Ο μεγάλος και ο μικρός


Λείος μελαμψός λαιμός που πάνω του κυκλοφορούσε ξεδιάντροπα η πρωινή ανατριχίλα, κατάμαυρο πυκνό μαλλί, λίγο σμιχτά τα φρύδια έτσι για να δείχνει πιο άντρας στα είκοσι δύο του.
Βλεφαρίδες που θα τις ζήλευαν οι γυναίκες και ένα μουστάκι που προσπαθούσε απεγνωσμένα να φυτρώσει, εκνευρίζοντας τα κατακόκκινα χείλια που ήθελαν να επιδείξουν τη γλύκα που υπόσχονταν, μα το μουστάκι απαιτούσε να είναι σεμνά και τα έκρυβε. Δεν το κατάφερνε.
Τον αντρίκιο θυμό του μουστακιού ηρεμούσε η γλώσσα περνώντας γλυκά και με κατανόηση πάνω του, έχοντας αναλάβει το ρόλο του μεσολαβητή στον καυγά με τα χείλια, αφήνοντας πίσω της πολύ μικρές σταγόνες που λαμπύριζαν και στην πιο μικρή ακτίνα φωτός.
Πάνω στα χείλια ήταν ανεπαίσθητα εμφανή τα σημάδια από τις χτεσινές επιθετικές δαγκωματιές, κάνοντάς τα ακόμα πιο κόκκινα και το μισάνοιχτο στόμα αποκάλυπτε τον ηδονικό πόνο που ένιωσαν από την ερωτική επίθεση, αλλά και τη γλυκιά παράδοσή τους σ’ αυτήν.
Πέρναγε τη γλώσσα του πάνω στα χείλια, μαζεύοντας το λίγο σάλιο της αναπόλησης, κάνοντάς τα να γυαλίζουν, να κρύβουν το ελαφρύ τους πρήξιμο, αλλά και την άρνησή τους να ενωθούν για να δείξουν τη σοβαρότητα που έπρεπε.
Δεν ήθελαν να είναι κλειστά, συνέχισαν να πιστεύουν πως ακόμα ήταν χτες.
Ο σαρανταπεντάρης κρυφοκοιτάζοντας με πλάγιες ματιές τον μικρό οδηγώντας το αυτοκίνητο, σαν να διαισθανόταν τις σκέψεις του και κρυφογελούσε ικανοποιημένος. Ήταν πρωί και τον πήγαινε σπίτι του μετά από μια νύχτα πάθους που πέρασε μαζί του. Ένα ρίγος ηδονής διαπέρασε το στομάχι του στη σκέψη της προηγούμενης βραδιάς, αλλά δεν έκανε καμιά κίνηση, τον άφησε στις σκέψεις του.
Ήταν μαζί περίπου έξι μήνες και τον παίδεψε πολύ μέχρι να τον πείσει.
Ατίθασο αγόρι, καλομαθημένο απολάμβανε το θαυμασμό που προκαλούσε η ομορφιά του, αλλά δεν είχαν πάρει τα μυαλά του αέρα.
Φοιτούσε στο πανεπιστήμιο και όταν τον πρωτογνώρισε είχε σχεδόν παρατήσει το διάβασμα. Με το καλό και με το άγριο τον έπεισε να διαβάζει την ημέρα και να βρίσκονται το βράδυ όταν θα είχε σχολάσει κι εκείνος.
Οι φίλοι του τον κορόιδευαν συνέχεια.
-Τι θέλεις με το μικρό, δεν αντέχεις, θα σε πεθάνει και διάφορα τέτοια αστεία.
-Και τι ζόρι τραβάτε ρε σεις, απαντούσε θυμωμένα. Αν ήταν ανήλικος θα είχατε δίκιο. Δεν τον πίεσα για τίποτε, όλα όσα κάνει μαζί μου τα χαίρεται και πολύ μάλιστα.
Τα ίδια περίπου αντιμετώπιζε και ο μικρός: τι θέλεις μ’ αυτόν, σου ρίχνει είκοσι χρόνια, σε λίγο θα του φτιάχνεις χαμομήλι και διάφορα άλλα.
Όσο τους τα έλεγαν τόσο πιο πολύ ήθελε ο ένας τον άλλον.
Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.
Ο μικρός τον θαύμαζε, βιαζόταν να φτάσει στην ηλικία του, να του μοιάσει, να έχει την πείρα του, τις γνώσεις του και την ικανότητά του ν’ απολαμβάνει τη ζωή του. Όσους γνώριζε στην ηλικία του αγαπημένου του ήταν λίγο πριν την παραίτηση, κολλημένοι στην τηλεόραση και είχε σταματήσει να τους γοητεύει το οτιδήποτε. Την υπόθεση «έρωτας» την είχαν βάλει στο συρτάρι της μνήμης. Αυτό τον τρόμαζε μήπως του συμβεί κι εκείνου όταν μεγαλώσει και τώρα είχε μπροστά του ένα ζωντανό παράδειγμα πως υπάρχει και άλλος τρόπος να μεγαλώνει κανείς. Πιο όμορφος και πιο ανθρώπινος.
Ο σαρανταπεντάρης ένιωθε πως ξαναζούσε τη ζωή του και αυτό του έδινε διπλή ζωντάνια. Έβλεπε στο μικρό του αγόρι όλα όσα έκανε κι εκείνος στην ηλικία του. Δεν γινόταν γελοίος όμως να παριστάνει τον πιτσιρικά, του άρεσε η ζωή του όπως ήταν και όπως την είχε ζήσει. Τα έβλεπε τώρα με μια δεύτερη ματιά, πιο προσεκτικά. Αυτή την τόσο χρήσιμη ματιά που βγάζει κατανόηση.
Ο συνδυασμός της κατανόησης και της εμπειρίας γαλήνευε το είναι του και άφηνε τον έρωτα να κυκλοφορήσει ανενόχλητος από κολλήματα και περιορισμούς. Αυτόν τον έρωτα του πρόσφερε. Αυτόν τον έρωτα που υπήρχε παντού, όχι μόνο στην κρεβατοκάμαρα. Υπήρχε στο δρόμο, στο εστιατόριο, στο θέατρο, παντού όπου βρισκόταν μαζί του.
Δεν ήθελε να γίνει ο δάσκαλός του, δεν ήθελε να τον διδάξει. Αλλά τον γοήτευε να είναι για τον μικρό το κρυφό του παράδειγμα. Δεν τον ενοχλούσε αν τον αμφισβητούσε, άκουγε προσεκτικά αυτό το κάτι καινούριο και το συμπλήρωνε, ξαφνιάζοντας πολλές φορές τον μικρό με την υπομονή που είχε.
Πολλές φορές τον άφηνε επίτηδες να κάνει κάτι λάθος, θυμόταν τα δικά του λάθη, αυτά που τον έκαναν να σταθεί στα πόδια του. Να μην χρειάζεται δεκανίκια, να μπορεί να στηρίξει και να στηριχτεί σε ανθρώπους. Να συνυπάρξει.
Ήθελε να του δίνει το χώρο του, να μπορεί ν’ ανασάνει, να είναι μαζί του από επιθυμία και μόνο, όχι από ανάγκη.
Ο μικρός ξαφνιαζόταν αλλά καμάρωνε μέσα του που ο «μεγάλος» δεχόταν μια διαφορετική σκέψη ή άποψη. Το θεωρούσε κατόρθωμά του. Αισθανόταν αηδία με τους μεγάλους τους ξερόλες. Τον έπνιγαν.
Αυτά τους έκαναν να είναι περήφανοι ο ένας για τον άλλον.
Αν δεν τρέξουν τα σάλια σου, από το στόμα ή από την ψυχή, για τον άνθρωπό σου, ο έρωτας είναι μακριά.
Άλλωστε η πιο μεγάλη καψούρα είναι μέσα στην αγάπη, όχι στην ηλικία.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *