Η αγάπη δεν ζυγίζεται

Συναντήθηκαν τυχαία σε κάποιο συγγενικό σπίτι. Είχε αρκετά χρόνια να τον δει και αναστατώθηκε πολύ όπως κάθε φορά που τον έβλεπε.
Ήταν ο θείος του, ο αδελφός της μάνας του, γερασμένος, περασμένα τα 65 αλλά το σώμα του δεν είχε αλλάξει πολύ. Ο θυμός του ανέβηκε για μια ακόμα φορά στο κεφάλι. Δεν είχαν μιλήσει ποτέ από τότε.
Στο μυαλό του ήρθαν εκείνα τα χρόνια που μικρό παιδί ακόμα, ούτε πέντε δεν ήταν, τον αποπλάνησε. Μια κακοποίηση που διήρκησε πάνω από δέκα χρόνια, με το φόβο και την ντροπή να τον βασανίζει ασταμάτητα.
Μια κακοποίηση που επειδή περιείχε και ηδονή πίστευε πως έφταιγε εκείνος.
Δεν μπορούσε ούτε να ταιριάξει ούτε να διαχωρίσει τα συναισθήματα. Πώς μπορεί να έφταιγε κάποιος άλλος αφού αυτό που συνέβαινε του άρεσε; Στο μυαλό του το ανώριμο και της άγνοιας, δεν υπήρχε η έννοια παιδεραστία, κακοποίηση, ούτε πόσο σκληρές συνέπειες μπορεί να έχουν αυτές στην υπόλοιπη ζωή του.
Η αγωνία να μην καταλάβει κανείς τίποτα είχε γίνει μια κανονική κατάσταση. Μια καθημερινή και διαρκής ψυχική κόλαση. Με μια κοινωνία που αντιμετώπιζε τους «πούστηδες» τουλάχιστον σαν άρρωστους και μάλιστα με κολλητική ασθένεια.
Η ανάγκη για έρωτα σ’ αυτήν την ηλικία της εφηβείας ήταν πολύ μεγάλη. Ερωτευόταν άντρες και γυναίκες.
Δεν ήξερε ποιον ή ποια περισσότερο, μια θολούρα ψυχική δεν τον άφηνε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Δεν ήξερε τι ήταν κακό και τι καλό μέχρι που η τελευταία κοπέλα που αγάπησε πολύ έμεινε έγκυος.
Αποφάσισαν να το κρατήσουν και λίγους μήνες μετά γεννήθηκε ο γιος του. Ήταν στο στρατό όταν γεννήθηκε. Ακόμη και σ’ αυτό το τόσο σημαντικό γεγονός η χαρά του ήταν συγκρατημένη.
Πίστευε πως δεν δικαιούται να έχει τον τίτλο του πατέρα όπως οι υπόλοιποι επειδή ήταν «πούστης».
Δεν μπορούσε τότε να καταλάβει πως τους τίτλους τους δίνει ο καθένας στον εαυτό του, κανένας άλλος. Είναι οι μόνοι πραγματικοί τίτλοι γιατί μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν καλύτερα από τους άλλους τι είναι.
Τίτλοι που λειτουργούν σαν στίγμα, σαν αποτύπωμα σε κάθε πράξη.
Τίτλοι που είναι συνήθως αντιφατικοί και αλληλοσυγκρουόμενοι.
Πρέπει όμως να μοιάζει με τους υπόλοιπους, δεν αντέχεται να διαφέρει.
Όταν έφτασε στα είκοσι πέντε ήταν φρεσκοχωρισμένος και με ένα παιδί στα πέντε. Έκανε το γάμο πιστεύοντας πως θα μπορούσε να τα ταιριάξει όλα, στην πράξη αποδείχτηκε αδύνατο. Ήταν ειλικρινής όμως, είχε μιλήσει στη γυναίκα του για το θέμα της ομοφυλοφιλίας πριν το γάμο και εκείνη το αποδέχτηκε.
Ο γάμος δεν περπάτησε. Χώρισαν.
Αδύνατο να μπορέσει να διαχειριστεί το χωρισμό και την πατρότητα σαν ομοφυλόφιλος, απευθύνθηκε σε κάποιον ψυχίατρο.
Αυτός αποσύνδεσε όλα όσα του συνέβαιναν και τον έπεισε πως ”κάτι έχει“.
Πως δεν είναι καλά και έπρεπε να κάνει θεραπείες.
Έβλεπε μόνο το σύμπτωμα. Την αγωνία του και τον πανικό του.
Ούτε μια φορά δεν του είπε πως είναι και κοινωνικό το πρόβλημα για να τον βοηθήσει να το χειριστεί.
Όχι. Κατ’ ευθείαν στην καταστολή με φάρμακα. Ο ηλίθιος.
Στην επιστημονική του κατάρτιση δεν υπήρχε ο κοινωνικός απομονωτισμός, η κοινωνική βία της κατακραυγής. Τίποτα. Όλα στο μυαλό του ασθενή ήταν.
Δεν υπήρχε η κοινωνία.
Πέρασε πολλά χρόνια μέσα στο φόβο της τρέλας. Δεν του έφυγε σχεδόν ποτέ από το μυαλό του αυτό το ”κάτι έχει“.
Με τον κοινωνικό στιγματισμό του ”κάτι έχει“ να του δημιουργεί ακόμη περισσότερο πανικό.
Πριν από μερικά χρόνια έμαθε από δυο σημαντικούς ανθρώπους πως υπάρχει και η κοινωνική νόσος και πως ό,τι συμβαίνει στον ψυχισμό του κάτι ανάλογο συμβαίνει και στη ζωή του.
Ησύχασε, χάρηκε, άρχισε ν’ απολαμβάνει όλα αυτά που μέσα του ήταν «απαγορευμένα».
Ήταν από αυτές τις αλήθειες που έρχονται από το πουθενά και σε λυτρώνουν.
Αυτό που τον τρόμαζε πιο πολύ όλα αυτά τα χρόνια, ήταν η φαντασία του. Όποτε άφηνε το μυαλό του να ταξιδέψει φοβόταν πως θα πάθει κάτι.
Μόνο με το αλκοόλ μπορούσε να ξεδιπλώσει λίγο την τεράστια ευαισθησία του. Γλεντζές και ερωτικός χαιρόταν τη ζωή του μόνο μέσα από τη μέθη. Το σώμα του όμως τον ειδοποίησε πως δεν πάει άλλο. Άρχισε να έχει προβλήματα με το συκώτι του και το έκοψε.
Η ευρηματικότητα της φαντασίας και η ευαισθησία διογκώνονταν όμως επικίνδυνα ψάχνοντας διέξοδο.
Άρχισε δειλά να δημιουργεί. Άρχισε να σκαλίζει το ξύλο.
Δεν τον ενδιέφερε τόσο αν ήταν ωραίο αυτό που έφτιαχνε, του αρκούσε που απασφάλισε τη χύτρα της ψυχής του.
Δεν σκάλιζε τραπεζάκια και καρέκλες. Δημιουργούσε μορφές που είχε φανταστεί όλα αυτά τα χρόνια. Μορφές που ταξίδευαν μόνες μέσα στο δρόμους του μυαλού του χωρίς συνταξιδιώτες.
Άρχισε να μαθαίνει τεχνικές για να γίνονται οι σκέψεις του κατανοητές και να μπορεί μέσα από τις κατασκευές του να επικοινωνήσει, να δώσει να καταλάβει στο περιβάλλον του τί θέλει να πει. Να συνταξιδέψει με τους άλλους.
Το κατάφερε. Συνδέθηκε με τους γύρω του, με ομάδες, με φίλους. Άλλαξε η εικόνα που είχαν όλοι για εκείνον.
Πατέρας και γιος τώρα πια είναι περήφανοι που συνυπάρχουν.
Στην ουσία δεν άλλαξε τίποτε. Ο ίδιος άνθρωπος ήταν πάντα.
Ο φόβος τον έκανε να μην μπορεί να το δείξει.
Να μην βρίσκει τρόπο να τους το πει.
Έφυγε ο φόβος και αγαπήθηκαν η φαντασία με την πραγματικότητα.
Είχαν απομακρυνθεί παρά τη θέλησή τους.
Τα ξύλινα κομψοτεχνήματα που φτιάχνει γίνονται ανάρπαστα. Όλοι κάτι δικό τους βρίσκουν στις μορφές τους.
Η δύσκολη αυτή ιστορία του έμαθε ποιος είναι και τι πραγματικά θέλει. Έχει καταλήξει πως περισσότερο απ’ όλους αγαπά εκείνους που φοβούνται ν’ αγαπήσουν.
Που γίνονται επιθετικοί γιατί κάποτε πληγώθηκαν.
Που ντρέπονται από σεμνότητα να το δείξουν και που το απόθεμά τους είναι τόσο που ξεχειλίζει το είναι τους.
Που τους έμαθαν να είναι προσεκτικοί, λες και μπαίνει στο ζύγι το συναίσθημα.
Όχι, πάντα θα το πηγαίνει μέχρι τέλος στις σχέσεις του, αν έβλεπε έστω και μια χαραμάδα αποδοχής, θα τα έδινε όλα, δεν θα κρατούσε πισινές.
Δεν θα περιμένει ανταπόδοση, δεν είναι εμπορική πράξη η αγάπη.
Και ας πονάνε τα χαστούκια.
Αντέχει.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *