«Μπάτσος» τρίτο και τελευταίο μέρος.


Πήγε επιτέλους μετά από αυτήν την περιπέτεια στο σπίτι του.
Τον βοήθησε τόσο πολύ που ο Ηρακλής ήταν άλλος άνθρωπος μετά από δυο χρόνια. Το σημαντικότερο που του δίδαξε ήταν πώς ν’ αγαπάει και να σέβεται τον εαυτό του, και πως δεν χρειάζεται να στηρίζεται και να εξαρτιέται από κανέναν. Το βασικότερο επιχείρημά του ήταν πως όλα αυτά που πέρασε μόνο άνθρωποι με τεράστιες δυνάμεις μπορούν να τ’ αντέξουν. Και ήταν ένας από αυτούς σίγουρα.
Δεν είχε ακούσει ποτέ του τέτοια λόγια ο Ηρακλής. Τον τόνωσαν και τον γαλήνεψαν. Πολύ βαριά βέβαια ήταν η εξάρτησή του με τον Απόστολο και δεν μπορούσε να τον διώξει από το μυαλό του, αλλά το προσπαθούσε με πείσμα και οι αλλαγές ήταν σημαντικές. Στην άκρη του μυαλού του ο γιατρός φοβόταν συνέχεια αυτό που είναι το πιο δύσκολο σε μια θεραπεία: την υποτροπή.
Για ένα μικρό διάστημα του άρεσε του Ηρακλή που μπορούσε να έχει πελάτες και να κρατάει όλα τα χρήματα. Έβαζε τηn κοντή φουστίτσα του με τη διχτυωτή κάλτσα, έβαφε τα νύχια των ποδιών και των χεριών του, έντονο βάψιμο στο πρόσωπο, φόραγε τις ψηλές του γόβες και τη ξανθιά του περούκα και αισθανόταν βασίλισσα. Είχε μάθει και του άρεσε πολύ να ντύνεται γυναικεία. Τρελαίνονταν οι πελάτες του. Ήταν γι’ αυτούς ένα πολύ ζουμερό και ναζιάρικο κοριτσάκι.
Μόνο μια φορά που πήγε στη λαϊκή να ψωνίσει, δεν είχε ξεβάψει τα νύχια του γιατί θα ερχόταν ένας παντρεμένος για βίζιτα -οι παντρεμένοι μπορούν μέχρι το μεσημέρι, μετά τους περιμένει η γυναίκα τους- φορούσε γάντια γιατί έκανε κρύο και όπως έδειξε με το δάχτυλο στον μανάβη να του βάλει λίγα μήλα, δεν πρόσεξε πως είχε τρυπήσει το γάντι και φαινόταν το κόκκινο νύχι.
-Ο,τι θέλει η κούκλα, τα καλύτερα θα σου βάλω, του είπε χαμογελώντας και τρίβοντας το μουστάκι του ο μανάβης.
Ντράπηκε πολύ και έφυγε γρήγορα για το σπίτι.
Η περίοδος αυτή πάντως ήταν ταυτόχρονα πολύ ψυχοφθόρα αλλά και επικίνδυνη γιατί βρισκόταν έξω με αναστολή: ανά πάσα στιγμή κινδύνευε να τον συλλάβουν και να τον στείλουν φυλακή. Κατέβηκε και στη Συγγρού ένα βράδυ, αλλά οι τραβεστί είχαν μάθει πως δεν τον προστατεύει πια ο Απόστολος και τον κυνήγησαν. Δεν τόλμησε να ξαναπάει. Ένα ακόμα πιο δύσκολο θέμα ήταν η ερωτική απαγκίστρωση από τον Απόστολο. Κάθε φορά που μίλαγαν γι’ αυτόν με τον γιατρό ταραζόταν και έκλαιγε που δεν ήταν μαζί. Του έλειπε πολύ. Όσο δύσκολα και αν είχε περάσει μαζί του, τον ποθούσε ακόμα. Τον έβλεπε αυτόν τον κίνδυνο ο γιατρός του και προσπαθούσε πιο πολύ. Του συνέστησε ν’ αλλάξει περιβάλλον και να βρει ένα παιδί που θα τον αγαπούσε και θα τον σέβονταν. Αυτός όμως δεν ήθελε με τίποτα, τους θεωρούσε όλους κατώτερους από τον Απόστολο και δεν μπορούσε να μείνει με κανένα για μεγάλο διάστημα˙ είχε μάθει να ηδονίζεται μόνο με τη βίαιη συμπεριφορά ενός άντρα. Αυτό και μόνο του έβγαζε το θηλυκό του στοιχείο που τόσο πολύ απολάμβανε. Δεν ήξερε πώς να χαρεί αυτήν τη θηλυκή του πλευρά χωρίς βία. Την τρυφερότητα και τη συντροφικότητα, πόσο μάλλον την ισότητα μεταξύ δυο αντρών την έβλεπε σαν γυναικείο χαρακτηριστικό και τον απωθούσε. Χρειαζόταν χρόνο με το γιατρό του για να μπορέσει να δει λίγο διαφορετικά τα πράγματα.
Με προτροπή του γιατρού ξαναγύρισε μετά από μερικούς μήνες στο μαγαζί με τα ρούχα που δούλευε πριν γίνουν όλα αυτά. Τον ξαναπήραν αμέσως και έκπληκτοι διαπίστωσαν όλοι πόσο διαφορετικός άνθρωπος ήταν. Τα μόνα που διακρίνονταν το πρωί στη δουλειά του από το βράδυ που ντυνόταν γυναικεία, ήταν τα βγαλμένα του φρύδια και το ναζιάρικο περπάτημα.
Αγαπούσε πολύ τα γυναικεία ρούχα και δεν του ξέφευγε ούτε μια πελάτισσα. Μετά απ’ όσα είχε τραβήξει, είχε γίνει πιο εύστροφος και πιο ικανός. Έτριβε τα χέρια του ο ιδιοκτήτης που απογειώθηκαν οι πωλήσεις του. Ο Ηρακλής δεν πούλαγε απλά, αγαπούσε και καταλάβαινε την κάθε πελάτισσα και εκείνες τον ήθελαν πια σαν προσωπικό τους ενδυματολόγο: τόσο πολύ εκτιμούσαν τη γνώμη του για την εμφάνισή τους. Πόσο χαρούμενος ήταν δεν περιγράφεται. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που όχι μόνο δεν τον κατέτρεχαν, αλλά τον αγαπούσαν, τον ήθελαν και τον εκτιμούσαν. Άγνωστα εντελώς συναισθήματα μέχρι τώρα που τόσο πολύ τα είχε ανάγκη. Τον έπαιρνε πάντα ο ιδιοκτήτης μαζί του όταν πήγαινε να παραγγείλει τη νέα κολεξιόν. Έκοβε το μάτι του έχοντας αποκτήσει μια διορατικότητα για το τι θα πουληθεί καλύτερα. Και πώς να μην είναι τόσο διορατικός; Τόσους εχθρούς, πραγματικούς και φανταστικούς, είχε αντιμετωπίσει για πολλά χρόνια στη ζωή του. Τώρα που λιγόστεψαν οι εχθροί μετέτρεψε όλη αυτή την τεράστια δεξιότητά του για άμυνα, σε ικανότητα και αγάπη για τη ζωή του. Και μια κοινωνική καταξίωση που τόσο την επιθυμούσε. Στο βλέμμα του πάντως υπήρχε πάντα μια αδιόρατη θλίψη. Μια θλίψη που αν τη παρατηρούσε κανείς λίγο πιο προσεκτικά, θα καταλάβαινε πως ερχόταν από πολύ βαθειά μέσα του. Την έκρυβε όμως διαρκώς με τις τσαχπινιές και τα αστεία που έλεγε. Το χιούμορ, μάλλον αυτοσαρκασμό, τον είχε σώσει πολλές φορές από δύσκολες καταστάσεις: Το χρησιμοποιούσε σαν τεχνική για να διώχνει την ένταση και κατάφερνε να περνάει το δικό του, χαλαρώνοντας αυτόν που είχε απέναντί του και μάλιστα τον έκανε να νοιώθει ικανοποιημένος.
Και τότε ήρθε η πιο μεγάλη μέρα για τη ζωή του. Ο ιδιοκτήτης του πρότεινε να συνεργαστούν σαν συνέταιροι. Ήθελε να είναι σίγουρος πως δεν θα του έφευγε. Θ’ αναλάμβανε όλα τα έξοδά του να σπουδάσει σχεδιαστής μόδας. Με κλάματα έπεσε στην αγκαλιά του και τον ευχαρίστησε. Και χάρηκε βαθειά μέσα του για το δώρο που του έκανε η ζωή. Αμέσως πήρε τον ψυχίατρο να του πει τα νέα. Είχε γίνει πια ο δάσκαλός του και ο άνθρωπος που εμπιστευόταν σε όλα. Και εκείνος τον αγαπούσε πολύ τον Ηρακλή. Είχε εντυπωσιαστεί με την τόσο δυναμική και γρήγορη αλλαγή του και κρυφοκαμάρωνε για το λιθαράκι που έβαλε.
Όταν τέλειωσε τη σχολή έγινε μια μεγάλη γιορτή για χάρη του. Την οργάνωσε κρυφά ο ιδιοκτήτης για να τον τιμήσει. Είχε καλέσει όλες τις, προσωπικές πια, πελάτισσές του. Τα ‘χασε όταν βρέθηκε στη κατάμεστη μεγάλη αίθουσα του ξενοδοχείου. Η εκδήλωση θα γινόταν δήθεν για να παρουσιάσει το νέο εμπόρευμα, έτσι του είπε του Ηρακλή για να μην καταλάβει. Μόλις μπήκε τον χειροκροτούσαν όλοι και τον επευφημούσαν. Πόση συγκίνηση και χαρά ένοιωσε! μα ακόμα πιο πολύ χάρηκε όταν στην άκρη της αίθουσας είδε να στέκεται διακριτικά ο ψυχίατρός του. Πήγε κατευθείαν και τον αγκάλιασε δακρυσμένος και του είπε ένα μεγάλο ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς του. Φανερά συγκινημένος και αυτός τον αγκάλιασε σφιχτά και του είπε για μια ακόμα φορά πόσο περήφανος ένιωθε και εκείνος.
-Είναι η δική σου βραδιά, του είπε, απόλαυσέ την. Τη δικαιούσαι, του είπε. Και έφυγε όπως ήρθε. Σιωπηλά.
Εκείνο το βράδυ πουλήθηκαν σχεδόν όλα όσα είχε παραγγείλει ο ιδιοκτήτης. Ευτυχισμένος, όχι μόνο γιατί ξεπούλησε, μα γιατί έχοντας μάθει και αυτός την ιστορία του, συμπαραστάθηκε πολύ στον Ηρακλή. Σαν άνθρωπος. Και η ζωή σου επιστρέφει πάντα αυτό που της δίνεις. Δεν σου χρωστά τίποτε άλλο όπως πιστεύουν οι περισσότεροι.
Μεγάλωσε η επιχείρηση, άρχισε να κερδίζει πολλά χρήματα και έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Στην άκρη του μυαλού του είχε πάντα μια σκέψη που τον τρόμαζε: δεν μπορεί να συμβαίνουν τόσα πολλά καλά μαζεμένα. Φοβόταν μην καταρρεύσουν και τον έπιανε τρόμος. Τον παρέσυρε όμως η καθημερινότητα και το σκεφτόταν μόνο το βράδυ που ήταν μόνος και δυσκολευόταν πολύ να κοιμηθεί. Ευτυχώς είχαν αρχίσει να αραιώνουν αυτές οι βραδιές. Τελευταία μάλιστα είχε γνωρίσει ένα παιδί, τον Κυριάκο, που βλέπονταν συχνά και άρχισε να πιστεύει πως πραγματικά άρχισαν ν’ αλλάζουν τα πράγματα. Ήταν όμορφος και πολύ φροντιστικός μαζί του. Ένα λαϊκό παιδί να τον προστατεύει και ν’ ασχολείται μαζί του όπως έκανε εκείνος με τον Απόστολο. Να τον θεωρεί δικό του άνθρωπο και αν χρειαστεί να καθαρίσει γι’ αυτόν αν τον πείραζε κανένας. Μάγκας, τσαμπουκάς και καβγατζής τον ζήλευε τον Ηρακλή και αγρίευε αν τον κοίταζε κάποιος. Έτσι είχε μάθει να είναι με τις κοπέλες και έκανε το ίδιο με τον Ηρακλή. Του άρεσε αλλά το φοβόταν και λίγο. Τον τρομοκρατούσε η βία. Ήταν πολύ νωπά στην ψυχή του όλα όσα είχε περάσει. Αλλά κολακευόταν κιόλας όταν τον προστάτευε ο Κυριάκος. Μερικές φορές το παράκανε αλλά δεν πειράζει. ″Έτσι πρέπει ν’ αντιδρούν οι άντρες“, σκεφτόταν.
Είχε στην εταιρεία δικό του γραφείο πλέον και ασχολούνταν μόνο με τις πλούσιες πελάτισσες. Πήγαινε στα σπίτια τους και τους έκανε ιδιωτική επίδειξη τα καινούρια φορέματα. Έτσι ένα πρωί που πήγαινε για το γραφείο χτύπησε το κινητό του και είδε έναν άγνωστο αριθμό. Απάντησε απορημένος. Ήταν ο κοινοτάρχης του χωριού του και του είπε πως έπρεπε να έρθει γιατί πέθανε η μάνα του. Πάγωσε που το άκουσε γιατί είχαν περάσει πολλά χρόνια που δεν είχαν μιλήσει. Του είπε πως θα τον ενημερώσει πότε θα έρθει. Αμέσως πήρε τηλέφωνο το δάσκαλό του, τον ψυχίατρο, για να του πει το γεγονός. Αυτός τον κάλεσε να βρεθούνε και να το συζητήσουν από κοντά. Ήθελε να μάθει πώς αισθάνεται και να προσπαθήσει να τον στηρίξει. Όταν βρέθηκαν έκαναν μια μεγάλη κουβέντα για το θέμα. Το κυρίαρχο που ένοιωθε ο Ηρακλής ήταν πως δεν ήθελε να πάει στην κηδεία. Ήταν πολύ ταραγμένος και δεν θα το άντεχε. Του έρχονταν στο μυαλό όλες οι βαριές και κακές μνήμες από το παρελθόν. Με όλα αυτά που τον άφησε να τα περάσει μόνος του η μάνα του. Τον ησύχασε ο γιατρός λέγοντάς του πως δεν υπάρχει υποχρέωση να τιμήσει τους γονείς του μόνο και μόνο επειδή είναι αυτοί που τον γέννησαν. Δεν κέρδισαν το τίτλο του γονέα με τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκαν, αντίθετα τον έχασαν. Ο πατέρας τον κακοποίησε και τον βίασε και η μάνα ντρεπόταν και τον εγκατέλειψε. Για ποιο πράγμα λοιπόν να τους τιμήσει τώρα; Για όλα αυτά που εξ’ αιτίας τους πέρασε; Όχι δεν θα πάει παρά μόνο όταν μπορέσει να τους συγχωρέσει. Γαλήνεψε ο Ηρακλής. Αυτά ακριβώς ένιωθε. Πήρε τον κοινοτάρχη και του το είπε. Έκπληκτος αυτός κάτι πήγε να πει αλλά θυμήθηκε πως είχε πρωτοστατήσει για να τον διώξουν από το χωριό και το βούλωσε. Υπολόγιζε πολύ στην παρουσία του γιατί είχε μάθει για την κοινωνική του εξέλιξη και θα τον ήθελε στο χωριό τώρα που πλησίαζαν οι εκλογές. Υπολόγιζε χωρίς τον ξενοδόχο. Όσο δεν ήταν αυτό που είναι τώρα ο Ηρακλής τον αντιμετώπιζε σαν σκουπίδι. Τώρα που έμαθε πως είχε λεφτά και δόξα του συγχωρούσε που ήταν πούστης. Το σκουλήκι.
Όλη την ημέρα ήταν πολύ λυπημένος ο Ηρακλής. Καταλάβαινε πως αυτό που έκανε ήταν το σωστό και το λογικό, αλλά όπως και να το κάνεις η απώλεια της μάνας είναι πολύ βαρύ πράγμα. Μέσα του πάντα πίστευε πως κάποια στιγμή θα τον αναγνώριζε και θα τον ξανάπαιρνε στην αγκαλιά της. Πέθανε χωρίς να το κάνει. Πέθανε με τη σκληράδα που του έδειχνε πάντα. Δεν μαλάκωσε ούτε μια στιγμή από τότε που τον άφησε μόνο όταν την είχε τόση ανάγκη. Τον πονούσαν πολύ αυτές τις σκέψεις. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε τελείως μόνος. Ευτυχώς που ο γιατρός του είχε εξηγήσει πολλές φορές πως ούτως ή άλλως ήταν μόνος και πως η σκέψη πως είναι κοντά του ή μάνα του ή οι συγγενείς ήταν μια ψευδαίσθηση. Μόνο τον τίτλο είχαν. Που ποτέ δεν τον τίμησαν. Η πραγματικότητα ήταν πως συγγενείς είναι μόνο αυτοί που τον αποδέχονταν και τον αγαπούσαν. Και τις περισσότερες φορές αυτοί είναι οι φίλοι του.
Έφυγε από το γραφείο με πολύ βαριά καρδιά και πολύ στεναχωρημένος. Μόλις το έμαθε ο Κυριάκος έτρεξε να τον βρει, να μην τον αφήσει μόνο του μια τόσο δύσκολη μέρα. Του εξήγησε ο Ηρακλής πως ήθελε να περπατήσει μόνος και πως δεν ήθελε να δει κανέναν. Ήθελε να σκεφτεί λίγο όλα αυτά που συνέβαιναν και να τα χωνέψει η ψυχή του. Ο Κυριάκος το σεβάστηκε γιατί ήξερε πως αν έλεγε κάτι πολύ δύσκολα άλλαζε γνώμη και δεν τον ζόρισε. Θα τον έβλεπε το βράδυ αλλά ήταν ανήσυχος. Δεν είχε ξαναδεί το μωρό του σε τέτοια κατάσταση και τόσο πολύ στεναχωρημένο. Είχε αρχίσει να του αρέσει αυτό που ζούσε με τον Ηρακλή.
Σαν ταινία πέρναγαν από το μυαλό του όλα όσα είχε ζήσει μέχρι τώρα. Ο πατέρας του με τα χάδια στην αρχή, ο βιασμός του από αυτόν και το φίλο του, η εγκατάλειψη της μάνας του και ο διωγμός του από το χωριό, η τρομερή ιστορία με τον Απόστολο, και μόνο που τον σκέφτηκε ανατρίχιασε. Πόσο πολύ θα ‘θελε να είχαν εξελιχτεί αλλιώς τα πράγματα και πόσο πολύ τον είχε ποθήσει και αγαπήσει. Πάνε πέντε χρόνια που δεν τον είδε από εκείνο το φοβερό βράδυ με το μαχαίρι στο πρόσωπό του.
Ακούστηκε ένα δυνατό φρενάρισμα από τ’ αυτοκίνητο που σταμάτησε δίπλα του.
-Πρόσεχε ρε μαλάκα που πηγαίνεις, θα σκοτωθείς και θα μας πάρεις στο λαιμό σου!
Πετάχτηκε στην άκρη τρομαγμένος και κοίταξε να δει ποιος τον έβριζε. Ήταν ο Απόστολος! Μέσα σε ένα φτηνό και τρακαρισμένο αμάξι. Τα βλέμματά τους καρφώθηκαν μεταξύ τους. Ταράχτηκαν και οι δυο πολύ. Ο Ηρακλής έκανε να φύγει τρέχοντας. Ο Απόστολος τον φώναξε να σταματήσει. Σαν τον άπειρο δύτη που ανεβαίνει απότομα από το βυθό και παραλύει, ακινητοποιήθηκε. Στο βυθό των σκέψεών του. Παρέλυσε όλο του το σώμα. Από ταραχή αλλά και πολύ φόβο. Ο Απόστολος τον πλησίασε χαμογελώντας και ετοιμαζόταν να τον αγκαλιάσει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα. Παρέμεινε ακίνητος και αποσβολωμένος μέσα στην αγκαλιά του. Και τι δεν του θύμισε αυτή η αγκαλιά. Πόσες και πόσες συγκινήσεις δεν είχε περάσει μέσα σ’ αυτά τα μπράτσα. Είχε πάρει μερικά κιλά και τα μαλλιά του είχαν αραιώσει αρκετά, αλλά ήταν πάντα ένας ωραίος άντρας. Τουλάχιστον στα μάτια του Ηρακλή.
-Τι κάνει το κοριτσάκι μου το γλυκό; Πόσες φορές σε σκέφτηκα και σε έψαξα δε λέγεται, αλλά είχες γίνει άφαντος.
Την ήξερε αυτήν τη συμπεριφορά του ο Ηρακλής. Ήταν το γλυκό του προσωπείο όταν ήθελε να πετύχει κάτι. Στην αρχή τουλάχιστον. Αλλά ήταν πολύ θολωμένο το μυαλό του για να αντιδράσει.
-Καλά είμαι, ψέλλισε, εσύ τι κάνεις;
Έκοψε το μάτι του Απόστολου ακριβά ρούχα και παπούτσια, αλλά και το ακριβό ρολόι που φόραγε και σκέφτηκε πως αυτό ήταν δώρο από τον ουρανό.
-Έλα μπες στ’ αυτοκίνητο να πάμε μια βόλτα να τα πούμε λίγο. Τόσα έγιναν και δεν έχουμε μιλήσει καθόλου κούκλα μου.
Χρησιμοποιούσε όλα τα τεχνάσματα που έκανε παλιά και που ήταν σίγουρος πως έπιαναν. Αυτό και μόνο έκανε τον Ηρακλή να ξυπνήσει από το λήθαργο που είχε πέσει και να πάρει λίγο τα πάνω του. Γιατί να μη πάω; σκέφτηκε, ήθελε να μάθει τι απέγινε αυτός ο άνθρωπος. Μέσα στη θλίψη για τη ζωή του και το χαμό της μάνας του, του βγήκε η ψευδαίσθηση πως θα τον καταλάβαινε ο Απόστολος μετά από τόσα πολλά είχαν ζήσει μαζί. Η ψυχή του είχε γυρίσει πίσω όταν τον πρωτογνώρισε και είχε πιστέψει πως θα μπορούσε να ακουμπήσει πάνω του. Και το είχε πολύ ανάγκη την ώρα τούτη. Λειτουργούσε μόνο το συναίσθημα όχι η λογική. Και αφέθηκε.
Μπήκανε στο αυτοκίνητο. Βρώμικο και τρισάθλιο. Και βρώμαγε και τσιγαρίλα. Ναι, ο Απόστολος κάπνιζε. Ήρθαν στο μυαλό του πόσες φορές τον είχε χτυπήσει και τον είχε βρίσει επειδή κάπνιζε και του την έσπαγε η μυρωδιά του τσιγάρου. Και ήταν και άπλυτος. Μαύρα τα νύχια του και μύριζαν και οι μασχάλες του. Μα του ήταν τόσο γνώριμες και ηδονικές αυτές οι μυρωδιές. Πόσες φορές δεν τις είχε σκεφτεί με καημό από τότε που είχε να τον δει. Τις μπέρδευε πάντα μέσα του με τις γαλήνιες μυρωδιές του πατρικού σπιτιού. Που όσο άσχημες και αν είναι, σου δίνουν τόση σιγουριά όταν είσαι μικρός.
Ξεκίνησαν και κατάλαβε πως πήγαιναν προς παραλία. Άρχισε να του διηγείται πώς πέρασε αυτά τα πέντε χρόνια που είχαν να ειδωθούν. Πως δεν είχε σταθερή δουλειά, πότε λίγο οικοδομή, πότε οδηγός ταξί, έπαιρνε και μια μικρή επιδότηση από κάτι χωράφια που είχαν στο χωριό και τα ψιλοβόλευε. Τίποτε δεν πίστευε ο Ηρακλής αλλά του άρεσε να τον ακούει. Ένιωθε όπως τότε που άκουγε τον πατέρα του να του λέει ιστορίες.
-Ενώ εσύ κούκλα μου πάντα μοσχομυρίζεις και πάντα με προσεγμένα αλλά προκλητικά ρούχα, είπε με νόημα.
Αυτή η τελευταία του φράση έκανε τον Ηρακλή ν’ αρχίσει συνέρχεται και να βλέπει τον πραγματικό Απόστολο˙ και να φοβάται πάλι αλλά χωρίς να θέλει να του το δείξει. Αισθανόταν πολύ πιο ώριμος μετά από όλα αυτά που είχε καταφέρει, για να τον κάνει να το βάλει στα πόδια ο Απόστολος. Ο άλλος στον κόσμο του. Ήταν σίγουρος πως μπορούσε να του ξανακάνει τα ίδια. Γελούσαν και τα μουστάκια του ακόμα για το κελεπούρι που πέτυχε μέσα στη μιζέρια του. Και βρώμαγε ακόμα περισσότερο όταν τον πλησίασε και του είπε:
-Έχει μια ήσυχη παραλία εδώ από κάτω, θέλεις να πάμε;
Του μιλούσε και τον χάιδευε στο λαιμό γνωρίζοντας καλά πόσο του άρεσε.
Χωρίς να τραβηχτεί ο Ηρακλής τον κοίταξε κατ’ ευθείαν στα μάτια και του είπε:
-Πάμε.
Πρώτη φορά δεν ένιωθε φόβο μαζί του. Οίκτο και αηδία ένιωθε. Τι ωραία σκέφτηκε, αν δεν είχε γίνει αυτή η τυχαία συνάντηση μπορεί και να πέθαινε χωρίς να του φύγει ποτέ αυτό που πίστευε πως ήταν. Ο τέλειος άντρας. Τι τεράστια πλάνη και πόσο περήφανος που μπόρεσε και το κατάλαβε. Έστω και τώρα.
Σαν αστραπή πέρασε από το μυαλό του πως ήταν το τελευταίο δώρο που του έκανε η μάνα του. Μήπως και τη συγχωρέσει. Και για πρώτη φορά από τη στιγμή που έμαθε για το θάνατό της ένιωσε συμφιλιωμένος στη σκέψη της και γαλήνεψε πολύ.
Κατέβηκαν στον μικρό και ερημικό κολπίσκο. Ήταν ίσως η μοναδική ευκαιρία που του δινόταν ν’ αποδείξει στον εαυτό του, μα κυρίως στον Απόστολο, πως δεν ηδονίζεται πια με τέτοιου είδους άντρες. Δυνατές σκέψεις που τον τάραζαν πολύ, μα δεν θα έκανε πίσω. Στήριγμά του ήταν όλες οι συμβουλές και οι προτροπές που τις είχε μάθει από το δάσκαλό του. Τις έφερνε στο μυαλό του και δυνάμωνε. Κατέβηκαν κάτω και κάθισαν σε κάτι βραχάκια να καπνίσουν ένα τσιγάρο και να χαζέψουν τη θάλασσα που συνωμοτώντας λες μαζί του, ήταν γαλήνια και ήσυχη όπως η ψυχή του. Ο Απόστολος δεν μπορούσε να καταλάβει αυτήν τη συμπεριφορά του Ηρακλή. Αλλιώς τον ήξερε. Φοβισμένο, τρομαγμένο και υπάκουο σε ό,τι του έλεγε. Θα τον στρώσω πάλι, σκέφτηκε και άρχισε να χρησιμοποιεί τους άσσους που είχε στο μανίκι του.
-Θέλεις να βουτήξουμε; Τον ρώτησε. Είναι ακόμα ζεστά τα νερά.
-Πήγαινε εσύ δεν έχω όρεξη για μπάνιο.
Γδυνόταν αργά και προκλητικά μπροστά του και τον κοίταζε στα μάτια χαμογελώντας. Η σκηνή αυτή πάντα έκανε τον Ηρακλή να τρέμει, μα τώρα ούτε μια στιγμή δεν κατέβασε τα μάτια του, όπως έκανε παλιά από πόθο και λατρεία. Αυτό δεν το χωρούσε ο νους του: τόση αλλαγή ούτε που μπορούσε να τη φανταστεί. Γδύθηκε τελείως όση ώρα συνομιλούσαν, κορδωνόταν, φούσκωνε και ξεφούσκωνε, μα ο Ηρακλής συμπεριφερόταν σαν να μη συμβαίνει τίποτα, μιλώντας για ουδέτερα θέματα, έτσι για να του δώσει να καταλάβει πως το παιχνίδι δεν το έχει πια. Μπήκε μέσα στη θάλασσα και τότε άρχισαν να τον εγκαταλείπουν οι δυνάμεις του. Δεν του ανέφερε τίποτα για την μάνα του για να μην τον κάνει να τον λυπηθεί και να νιώσει ανώτερος. Το μόνο που ήθελε να του δείξει ήταν πως πραγματικά δεν τον ήθελε και πως τον αφήνει αδιάφορο. Για μια στιγμή μόνο που δείλιασε πολύ σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο τον Κυριάκο, να έρθει για να τον μαζέψει από αυτό το παρανοϊκό επεισόδιο που ζούσε, αλλά μετά είπε όχι. Δεν χρειάζεται κανέναν. Αν δεν το κάνει μόνος του δεν θα τον ξεπεράσει ποτέ. Ούτε αυτόν ούτε τους ομοίους του που ήταν ένα βουνό ψεύτικο μέσα του και δεν τον άφηνε να χαρεί τη νέα του ζωή. Και ησύχασε.
Βγήκε ο Απόστολος και ξάπλωσε πολύ επιδεικτικά δίπλα του ολόγυμνος. Επί τέλους κατάλαβε τον πόθο του Ηρακλή. Το γνώριζε καλά αυτό το βλέμμα που του έριξε κρυφά με θαυμασμό. Για μια στιγμή μόνο. Πάλευε πολύ δυνατά μέσα του ο καημένος ο Ηρακλής και επιτέλους κυριάρχησε η λογική. Σκέφτηκε πόσο κοντά βρέθηκε στην καταστροφή εξ’ αιτίας αυτού του κορμιού και πάγωσε. Ο Απόστολος άρχισε να τον χαϊδεύει και να καυλώνει. Τραβήχτηκε ο Ηρακλής και του είπε πως εμείς έχουμε τελειώσει πια και πως είναι με κάποιον άλλον άντρα που δεν ήθελε να τον προδώσει.
Μόλις τ’ άκουσε ο Απόστολος άρχισε να δείχνει τον παλιό καλό εαυτό του. Άρχισε να του μιλάει απότομα και να τον βρίζει πως τον έφερε μέχρι εδώ για να τον ξεφτιλίσει, πως πέρασε τόσα πολλά για πάρτη του, πως έχασε τη δουλειά του και πως αυτό δεν θα πέρναγε έτσι.
-Μου έθιξες τον αντρισμό μου παλιοκαριόλα και θα κάνεις ότι σου λέω αλλιώς αλίμονό σου.
Ξαναείδε αυτή τη γνωστή θολούρα στο μάτι του Απόστολου που τόσο τρόμο του προκαλούσε, αλλά άρχισε να τον βρίζει και εκείνος. Και τι δεν του είπε. Όση ώρα τον έβριζε νόμιζε πως τα έλεγε άλλος. Αλλά τα έλεγε αυτός που τα είχε χρόνια μαζεμένα μέσα του. Του όρμηξε ο Απόστολος και γομάρι όπως ήταν τον ακινητοποίησε αμέσως.
-Τώρα θα δεις τι έχεις να πάθεις παλιόπουστα που μου κάνεις και τη δύσκολη. Θα σου σκίσω την κολάρα όπως δεν στην έχει σκίσει ποτέ κανένας. Και πήγαινε μετά στο γαμιά σου να του πεις τι έγινε. Θα τον περιμένω να μου ζητήσει το λόγο αν έχει αρχίδια. Αλλά που να τα βρει. Αν είχε θα σε είχε βγάλει στο κλαρί από τη πρώτη στιγμή όπως έκανα εγώ. Μόνο εγώ είμαι πραγματικός άντρας, όλοι οι άλλοι που θέλουν αγάπες και λουλούδια μαζί σου είναι φλώροι.
Και μόνο που σκέφτηκε το βιασμό ο Ηρακλής έβγαλε μια τόσο δυνατή κραυγή και τόση δύναμη που πέταξε τον Απόστολο δυο μέτρα μακριά. Ετοιμαζόταν για νέα επίθεση αλλά ο Απόστολος δεν κινιόταν. Μέσα στη θολούρα του είδε αίματα γύρω από το κεφάλι του. Είχε χτυπήσει στο βράχο πολύ άσχημα. Πλησίασε αργά προσπαθώντας να καταλάβει τι έγινε. Το θέαμα ήταν φρικτό με το κεφάλι κολλημένο στο βράχο. Ήταν νεκρός.
Πήρε να νυχτώνει χωρίς να το καταλάβει. Πήρε να νυχτώνει και στην ψυχή του. Και στο μυαλό του. Έμεινε όλη νύχτα εκεί δίπλα του. Και κοίταζε τη θάλασσα. Ακίνητος. Άδειος από σκέψεις και συναισθήματα. Δεν ένιωθε τίποτα και δεν σκεφτόταν τίποτα. Και ακίνητος. Και το βλέμμα άδειο.
Χάραζε όταν άρχισε να συνέρχεται κάπως από το κρύο που πέρασε όλη τη νύχτα. Σηκώθηκε πολύ βαριά να φύγει δίχως να θέλει να δει φως. Δεν θα το άντεχε. Ήθελε όλο του το είναι να μείνει στη νύχτα.
Άρχισε ν’ ανεβαίνει προς το δρόμο και δεν έριξε ούτε μια ματιά στον Απόστολο. Δεν υπήρχε πια, αλλά δεν υπήρχε και η ψυχή του εκείνη την ώρα. Πήρε ένα ταξί και πήγε σπίτι του. Μόλις τον είδε ο Κυριάκος τρόμαξε με το ύφος που είχε. Το θολό βλέμμα και το γαλήνιο πρόσωπο τον παραξένεψαν. Δεν του μίλησε καθόλου. Τον χαιρέτησε με ένα φιλί στο μάγουλο του είπε ένα ευχαριστώ μόνο και άνοιξε τη πόρτα.
Στους αστυνομικούς που παραδόθηκε είπε μόνο που θα έβρισκαν το άψυχο σώμα του Απόστολου.
Τίποτε άλλο.
Δεν ξαναμίλησε ποτέ σε κανένα.
Για τίποτα.
Έμεινε στη νύχτα του.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *