλάκα, του είπε, δεν μπορώ άλλο.
Ναι, όταν έχεις τη γκόμενα και σε γλείφει δεν σε πειράζει που παιδεύεται πολλή ώρα και κάθεσαι σαν πασάς και το απολαμβάνεις, ειδικά όταν την έχεις γονατιστή μπροστά σου μαλάκα, τώρα σκάσε και γονάτισε, σκέφτηκε εκδικητικά. Καταλάβαινε όμως πως δεν θα άντεχε για πολύ και θα τον παράταγε. Ειδικά το ότι τον είχε βάλει να είναι γονατιστός τον ένιωθε ακόμα πιο έξαλλο. Με ένα βαθύ βογγητό τέλειωσε. Δεν του είχε ξανατύχει και φοβήθηκε, τραβήχτηκε απότομα έφτυσε με αηδία και άρχισε να τον βρίζει.
– Τι βρίζεις ρε μαλάκα, όταν με πηδούσες και σε παρακαλούσα να σταματήσεις γιατί πόναγα, εσύ το απολάμβανες ούτε καν με ρώτησες πως ένιωσα, του απάντησε με θυμό.
Αλλά όπως πάντα έλεγε ψέματα, το είχε χαρεί πάρα πολύ και ας πόναγε λίγο στην αρχή. Ήξερε πως θα ένιωθε άσχημα με αυτό που του είπε γιατί ήταν αλήθεια, όσο πιο πολύ βόγκαγε ο Κυριάκος τόσο πιο πολύ ηδονιζόταν ο Κώστας. Και επειδή είχε δίκιο το βούλωσε. Αλλά πάλι είπε άλλο από αυτό που ένιωθε.
Ήταν πιασάρικο το επιχείρημα του Κυριάκου και το έφαγε πάλι ο άλλος. Και ακόμα μια φορά ένιωσε άσχημα και του ζήτησε συγγνώμη. Και το χάρηκε διπλά.
Δέκα μέρες μετά πήραν τον Καράβι της επιστροφής. Για το επεισόδιο δεν ξαναείπαν τίποτα. Ούτε ο Κώστας ρώτησε αν τελικά ένιωθε σαν αδελφή, όπως του έλεγε. Δεν τον ρώτησε και για να μην τον προσβάλλει αλλά και γιατί τον είχε μάθει πια. Ξεκάθαρη απάντηση δεν θα έπαιρνε.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *