Ο πραγματικός χαρακτήρας φαίνεται στο χωρισμό

Πόσο μισάνθρωπος μπορεί να είναι κάποιος που χωρίζει προκαλώντας στον πρώην αγαπημένο του πόνο συνειδητά.
Που φεύγει από μια σχέση σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Αυτός που είναι ανίκανος να πει ένα ευχαριστώ γι’ αυτά που έζησε.
Υπάρχουν τρία στάδια σε μια σχέση: η γνωριμία, το διάστημα που θα είναι το ζευγάρι μαζί και ο (πιθανός) χωρισμός.
Στο χωρισμό φαίνεται ξεκάθαρα το είδος του ανθρώπου. Εκεί αποκαλύπτεται ο πραγματικός του χαρακτήρας, αν είναι έντιμος, αν είναι καλός, αν είναι συμπονετικός ή τίποτε απ’ όλα αυτά.
Σπάνια συναντά πλέον κανείς ανθρώπους που χωρίζουν χωρίς να έχουν τη συναισθηματική τους «καβάντζα».
Δειλοί, φοβισμένοι και ανίκανοι να μείνουν μόνοι τους για ένα διάστημα μέχρι να ξεκαθαρίσει μέσα τους το τι θέλουν από την επόμενη σχέση που θα κάνουν.
Είναι αυτοί που πριν φύγουν δημιουργούν ένα υποκατάστατο της σχέσης που έχουν ώστε να νομίζουν πως δεν άλλαξε τίποτε.
Έτσι χώρισαν και ο Λευτέρης με το Δήμο.
Μπήκε απόγευμα ο Δήμος στο σπίτι και το βρήκε άδειο.
Είχε πάρει φεύγοντας ο Λευτέρης τα πάντα. Σε μια χαρτοπετσέτα του έγραφε πως τα πήρε γιατί εκείνος τα είχε πληρώσει.
Εργαζόταν σαν επιστάτης σε μια μεγάλη φυτεία λαχανικών και κέρδιζε πολλά, λίγο περίεργο βέβαια το μεγάλο ποσό που έπαιρνε κάθε μήνα, αλλά ο Δήμος δεν ασχολιόταν και πολύ.
Ο Δήμος κάθισε σε μια καρέκλα για να μη σωριαστεί. Ένιωθε δύσπνοια από τον κόμπο στο λαιμό που προσπαθούσε να γίνει δάκρυ.
Ναι, είναι πολύ δύσκολη κατάσταση ο οποιοσδήποτε χωρισμός και αφήνει πληγές που ίσως να μην επουλωθούν σύντομα.
Η μεγάλη δυσκολία είναι πως αυτός που φεύγει ήταν ένα σημείο αναφοράς για τη ζωή εκείνου που μένει. Σημείο αναφοράς για τα πιο απλά, μια βόλτα, μια ταινία στην τηλεόραση, μέχρι τα πιο σημαντικά όπως το σεξ, το κοινό ταμείο στο σπίτι, ή η συμπαράσταση σε μια δύσκολη κατάσταση.
Αυτή η έλλειψη του σημείου αναφοράς δημιουργεί και τον πανικό ή τον φόβο.
Ειδικά στη συναισθηματική δέσμευση, όπως το να τον σκέφτεται και να τον ποθεί, να ελπίζει και να οραματίζεται το μέλλον μαζί του, κάτι γινόταν όσο ήταν μαζί.
Είναι αυτό που δημιουργεί το κενό, το δυσβάσταχτο ψυχικό κενό τον πρώτο καιρό.
Είναι αυτό που ζητούν όλοι όσοι χώρισαν ν’ αναπληρώσουν: ένα σημείο αναφοράς αντίστοιχης δύναμης και έντασης.
Ο χαρακτήρας λοιπόν του ανθρώπου φαίνεται με τον τρόπο που φεύγει από μια τέτοια σχέση.
Ο χαρακτήρας όμως δεν δημιουργείται τη στιγμή του χωρισμού.
Τον είχε ο Λευτέρης και πριν χωρίσουν. Τον είχε για όσα χρόνια έμειναν μαζί μα ο Δήμος είτε έκανε πως δεν τον έβλεπε, είτε δεν πίστευε πως είναι τίποτε κακό. Και ο Λευτέρης είχε και την άτυπη και ανομολόγητη «έγκρισή» του γι’ αυτό που είναι.
Δηλαδή τι φανταζόταν πως έκανε ο Λευτέρης σαν επιστάτης; Έδινε μαθήματα χορού στους εργάτες; Αφού είχαν φτάσει στ’ αυτιά του διάφορα περίεργα για την απότομη και βίαιη συμπεριφορά του. Γιατί δηλαδή τα προσπέρασε σαν «κακοήθειες» και «κακόβουλα ψέματα»; Γιατί δεν αναρωτήθηκε ποτέ πώς είναι δυνατόν να αμείβεται τόσο καλά; Ποιες ειδικές υπηρεσίες παρείχε στους εργοδότες του και τους ήταν τόσο απαραίτητος; Και όταν συναντήθηκε με έναν κοινό τους φίλο, πρώην εργάτη στις φυτείες και τόλμησε να του πει κάτι για τη συμπεριφορά του, γιατί τον διαολόστειλε και το είπε και στο Λευτέρη. Ούτε τότε προβληματίστηκε;
Ναι, μπορεί να συμβεί και αυτό.
Έναν άνθρωπο που του δείχνουμε εμπιστοσύνη, που τον αποδεχόμαστε, είναι πολύ δύσκολο να πιστέψουμε μετά πως δεν είναι αυτό που είδαμε στην αρχή.
Ή μπορεί ο Λευτέρης να άλλαξε με τον καιρό.
Πάλι ναι, μπορεί. Ο άνθρωπος αλλάζει συνέχεια μα η πιο συνηθισμένη τάση είναι να κρατάμε την πρώτη εικόνα.
Την εικόνα που είχε όταν γνωρίστηκαν.
Και τότε αρχίζει ένα από τα πιο άσχημα ανθρώπινα συναισθήματα:
Η εξοικείωση.
Ένα συναίσθημα που περιέχει βία, ασχήμια, πόνο.
Αυτό που σε κάνει να σου είναι οικεία τα πιο σκληρά που συμβαίνουν γύρω σου.
Αυτό που σε κάνει να μην αντιδράς, να μην κινητοποιείσαι για ό,τι πριν σε θύμωνε, σε εξόργιζε, σε έκανε να πονάς ή να θλίβεσαι.
Το συναίσθημα της αδράνειας, του τέλματος, της αδιαφορίας.
Είναι σίγουρα αυτό που θα σε κάνει να μην δώσεις καμιά μάχη πλέον για ό,τι πριν πίστευες βαθιά.
Για ό,τι σου ήταν αδιανόητο.
Αυτό που μπορεί να συνυπάρχει αρμονικά μόνο με κάτι κακό.
Ίσως το πιο απάνθρωπο συναίσθημα.
Ένα συναίσθημα που το προκαλεί πολλές φορές η αδυναμία ν’ αντιδράσεις. Ή και ο φόβος ακόμα. Ή και η άγνοια του τι πρέπει να κάνεις.
Και τότε το κακό γιγαντώνεται και γίνεται μέρος της καθημερινότητας.
Όχι δεν είναι έτσι. Δεν είναι δυνατόν να είναι οικείο μόνο το κακό. Υπάρχει και το καλό. Ποτέ δεν υπάρχει μόνο του το ένα. Η μαγεία της ζωής είναι προς τα πού θα κοιτάξεις.
Δυστυχώς τις περισσότερες φορές μόνο ένα μεγάλο ταρακούνημα μπορεί να στρέψει το βλέμμα και προς την άλλη κατεύθυνση.
Κάτι αντίστοιχο ένιωσε και ο Δήμος στο άδειο σπίτι.
Σαν μια σπίθα, μικρό και σχεδόν αδιόρατο.
Μα αυτό τον ηρέμησε κάπως. Αυτό τον έκανε να σηκωθεί και χωρίς να πάρει τίποτε από το σπίτι, έφυγε.
Περπατούσε και στο μυαλό του γύριζαν όλα όσα ανέχτηκε, όλα όσα δεν ήθελε να δει.
Όλες αυτές τις αξίες που έβαλε τόσα χρόνια στο μπαούλο μην τυχόν και διαταράξει την καλή σχέση που πίστευε πως είχε.
Αυτή η σπίθα τον έκανε να δει ξεκάθαρα πόσο πιο δυστυχισμένος ήταν ο Λευτέρης. Πόση απόγνωση θα του φέρει σύντομα η «καβάντζα» του.
Πόσο πόνο θα περάσει στην υπόλοιπη ζωή του με τον τρόπο που έμαθε να επιβιώνει.
Χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, ένιωθε πως πέρασε μια μεγάλη αρρώστια.
Ανακουφισμένος κάθισε στο παγκάκι του πάρκου. Οι ανάσες του ήταν βαθιές, λυτρωτικές.
Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβε πως δεν έχασε τον καιρό του, αλλά κέρδισε τόσα πολλά μέσα από αυτήν τη σχέση.
Μετά από πολλά χρόνια ένιωθε πάλι σαν έφηβος.
Έμεινε στο ξενοδοχείο εκείνο το βράδυ, ήρεμος και δυνατός.
Και σαν να του φάνηκε πως το παιδί που τον πήγε στο δωμάτιό του τον γλυκοκοίταζε.
Και ναι, καλά έκανε και πήρε τα πράγματά του. Δεν θα μπορούσε ούτε να τ’ αγγίξει με την τόση βρώμα που είχαν πάνω τους.
Καθαρές ματιές σαν του αγοριού στο ξενοδοχείο και καθαρό κρεβάτι να κοιμάται χρειαζόταν.
Τίποτε άλλο.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *