Ο κυκλοθυμικός

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν επέστρεψαν σπίτι.
Σ’ όλη τη διαδρομή με τ’ αυτοκίνητο δεν είχαν πει πολλά, είχαν χαθεί στις σκέψεις τους. Ξαναβρέθηκαν μετά από ένα μικρό διάστημα που είχαν χωρίσει και πήγαν σ’ ένα καλό εστιατόριο για φαγητό.
Ο λόγος του πρόσκαιρου χωρισμού ήταν πως ο Αντρέας ήθελε να μείνει λίγο μόνος για να σκεφτεί τι θέλει πραγματικά από τη σχέση τους.
Σχεδόν απολογητικά, αλλά τουλάχιστον με ειλικρίνεια εξήγησε στον αγαπημένο του πως όσο του αρέσει που είναι μαζί και τον θέλει και είναι ερωτευμένος, άλλο τόσο θέλει την ελευθερία του και δεν αντέχει τη δέσμευση.
Και τα δυο συναισθήματα υπάρχουν ταυτόχρονα με την ίδια ένταση
Ο Πέτρος μπήκε πρώτος και πήγε στην κουζίνα να πιεί λίγο νερό και άκουσε την πόρτα να κλείνει με δύναμη και θόρυβο. Ο εκνευρισμός του Αντρέα ήταν ακόμα εμφανής όσο κι αν προσπαθούσε να τον κρύψει.
Εκείνος είχε καταλήξει από τότε που έγιναν ζευγάρι: του άρεσε να θυσιάσει την όποια ελευθερία του για να είναι μαζί του. Ένιωθε γεμάτη τη ζωή μαζί του, του άρεσαν να κάνουν κοινά πράγματα μα διατηρούσε ο καθένας και τις προσωπικές του στιγμές.
Αυτή η εσωτερική σύγκρουση δημιουργούσε στον Αντρέα μια κυκλοθυμική διάθεση σε όλα. Όχι μόνο με τον Πέτρο αλλά σχεδόν σε όλες του τις εκδηλώσεις. Μια διάθεση που ενώ για ένα διάστημα ήταν χαρούμενος, με χαμόγελο πάντα, με δυναμισμό σε ό,τι έκανε, λίγο μετά κλεινόταν στον εαυτό του, ήταν αφηρημένος, εκνευριζόταν με το παραμικρό, ήθελε να κοιμάται πολλές ώρες και συμπεριφερόταν σαν να μην τον ενδιέφερε τίποτα. Απρόβλεπτα σχεδόν πάντα άλλαζε, κάτι που έφερνε τον Πέτρο σε μεγάλη αμηχανία, δεν ήξερε πώς να του συμπεριφερθεί.
Ένας κυκλοθυμικός άνθρωπος που δεν μπορούσε ν’ απολαύσει τίποτε.
Αυτή η διαρκής εσωτερική σύγκρουση που δεν εκφραζόταν με λόγια, τον έτρωγε και τον καθήλωνε. Δεν τολμούσε να ξεκινήσει να κάνει κάτι που ήθελε γιατί δεν ήξερε ούτε ο ίδιος πώς θα εξελιχθεί, αν θα συνεχίσει να το θέλει ή όχι.
Οι διαρκείς συγκρούσεις έκαναν τον Πέτρο ν’ αρχίσει ν’ αγανακτεί, όχι γιατί δεν τις άντεχε, αλλά γιατί αισθανόταν ανήμπορος να τον βοηθήσει.
Οι εναλλαγές στη διάθεσή του επηρέαζαν και τις φιλικές τους σχέσεις. Άρχισαν όλοι να μην τον θέλουν για παρέα γιατί μπορούσε στα καλά καθούμενα να καυγαδίσει με τον οποιονδήποτε, χωρίς ουσιαστικό λόγο.
Μετά το μετάνιωνε, αλλά το κακό είχε γίνει. Τότε ήταν για λύπηση. Όταν ηρεμούσε καταλάβαινε πως δεν του έφταιγε αυτός που καυγάδισε και τα έβαζε με τον εαυτό του. Αυτό γινόταν συνέχεια και τελικά μετά από λίγο καιρό απομονώθηκαν απ’ όλους.
Ήταν και τα δυο συναισθήματα που συγκρούονταν μέσα του τόσο έντονα που όταν επικρατούσε η επιθυμία του για τον Πέτρο έκανε σαν ερωτευμένος έφηβος, τα λόγια του ήταν μέλι και τα χάδια του έκαιγαν το κορμί του. Όταν πάλι επικρατούσε η ανάγκη του για φυγή κι ελευθερία γινόταν απρόσιτος, ψυχρός και μ’ ένα πρόσωπο σχεδόν πάντα θυμωμένο, λες και του έφταιγε για όλα.
Ο καημένος ο Πέτρος ήταν πάντα σ’ επιφυλακή και δεν μπορούσε να τον απολαύσει στις καλές του στιγμές. Φοβόταν και πρόσεχε τι θα πει και τι θα κάνει γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει πως η αιτία δεν ήταν εκείνος, αλλά αυτά που είχε μέσα του ο Αντρέας. Στην αρχή κατηγορούσε τον εαυτό του, δεν μπορούσε να έχει άλλη ερμηνεία, αλλά η κυκλοθυμία του άρχισε να επηρεάζει και τη δική του ζωή. Ήταν διαρκώς εκνευρισμένος κι εκείνος πλέον και παραλίγο να δημιουργηθεί μεγάλο πρόβλημα στη δουλειά του όταν επιτέθηκε σχεδόν χωρίς αιτία στο διευθυντή του.
Αυτά σκεφτόταν αφηρημένος μπροστά στο νεροχύτη κρατώντας το άδειο ποτήρι και κοιτάζοντας έξω.
Δεν τον άκουσε που τον πλησίασε μέχρι που ένιωσε τα ζεστά του χείλια στο λαιμό του.
-Σου ζητώ βαθιά συγγνώμη, το ξέρω πως σε βασανίζω μα είναι κάτι που δεν το ελέγχω, του ψιθύρισε.
-Τι είναι αυτό που δεν ελέγχεις βρε μωρό μου, τον ρώτησε γυρίζοντας και κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
-Να, ξεκίνησε κομπάζοντας και κατεβάζοντας το βλέμμα στο πάτωμα, φοβάμαι πως θα χωρίσουμε και θα πληγωθώ, πως δεν σου αξίζω, πως δεν μου αξίζει η αγάπη σου. Να, συνέχισε, θυμάμαι πως κάποτε σε είχα ακούσει να λες πως ο μοναδικός σου έρωτας ήταν ο πρώτος.
Αυτό ήταν.
Τώρα μπορούσε να έχει μια ερμηνεία επί τέλους ο Πέτρος. Μια άκρη να πιαστεί, να τον βοηθήσει να κάνει κάτι γιατί τον αγαπούσε πολύ και δεν ήθελε να τον χάσει.
Δεν του είπε τίποτε εκείνη τη στιγμή, ήθελε να το επεξεργαστεί λίγο στο μυαλό του. Τον πήρε αγκαλιά καθησυχάζοντάς τον και πήγαν για ύπνο.
Του έφυγε ένα μεγάλο βάρος γιατί ενοχοποιούσε τον εαυτό του συνέχεια πως κάτι δεν κάνει καλά και εκνευρίζει τον Αντρέα.
Κατάλαβε πως ο κυκλοθυμικός δεν επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες ή ανθρώπους, αλλά η μάχη είναι διαρκώς μέσα του, τις περισσότερες φορές χωρίς να το αντιλαμβάνονται ούτε οι ίδιοι.
Παρ’ όλη την πίκρα που πολλές φορές είχε από την πρόσκαιρη απόρριψη, όταν συνειδητοποίησε πόσο δύσκολα περνάει το μωρό του πόνεσε σαν να το πέρναγε ο ίδιος.
Το φόβο που τον κυρίευε τον μεταμόρφωνε σε θυμό ή παραίτηση.
Ξύπνησε πρώτος και τον κοίταξε τρυφερά όπως κοιμόταν σαν παιδάκι, ήσυχος, γαλήνιος.
Ίσως γιατί πρώτη φορά έκανε λέξεις αυτό που ένιωθε.
Ξαφνικά μια φράση του ήρθε στο μυαλό.
Μια φράση από ένα ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη.
«Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους».
Φωτίστηκε το αγουροξυπνημένο του πρόσωπο. Τον ξύπνησε απότομα. Του είπε το στίχο πριν να ξυπνήσει καλά. Τον φίλησε και του ψιθύρισε:
«Κι εγώ φοβάμαι, γι’ αυτό είμαστε μαζί».

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *