Πέραμα (Μέρος 1ο, η γειτονιά το λιμάνι και η έξοδος)

imagesε


Καβάλησε το μηχανάκι και έφυγε τρέχοντας στην  κατηφόρα του σπιτιού του, στο Πέραμα. Έπαιρνε να βραδιάζει με τον καιρό μπουρινιασμένο και τις πρώτες σταγόνες να κάνουν γλιστερό το δρόμο.
Σταμάτησε στο περίπτερο του λιμανιού να πάρει τσιγάρα. Άναψε ένα κοιτάζοντας προς τη πλευρά απ’ όπου έρχονταν τα πλοία από τη Σαλαμίνα.
Εκείνη τη στιγμή κατέφθανε ένα έχοντας ρίξει τον καταπέλτη  για τ’ αυτοκίνητα. Κοίταζε τον κόσμο που περίμενε να κατέβει, όρθιοι, κρατώντας διάφορες τσάντες γυρίζοντας από τα εξοχικά τους. Η εικόνα τον τρόμαξε. Σαν αποβατικό του πολεμικού ναυτικού του φάνηκε, με τους πάνοπλους στρατιώτες έτοιμους να αποβιβαστούν για επίθεση και κατάληψη. Περισσότερες ήταν οι γυναίκες από τους άντρες και οι πιο πολλές απ’ αυτές μαυροφορεμένες. Τους είχαν θάψει προ πολλού τους άντρες τους, οι οποίοι δούλευαν για πολλά χρόνια σε δυο δουλειές, έχοντας ως μοναδικό στόχο να χτίσουν στη Σαλαμίνα ένα αυθαίρετο.
Έτσι αυθαίρετη ένοιωθαν και τη ζωή τους και με τον ίδιο αυθαίρετο τρόπο συμπεριφέρονταν. Ζούσαν με τη σύνταξη του μακαρίτη και επειδή δεν είχαν πια σύντροφο, η μοναδική τους ενασχόληση ήταν τι έκαναν οι άλλοι. Είχαν καυγαδίσει, άντρες και γυναίκες, όλο το σαββατοκύριακο αμέτρητες ώρες με τους γείτονες, με τους συγγενείς, με όποιον τέλος πάντων εύρισκαν πρόσφορο. Δεν πήγαιναν για να ξεκουραστούν, να υπάρξουν μέσα από τους καυγάδες ήθελαν. Επέστρεφαν σχεδόν πάντα εκνευρισμένοι και θυμωμένοι, ιδιαίτερα οι γυναίκες, όπως τώρα. Οι γυναίκες μάζεψαν  χόρτα και είχε πιαστεί η μέση τους, και οι άντρες ήταν ταλαιπωρημένοι από τις μικροεπισκευές που έκαναν στο αυθαίρετο. Ο συνδυασμός της κούρασης με το ανικανοποίητο της ζωής τους, έφτιαχνε ένα εκρηκτικό μίγμα. Ένα μίγμα που το κρατούσαν μαζί με τις τσάντες και σίγουρα κάπου θα έβρισκαν να το ρίξουν για να προκαλέσουν μακελειό. Σε τι διέφεραν οι τρομοκράτες από αυτό το πλήθος ποτέ δεν κατάλαβε ο Περικλής. Το πλήθος αυτό ήταν ο πιο μεγάλος του φόβος.
Άνθρωποι που έκριναν και κατέκριναν με μεγάλη ευκολία τους άλλους. Το καχύποπτο βλέμμα τους αναζητούσε συνεχώς το επόμενο θύμα τους.
Όσο πλησίαζε το πλοίο στο μόλο, ένοιωσε πως αν ακουμπήσει ο καταπέλτης, θα του ορμήσουν να τον καταπιούν. Το όπλο τους πανίσχυρο: μια ατέλειωτη κακιά κριτική για όποιον δεν έκανε αυτό που εκείνοι θεωρούσαν σωστό. Όποιος το τολμούσε τον σκότωναν αργά και βασανιστικά, παρεμβαίνοντας απροκάλυπτα στη προσωπική του ζωή. Μπορούσαν να το κάνουν για πολλά χρόνια και ασταμάτητα χωρίς ποτέ να κουράζονται, έχοντας το υποτιθέμενο λάβαρο της ηθικής υψωμένο, αναλαμβάνοντας αυθαίρετα το ρόλο του σωτήρα της κοινωνίας από τα κάθε λογής «μιάσματα». Ποτέ δεν έλεγαν κάτι ευθέως σαν θρασύδειλοι που ήταν όλοι τους, ειδικά οι γυναίκες. Οι άντρες συμμετείχαν αναγκαστικά σ’ αυτόν τον πόλεμο, φοβούμενοι, πως αν δεν το κάνουν θα τους θεωρήσουν και αυτούς εχθρούς. Δεν τις άντεχαν. Μέχρι και το πώς έπρεπε να πηδάει κανείς ήθελαν να καθορίσουν. Απώτερος σκοπός τους ήταν να μην υπάρχει έρωτας.
Αυτές σαν στερημένες και ανοργασμικές, γνώριζαν, πολύ καλύτερα από τον καθένα, πως όποιος απολαμβάνει τον έρωτα είναι αμαρτωλός. Πόσο μάλλον κάποιος που η προτιμήσεις του ήταν διαφορετικές… Η ερωτική  αποχή τους δημιουργούσε φθόνο και τις έκανε να θέλουν  να ζουν και όλοι οι άλλοι χωρίς έρωτα. Σ’ έπνιγαν με τον «καλό» τους το λόγο. Όλα για το καλό των άλλων τα έκαναν. Για την ηθική και την αξιοπρέπειά τους.
Ποτέ δεν έκαναν κατά μέτωπο επίθεση˙ αγαπημένη τους τακτική η κυκλωτική κίνηση μέσα στη γειτονιά και στους κοινούς γνωστούς, με σκοπό να φτάσουν οι ατέλειωτες ψεύτικες πληροφορίες στο θύμα. Η επίθεση ολοκληρωνόταν με το πνίξιμο του θύματος. Για το καλό του…
Ο Περικλής πέταξε το τσιγάρο σχεδόν ολόκληρο,  ξανακαβάλησε το μηχανάκι βιαστικά για να προλάβει να φύγει πριν το πλήθος ξεχυθεί στην αποβάθρα. Τις φαντάστηκε μόλις κατέβαιναν, να καυγαδίζουν στο λεωφορείο για μια θέση, να σπρώχνονται και να κατσαδιάζουν όποιον δεν τους παραχωρούσε προτεραιότητα, σίγουρες πως τη δικαιούνταν.
Ανέπτυξε ταχύτητα ν’ απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα γινόταν από αυτή τη διάσπαρτη με νάρκες ψευτοηθικής περιοχή.
Οδηγούσε χωρίς κράνος και ο αέρας που του χτύπαγε το πρόσωπο τον έκανε να δακρύζει.
Ήταν πολύ θυμωμένος γιατί πριν έκανε πάλι έναν άγριο καυγά με τη μάνα του τη κυρά Δέσποινα˙ ξέχασε να του ανάψει το θερμοσίφωνα για να κάνει μπάνιο όταν θα γύριζε από τη δουλειά. Παραμύθι ήταν ότι τον είχε ξεχάσει. Προσπαθούσε να τον αποτρέψει να “ξεπορτίσει” πάλι, όπως έκανε κάθε μέρα το τελευταίο μήνα χωρίς να μπορέσει να μάθει που πήγαινε. Όχι πως δεν προσπάθησε˙ όταν κοιμόταν έψαχνε σχολαστικά τις τσέπες του παντελονιού του και το πορτοφόλι, για να μην καταλάβει τίποτα ο γιος της και γίνει το σώσε. Το μόνο που έβρισκε ήταν προφυλακτικά και μερικά ψιλά.
-Ας μου ζητήσει λεφτά ο ανεπρόκοπος, μουρμούρισε μονολογώντας, και θα τον συγυρίσω εγώ.
-Πάλι θα κάνεις μπάνιο; Φώναξε του γιου της από την κουζίνα. Χτες έκανες, που έχεις μπλέξει και δεν κάθεσαι λίγο στο σπίτι μαζί μας; Σε λίγο θα έρθουν οι θείοι σου και θέλουν να σε δουν.
-Δεν μιλάς και εσύ; συνέχισε γυρίζοντας στον κυρ Παναγιώτη τον άντρα της.
Είχε πάντα μια ξινίλα στη μούρη της όταν του μίλαγε. Ήταν μια απ’ αυτές τις πολλές γυναίκες που πίστευαν πως μετά το γάμο όση περισσότερη ξινίλα είχε η συμπεριφορά τους, τόσο πιο κυρίες ήταν.
Άντρας της τρόπος του λέγειν! Τον είχε προ πολλού ακυρώσει σαν άντρα, σαν σύζυγο αλλά και σαν άνθρωπο. Από τότε που γεννήθηκε ο κανακάρης της, σαν γνήσια Ελληνίδα μάνα, σχεδόν τον παντρεύτηκε. Μόνο έρωτα που δεν έκαναν. Ζούσαν σαν ζευγάρι, με τους ερωτικούς καυγάδες τους, με τις γλυκές συμφιλιώσεις, και με τον απόλυτο έλεγχο που ασκούσε πάνω στο γιο της. Κυρίως τον συναισθηματικό. Τεράστια και συνεχής ήταν η προσπάθειά της από την ημέρα που γεννήθηκε, όχι να του μάθει πως θα ζήσει μόνος του όταν μεγαλώσει, αλλά πως θα περάσει την υπόλοιπη ζωή του μαζί της. Ν’ αντιδρά και να σκέφτεται όπως ήθελε εκείνη. Δηλαδή καθόλου. Θα τα έκανε όλα αυτή. Έκανε τα πάντα να μην ωριμάσει το παιδί, να μην μπορέσει ποτέ να πάρει τη ζωή στα χέρια του, να μην κάνει σωστά τίποτα μόνος του, έτσι για να μην τολμήσει ποτέ να φύγει από κοντά της. Το πιο φοβερό απ’ όλα που του έκανε, επειδή ήθελε να γεννήσει κορίτσι και όχι αγόρι, ήταν πως τα δυο πρώτα χρόνια της ζωής του, τον έντυνε σαν κοριτσάκι με φουστανάκια και κορδελίτσες. Μόνο όταν την ξεμπρόστιασε άσχημα η μάνα της, η γιαγιά του Περικλή, άρχισε να τον ντύνει αγορίστικα. Του έπνιξε από την αρχή κάθε αρσενική ορμή και συμπεριφορά. Ο απόλυτος ευνουχισμός.
Ήταν πραγματικά τρομακτική η συμβουλή που του έδινε από τότε που ήταν μικρός:
“Η γυναίκα είναι το πιο βρώμικο πλάσμα στο κόσμο, να προσέχεις″.
Εξυπακούεται πως η μοναδική εξαίρεση ήταν εκείνη.
Άντε τώρα μετά από τέτοια συμβουλή να μπορέσει ν’  αγαπήσει γυναίκα.
Το δίλημμα στον κυρ-Παναγιώτη να φύγει και να τη χωρίσει δημιουργήθηκε από τότε που ο γιός του ήταν μικρός. Δεν την άντεχε που τον έκανε συνέχεια να νοιώθει λίγος, παρείσακτος και άχρηστος. Και τότε έπεσε πάνω του όλο το σόι, αυτοί οι υπέροχοι προστάτες της κοινωνικής συνοχής, όπως αυτοαποκαλούνταν.
Αυτοί οι προστάτες που στο όνομα της συγγένειας γίνονταν, αργά αλλά σταθερά, κανονικοί δολοφόνοι. Δολοφόνοι ψυχών και συναισθημάτων στο όνομα της κοινωνικής ανυπαρξίας και της ανοργασμικής ζωής τους, έκαναν ότι μπορούσαν για να υπάρξουν μέσα από τις ζωές των άλλων.
Γιατί ποτέ δεν αγάπησαν τον εαυτό τους και ποτέ δεν αγαπήθηκαν.
Γιατί ποτέ δεν έμαθαν να δίνουν και ήξεραν μόνο να παίρνουν.
Γιατί ποτέ δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν και ν’ αγαπήσουν αυτά που είχαν. Και  έπαιρναν τις ζωές των άλλων. Ποτέ δεν κατάλαβε ο Περικλής σε τι διέφερε ηθικά όλο αυτό  το σκυλολόι από τους πραγματικούς φονιάδες. Είχαν όμως πολύ ισχυρούς προστάτες: τους νόμους, την αστυνομία και την εκκλησία. 
Προσπάθησαν λοιπόν να πάρουν και την ψυχή του κυρ-Παναγιώτη, και αναγκάστηκε να κάνει πίσω ο έρμος. Με ποιον να τα πρωτοβάλει; Από τότε είχε πάντα μια γκόμενα, για να παίρνει λίγη αγάπη και τρυφερότητα. Το καταλάβαινε βέβαια η κυρά Δέσποινα και μερικές φορές, για την τιμή των όπλων, του έκανε μια φασαρία, αλλά σύντομα τον άφηνε ήσυχο για ν’ ασχολείται μόνο με το γιόκα της.
Οι θείοι που περίμενε η μάνα του ήταν μια καριόλα, κουτσομπόλα, χοντρή και ανέραστη γυναίκα με μουστάκι και ο θείος γύρω στα εξήντα καλοζωισμένος, χοντρός και αυτός, αλλά με «καλή θέση» στη κοινωνία. Ήταν και οι δύο χοντροί και στο μυαλό και στο σώμα. Άλλωστε πρώτα χοντραίνει κανείς μέσα του και μετά έξω. Ανώτερος δημόσιος υπάλληλος έχοντας γνωριμίες με βουλευτές του κόμματος, υποτίθεται πως προσπαθούσε να βάλει και το γιό της κυρά Δέσποινας στο δημόσιο, να γλυτώσει το παιδί από τη σκληρή δουλειά στα ναυπηγεία, όποτε την είχε. Είχαν και τα μετρητά τους στην άκρη, κάτι είχε ακουστεί για μίζες εκεί που δούλευε ο χοντρός θείος, αλλά ποτέ δεν αποδείχτηκε τίποτα. Είχαν και τ’ ακίνητά τους και το εξοχικό τους, στο Θεολόγο όπως όλοι οι νεόπλουτοι, και όλα τα καλά του θεού. Παιδί δεν μπόρεσαν να κάνουν, η κακιά θεία το σκότωνε αμέσως το σπέρμα μόλις αυτό έμπαινε μέσα της, έτσι για να μπορεί να βρίζει τζούφιο το θείο, τιμωρώντας τον επειδή άλλον αγαπούσε όταν τον παντρεύτηκε.
Μισούσαν ο κύριος και η κυρία ”Τριωρόφου“, όποιον είχε παιδιά, αλλά πάντα παρουσιάζονταν σαν σωτήρες των άλλων όχι από διάθεση να βοηθήσουν πραγματικά, αλλά για να τους κάνουν να νοιώθουν μειονεκτικά.
Είχαν και οι δύο πάντα μια έκφραση αηδίας στο πρόσωπο όταν μιλούσαν με κάποιον. Αηδιασμένοι με τη ζωή που είχαν κάνει προφανώς, μα αυτοί όλοι που έχουν τριώροφο εισπράττουν το σεβασμό των άλλων -το φτύσιμο και τη μούντζα την εισπράττουν πάντα μετά αφού έχουν φύγει.
Μόλις μπήκαν στο σπίτι οι θείοι, φέρνοντας και έξι πάστες, άλλαξε το ύφος της κυρά Δέσποινας και παρόλο που ήταν έξαλλη μαζί του, άρχισε να παινεύει το κανακάρη της, για το πόσο εργατικός ήταν:
″Να τώρα έφυγε για να βρει το προϊστάμενό του για να συζητήσουν για την αυριανή δουλειά“.
Τρομάρα της… Ούτε ένα ψέμα της προκοπής δεν μπορούσε να πει. Για το πόσο καθαρός και προσεκτικός στο σπίτι ήταν -έβραζε μέσα της από νεύρα γιατί άφησε πάλι το μπάνιο χάλια από τη βιασύνη του να φύγει και κοψομεσιάστηκε να το καθαρίσει μη την πουν ανοικοκύρευτη οι θείοι. Τους έλεγε ότι τα λεφτά που βγάζει από τη δουλειά του της τα δίνει όλα, κρατάει μόνο για τα τσιγάρα του και τον καφέ του, και άλλα τέτοια αηδιαστικά. Έπρεπε να τους παρουσιάσει τη τέλεια οικογένεια. Τρίχες, Παρασκευή πληρωνόταν και τη Δευτέρα δεν είχε ούτε για το εισιτήριο λεφτά ο Περικλής.
Όλη αυτή τη φρίκη ήθελε ν’ αποφύγει αλλά και τις επίμονες ερωτήσεις για το πότε θα «τακτοποιηθεί». Εννοούσαν δηλαδή πότε θα κάνει ένα γάμο για να γίνει σαν αυτούς. Αυτούς που όταν βγαίνουν μόνοι τους για να φάνε μια πάστα, μπορεί να μείνουν και δύο ώρες χωρίς να μιλάνε καθόλου μεταξύ τους˙ Δεν έχουν τίποτα να πουν και περιφέρουν το λίπος του μυαλού και του σώματός τους επιδεικτικά με τη θρασύτητα του ηλίθιου που έχει εξουσία.
Ψηλός, όχι όμορφος ο Περικλής, αλλά εκείνο το βλέμμα με τα κατάμαυρα μάτια τα υγρά είχε τη λιμανίσια θάλασσα μέσα του. Βλέμμα πάντα λίγο θυμωμένο, ίσως επειδή δεν μπορούσε να ταξιδέψει με τα καράβια που έβλεπε να φεύγουν. Βλέμμα λίγο αγριεμένο με σμιχτά τα φρύδια πάντα σε μια επιφυλακή από το δέος που του προκαλούσε η θάλασσα. Την ίδια επιφυλακή απαιτούσε και το λιμάνι: η εγρήγορση ήταν απαραίτητη γιατί ο πόθος κυκλοφορούσε εκεί ελεύθερος και προκλητικός. Αλλιώτικη γινόταν η θάλασσα έξω από το λιμάνι. Λιγότερο ύπουλη και πλανεύτρα. Το δέος αυτό το ένοιωθε σαν η θάλασσα να ήταν μια γυναίκα ή η μάνα του, ποτέ δεν μπόρεσε να το ξεχωρίσει, αλλά δεν ήταν και από τους άντρες που τα πολυέψαχναν αυτά, τα φοβόταν λίγο. Είχε πατήσει τα τριάντα πέντε και το σώμα του είχε εκείνη τη φυσική γράμμωση και τη κορμοστασιά που έχουν όσοι κάνουν χειρωνακτική δουλειά. Πολλά χρόνια στα ναυπηγεία και δουλευταράς. Επίπεδη κοιλιά, χοντρά χέρια σχεδόν πάντα λίγο μαυρισμένα τα νύχια, γιατί μόνο οι αδελφές τα περιποιόντουσαν, χοντρό λαιμό με καρύδι, στενή μέση και πεταχτό αντρίκιο κώλο.
Περπάταγε με το άσπρο καλοσιδερωμένο από τη μανούλα του πουκάμισο με τσάκιση στο μανίκι. Στενό τζιν, ασπρισμένο μπροστά επειδή το έτριβε συχνά, για να προκαλεί και να δείχνει πως είναι αρσενικό. Δεν υπήρχε θηλυκό ή αρσενικό με ψυχή θηλυκού, που να μην του έριχνε πλάγια ματιά. Κατά πρόσωπο και στα μάτια δεν ένοιωθες ασφάλεια να τον κοιτάξεις. Σε διαπερνούσε μια αόρατη απειλή αν δεν σε ήθελε και καλά θα έκανες να τον αποφύγεις. Αν όμως σε ποθούσε, το βλέμμα του  παρέμενε απειλητικό -πάντα στην άμυνα ήταν- αλλά γινόταν επιθετικά προσκλητικό. Την έχουν αυτή την ιδιαίτερα ερωτική ατμόσφαιρα όλα τα λιμάνια και οι άντρες που ζουν εκεί.
Τη τελευταία στιγμή πάνω στο μηχανάκι, είδε το μπλόκο της αστυνομίας μόλις βγήκε στη λεωφόρο και επειδή γνώριζε καλά τους δρόμους, πρόλαβε και έστριψε σε ένα στενό για να μην πέσει πάνω τους και ξαναπληρώσει πρόστιμο για το κράνος.
Έφτασε στο καφενείο που σύχναζε, για να πιεί έναν καφέ και να ηρεμήσει λίγο από όλη αυτή την ένταση που πέρασε στο σπίτι. Ήταν η παρέα του εκεί και μιλώντας δυνατά άρχισαν να βλαστημάνε τον πουλημένο διαιτητή που έδωσε φάουλ στο χτεσινό αγώνα˙ εννοείται πως ήταν όλοι οπαδοί του Ολυμπιακού.
Φώναζαν και έβριζαν μέχρι που βγήκε από το διπλανό πρακτορείο εισιτηρίων για πλοία, η καινούρια υπάλληλος που δούλευε εκεί τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Πρώτα ακούστηκε ο προκλητικός ήχος από τα τακούνια στο πεζοδρόμιο. Σαν συναγερμός λειτούργησε. Σώπασαν όλοι περιμένοντας να απολαύσουν με τα μάτια τις ζουμερές καμπύλες της Τούλας -από το Αναστασία. Είχαν όλοι τους εκείνο το αυθόρμητο βλέμμα του αρσενικού που κοιτάζει από ένστικτο -έστω και αν συνοδεύει άλλη γυναίκα- όταν περνάει δίπλα του κάποια με καλύτερες καμπύλες. Οι γυναίκες που συνοδεύουν όταν το καταλαβαίνουν σκυλιάζουν και τους κάνουν σκηνές. Είναι εκείνο το δήθεν αδιάφορο βλέμμα που κρύβει πολύ πόθο από πίσω.
Είχαν μάθει από το λαμόγιο, τον ιδιοκτήτη του πρακτορείου τ’ όνομά της. Φρόντισε και τη γνώρισε ιδιαιτέρως ο πράκτορας πριν τη πάρει στο γραφείο…
Τους έτρεχαν τα σάλια στο πέρασμά της. Όσο ένοιωθε επάνω της τα βλέμματα των πεινασμένων σεξουαλικά αρσενικών η Τούλα τόσο πιο πολύ λικνιζόταν, πηγαίνοντας στο περίπτερο τάχα ν’ αγοράσει τσίχλες. Κοίταζε μαζί με τους άλλους και ο Περικλής αλλά το μυαλό του ήταν συνέχεια στο κινητό που δεν έλεγε να χτυπήσει και είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Όχι γιατί αγωνιούσε μήπως δεν πάρει, αλλά γιατί έπρεπε να βγει έξω να του μιλήσει, μην τυχόν και καταλάβουν στο καφενείο πως πηγαίνει και με αγόρια. Θα ήταν καταστροφή. Τώρα βέβαια όταν τον έπαιρνε καμιά γκόμενα μίλαγε δυνατά με καμάρι και ανακούφιση, για να τον ακούν οι άλλοι, μα όταν μίλαγε με αγόρια έβγαινε έξω. Όλοι καταλάβαιναν πως κάτι τους κρύβει, αλλά κανείς δεν τολμούσε να τον ρωτήσει. Είπαμε, την είχε την αγριάδα του και μάλιστα τον είχε προστατέψει πολλές φορές όταν ήθελε να κρυφτεί.
Του έδιναν στα νεύρα όλες αυτές οι χαζογκόμενες που τον περιτριγύριζαν γιατί προσπαθώντας να τον κρατήσουν κοντά τους, είχαν υιοθετήσει όλες τις συμπεριφορές της μάνας του. Από τη μια αυτό του άρεσε γιατί έτσι είχε μεγαλώσει και από την άλλη τρόμαζε στη σκέψη πως αν  πήγαινε μαζί τους θα ξαναζούσε την ίδια ακύρωση του αρσενικού όπως με τη μάνα του˙ έτσι τουλάχιστον φανταζόταν. Έπρεπε όμως να έχει ήσυχο το κεφάλι του από μια ενδεχόμενη κατακραυγή και τις ανεχόταν. Τι κούραση και τι μπλέξιμο… και το χειρότερο; να μην μπορεί να μιλήσει με κανέναν για όλα αυτά που ένιωθε. Τόσα χρόνια στο κρύψιμο τον έκαναν να είναι πολύ ευέξαπτος και καβγατζής, συνήθως για ασήμαντες αφορμές.
Η κυρά Δέσποινα ήταν σίγουρη γι’ αυτές του τις επιθυμίες. Δεν υπάρχει μάνα που να μη ξέρει ακριβώς τι κάνει ο γιός της, και χωρίς ποτέ να το ομολογήσει ξεκάθαρα στον εαυτό της, της άρεσε αυτό που συνέβαινε γιατί δεν κινδύνευε να της τον πάρει καμιά άλλη. Ήταν βαθιά η πίστη της πως δεν είναι δυνατόν αγόρι ν’ αγαπήσει άλλη γυναίκα εκτός από τη μάνα του.
Όταν ήταν μικρός του άρεσε να παίζει το πουλί του με τους φίλους του και να μετράνε ποιος έχει το μεγαλύτερο. Όλα κρυφά και με το φόβο μην τους πιάσουν. Ήταν τότε που ανακάλυπταν τον εαυτό τους, τις μυρωδιές του σώματος και τις ερωτογενείς του ζώνες.
Του άρεσαν πολύ του Περικλή αυτές οι κρυφές συναντήσεις με τους φίλους του. Βαρύς όμως ήταν ο φόβος, η ντροπή και οι ενοχές που ένιωθε επειδή ηδονιζόταν πιο πολύ με τους φίλους του παρά με τις κοπέλες που έπρεπε να βγαίνει ραντεβουδάκια, όπως έκαναν οι άλλοι. Ούτε στον εαυτό του δεν ομολογούσε πως ποθούσε το αντρικό κορμί και όλα αυτά που φανταζόταν να κάνει μα δεν το τολμούσε. Πόσο πολύ θα ήθελε ν’ αγκαλιάσει κάποιους από αυτούς, να τους φιλήσει και να κυλιστούν με την ορμή της εφηβείας τους σ’ ένα κρεβάτι ή στο χώμα του κοντινού λόφου που πήγαιναν βόλτα τάχα για να καπνίσουν κρυφά.
Στ’ αυτιά του αντηχούσαν σαν καμπάνες οι εξευτελιστικές εκφράσεις όλων των μεγαλύτερων, της οικογένειας, της εκκλησίας από τότε που πήγαινε στο κατηχητικό, για τις πουστάρες, τους κίναιδους, για τη κόλαση και τον παράδεισο, για το ξύλο που έδωσαν κάποτε σ’ έναν ”τοιούτο“ οι «κανονικοί» άντρες και τον ανάγκασαν να φύγει από τη γειτονιά τους. Τώρα το ότι μετά πολλοί από αυτούς «κανονικούς» επειδή τον γούσταραν πήγαιναν κρυφά και τον εύρισκαν, δεν το ανέφερε κανείς. Ούτως ή άλλως τον πήδηξαν άρα δεν ήταν και αυτοί πουστάρες, ήταν άντρες. Τρομάρα τους!
Όλα τα λιμάνια έχουν πουτάνες και ο Περικλής, με την ευχή της μάνας του και τα λεφτά του πατέρα του, είχε γνωρίσει αρκετές ξοδεύοντας μια περιουσία μαζί τους. Νόμιζε, παιδί πράγμα ακόμη, πως αν πήγαινε με πολλές γυναίκες, θα του πέρναγε η άλλη επιθυμία.
Ένα βράδυ που πίνανε στο μπαρ με τις πουτάνες μ’ ένα φιλαράκι του μπήκε μέσα η “θεά”. Πανύψηλη ξανθιά με φοβερά κωλομέρια που λικνίζονταν πρόστυχα πάνω στα ψηλοτάκουνα παπούτσια. Το βλέμμα της και μόνο έκανε τ’ αρσενικά να μένουν με ανοιχτό το στόμα και να δονείται όλο τους το είναι. Δεν είχε ξαναδεί τέτοια γυναίκα ο Περικλής και αμέσως της την έπεσε. Του φάνηκε λίγο μπάσα η φωνή της αλλά δεν έδωσε σημασία. Είδε και το φίλο του που κρυφογέλαγε αλλά δεν πολυκατάλαβε τι γινόταν, γιατί είχε πιεί και αρκετά ποτά. Την ήθελε τόσο πολύ αυτήν την καινούρια!
Τζένη την έλεγαν και τον πρόσεξε και εκείνη, γιατί ήταν μεν μικρός αλλά νταβραντισμένος και τον γούσταρε. Κανόνισαν να πάνε σ’ ένα έρημο μέρος, στις παλιές δεξαμενές του Πειραιά με τ’ αυτοκίνητό της, ένα πανάκριβο σπορ κάμπριο. Γνώριζε ο Περικλής την περιοχή γιατί είχε πάει αρκετές φορές με κάτι γκομενίτσες.
Όταν άρχισαν να φιλιούνται και να χαϊδεύονται κατάλαβε γιατί γέλαγε ο φίλος του. Η Τζένη ήταν τραβεστί! Πρώτη φορά στη ζωή του έπιανε αντρικό όργανο, τρόμαξε και έκανε πίσω. Τις ήξερε αλλά δεν του είχε τύχει ποτέ να βρεθεί με κάποια από αυτές. Η Τζένη προσπάθησε να τον ηρεμήσει και να του εξηγήσει πως θα τον άφηνε να κάνει ότι ήθελε. Πάλευαν μέσα του από τη μια η ηδονή που επί τέλους χάιδευε άντρα και από την άλλη η ντροπή, και κυρίως ο φόβος πως τώρα πια σίγουρα θα γίνει πούστης. Αφού το χάρηκε όση περισσότερη ώρα άντεχε, τον νίκησε τελικά ο φόβος και της ζήτησε να φύγουν. Η Τζένη πιο έμπειρη τον ηρέμησε και έφυγαν σιωπηλοί. Δεν του πήρε λεφτά γιατί ήταν η πρώτη του φορά όπως του είπε, αλλά στην πραγματικότητα το έκανε επειδή τον γούσταρε. Όλη νύχτα δεν μπόρεσε να κοιμηθεί μετά από αυτό το επεισόδιο. Του άρεσαν πιο πολύ τα χάδια της Τζένης από τις άλλες πουτάνες˙ μια πρωτόγνωρη εμπειρία που την περίμενε πολύ καιρό.
“Αυτό ήταν, είπε μέσα του, μ’ αρέσουν και τ’ αγόρια″! Μόλις το ομολόγησε στον εαυτό του ένοιωσε ανακούφιση αλλά και φόβο για το τι θα γίνει από εδώ και πέρα.
Η ζωή όμως ήξερε καλύτερα… Ήταν στο τραίνο όταν παρατήρησε πως τον κοίταζε ένα αγόρι περίπου στην ηλικία του, κάπως πιο έντονα. Το αγόρι του χαμογέλασε και εκείνος φοβήθηκε μήπως τους καταλάβουν οι υπόλοιποι επιβάτες, αλλά η καρδιά του χτύπαγε δυνατά. Εκείνο το χτυποκάρδι της ηδονής και του φόβου. Κατέβηκε στην πρώτη στάση και το αγόρι τον ακολούθησε από κάποια  απόσταση. Ο Περικλής σταμάτησε και άναψε ένα τσιγάρο. Εκείνος τον πλησίασε, του ζήτησε φωτιά και πιάσανε κουβέντα. Μετά από λίγη ώρα και αφού ένοιωσαν πιο ασφαλείς ό ένας με τον άλλον, το αγόρι του πρότεινε να πάνε σπίτι του για έναν καφέ. Πήγανε. Η καρδιά του Περικλή  χτυπούσε ακόμα πιο δυνατά. Έκανε για πρώτη φορά ολοκληρωμένο έρωτα μ’ έναν άντρα και ήταν υπέροχα. Δεν του φανέρωσε πως ήταν πρωτάρης και γι’ αυτό το αγόρι ξαφνιάστηκε με την τεράστια ηδονική ορμή αλλά και την τρυφερότητα που ένοιωσε μαζί του ο Περικλής. Συνέχισαν να βλέπονται για ένα διάστημα,  μετά εκείνος έφυγε για σπουδές στη Ιταλία και χάθηκαν.
Πέρασαν αρκετά χρόνια από αυτήν τη γνωριμία και ο  Περικλής, είχε πάντα μια γκόμενα για τα μάτια του κόσμου, αλλά έπαιζε το μάτι του όταν έβλεπε κάποιον που του άρεσε και δεν ήταν λίγοι αυτοί που γνώρισε.
Τη ντροπή και το φόβο του για την πιθανή κατακραυγή της οικογένειας κυρίως, δεν μπόρεσε ποτέ να την ξεπεράσει, μα αισθανόταν πως είχε γίνει μια μυστική συμφωνία, χωρίς να ειπωθούν οι δύσκολες λέξεις με την  μάνα του και ένοιωσε πιο ήρεμος. Νοίκιασε ένα σπίτι όχι πολύ μακριά από το πατρικό του, σε απόσταση ασφαλείας όμως για να μην μπορούν να βλέπουν ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει.
Σιγά μη δυσκολευόταν η κυρά Δέσποινα να ελέγξει το γιό της: απαίτησε και πήρε κλειδί του σπιτιού, τάχα για να πηγαίνει να καθαρίζει. Πηγαινοέρχονταν τα τάπερ και τα σιδερωμένα πουκάμισα, για να μπορεί να τον παρακολουθεί. Έδωσε μάχη ο  Περικλής για να έχει μεν κλειδί αλλά να πηγαίνει μόνο αφού θα τον είχε ειδοποιήσει. Η κυρά Δέσποινα ήταν η πρώτη φορά που έκανε πίσω γιατί καταλάβαινε πως θα έχανε και το κλειδί.
Τέλειωσε τη δουλειά της εβδομάδας και σαββατοπλύθηκε ο  Περικλής. Αλλιώτικο το μπάνιο του Σαββάτου από τις άλλες μέρες, πιο επιμελημένο και πιο προσεκτικό. Πλενόταν και ήταν σίγουρος πως αυτό το Σάββατο θα έβρισκε τον έρωτα της ζωής του. Κάθε Σάββατο ένοιωθε το ίδιο όση ώρα χάιδευε ερωτικά το σώμα του με το σαπούνι. Φόρεσε τη ”στολή του έρωτα“, αυτά τα ρούχα που ήξερε πως τον έκαναν πιο ερωτεύσιμο και πιο επιθυμητό. Εφαρμοστά και καλοσιδερωμένα για να τονίζουν το ωραίο του σώμα, αλλά απλά, όχι της μόδας. Ήξερε πως με αυτό το ντύσιμο άρεσε περισσότερο στους ομοφυλόφιλους. Φόρεσε και την εσωτερική στολή του έρωτα, στολή γεμάτη ηδονική προσδοκία και έφυγε από το σπίτι.
Ναι, ήταν γλεντζές ο  Περικλής, έπινε πολύ, μέθαγε αλλά ποτέ δεν έκανε φασαρίες όπως τόσοι και τόσοι που δεν μπορούν να χαρούν το ποτό. Χόρευε, τραγούδαγε, έκανε αστεία και αγαπούσε όλο τον κόσμο. Όταν σηκωνόταν να χορέψει ζεϊμπέκικο λιγώνονταν οι γυναίκες και ζήλευαν οι άντρες, από το πάθος που έβαζε στις κινήσεις του και “καιγόταν” το μαγαζί μέχρι να τελειώσει το χορό του.
Συναντήθηκε με τους φίλους του, και πήγανε πρώτα σ’ ένα ουζερί για να φάνε. Ήταν δυο ζευγάρια, ο Περικλής με τη γκόμενά του και μια φίλη της με το δικό της. Πιάσανε τη χαζοκουβέντα και με τους μεζέδες και το ούζο πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβουν. Τον Περικλή όμως τον έτρωγε μέσα του να φύγουν για να πάνε στο αγαπημένο του ξενυχτάδικο και βέβαια τους έπεισε.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *