Τα χέρια


Τα φρεσκοκομμένα του νύχια ήταν άγαρμπα και αντρίκια περιποιημένα.
Άσπρες παρωνυχίδες από το σαπούνι που πρόσφατα πέρασε πάνω τους.
Οι μικρές αυλακιές στο δέρμα στις άκρες των νυχιών πρόδιδαν πως ήταν αρκετές μέρες άκοπα. Γυαλιστερά και λεία με το ροζ χρώμα της ζωντάνιας κάτω από το νύχι. Η γυαλάδα και η ζωντάνια έκαναν το μισοφέγγαρο στο πάνω μέρος του νυχιού να προσπαθεί άδικα να μη φαίνεται αχνό.
Χοντρά χέρια που προσπαθούσαν ψεύτικα να κρατήσουν τη σεμνότητά τους, στα επιθετικά βλέμματα επιθυμίας που δέχονταν από εκείνους που ήξεραν.
Χέρια που πλανιόταν γύρω τους μια ανατριχίλα σαν αύρα. Μια ανατριχίλα που την άφηναν σαν σημάδι ηδονής σε όποιο δέρμα ακουμπούσαν, έστω και τυχαία.
Μόνο εκπαιδευμένα στην απόλαυση βλέμματα μπορούσαν να διακρίνουν αυτήν την αύρα, αναστενάζοντας κρυφά από πόθο.
Ο αναστεναγμός του σώματός τους όμως δεν μπορούσε να κρυφτεί, κάνοντας αμήχανες τις κινήσεις του.
Ίσως η ελπίδα για ανατριχίλα άφηνε επίτηδες έκθετο αυτόν τον αναστεναγμό.
Αυτά σκεφτόταν ο Δημήτρης κοιτάζοντας για πολλοστή φορά τα χέρια του αγαπημένου του.
Ένα χρόνο μαζί ζούσαν τον μεγάλο τους έρωτα, παθιασμένοι ο ένας με τον άλλον.
Ο Κώστας ήξερε πως τα χέρια του έστελναν στα ουράνια το Δημήτρη, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνει, αλλά τον γοήτευε αυτή η λατρεία που έδειχνε. Ήθελε να τα βλέπει συνέχεια γλυκομαλώνοντάς τον όταν τα έβαζε στις τσέπες, όπου μερικές φορές το έκανε επίτηδες για να τον κάνει να τρέξει στην αγκαλιά του.
Αυτά τα χέρια ήταν για το Δημήτρη η σιγουριά, η ηδονή, η χαρά, η βεβαιότητα πως μπορεί να στηριχτεί πάνω του.
Όπου κι αν τον άγγιζαν ανατρίχιαζε πάντα, έστω κι αν ήταν ένα τυχαίο άγγιγμα, πόσο μάλλον τις στιγμές του έρωτα.
Πολύ λίγοι φίλοι του καταλάβαιναν αυτό που ένιωθε για τα χέρια του Κώστα. Θα έδειχναν ίσως περισσότερη κατανόηση αν ήταν ένα μέρος του σώματος που έχει άμεση σχέση με το σεξ. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως οι ερωτογενείς ζώνες είναι προσωπική υπόθεση του καθένα ξεχωριστά.
Το ότι μπορεί κάποιος να έχει μια ιδιαίτερη επιθυμία για ένα μέρος στο σώμα του άλλου, τους φαινόταν υπερβολικό.
Μερικοί μάλιστα τόλμησαν να το θεωρήσουν και αρρωστημένο. Αυτούς τους απομάκρυνε, ήταν εκείνοι που δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη δύναμη που έχει το χάδι.
Επειδή δεν τους χάιδεψαν, δεν έδιναν σε κανέναν χάδι πραγματικό μέσα από την καρδιά τους. Αυτό τον φόβιζε και τον παραξένευε.
Όταν πρωτογνωρίστηκαν ο Κώστας φορούσε ένα δαχτυλίδι στο δεξί του χέρι. Ενθύμιο που του άφησε ο πατέρας του πριν «φύγει».
Ο Δημήτρης έδωσε μεγάλη μάχη να του το βγάλει και το κατάφερε. Ακόμα και το πιο όμορφο ή το πιο ακριβό κόσμημα στο χέρι, πίστευε πως έκλεβε κάτι από την γοητεία του. Παραπλανούσε το βλέμμα δυσκολεύοντας τη γλύκα του γυμνού ν’ αναδειχτεί.
Δεν έχει καμιά σημασία το σχήμα του χεριού ή άλλου μέρους τους σώματος που γοητεύει τον καθένα. Έχει σημασία τι λέει στην ψυχή του, τι αντιπροσωπεύει για το βλέμμα του.
Τα χέρια είναι άλλωστε συμβολικά ένα μέρος του σώματος από το οποίο μπορεί κανείς ν’ αντιληφθεί τα συναισθήματα του άλλου.
Πόσο αηδιαστική είναι μια χαλαρή χειραψία, δείγμα επιφυλακής και μοναξιάς σε σχέση μιας ζεστής και εγκάρδιας, που σου δείχνει αμέσως πως σε αποδέχεται και χαίρεται μαζί σου.
Τα χέρια δεν εκφράζουν απλά κάτι μόνο με τις κινήσεις τους μα «μιλάνε». Άλλοτε πολυλογούν, άλλοτε σιωπούν, άλλοτε δείχνουν και άλλοτε βρίζουν.
Τέλος όποτε χρειαστεί να κρατηθεί κανείς για να μην πέσει, θα χρησιμοποιήσει πρώτα τα χέρια του και μετά τα υπόλοιπα μέρη του σώματός του.
Χαμένος ο Δημήτρης μέσα σ’ αυτές τις σκέψεις τινάχτηκε μόλις ένιωσε το χέρι του αγαπημένου του να τον αγκαλιάζει.
Γουργούρισε ναζιάρικα όταν άγγιξε το μάγουλό του.
Όταν έπιασε το πρόσωπό του με τις δυο του παλάμες και τον φίλησε δυνατά, του κόπηκε η ανάσα.
Έκλεισε τα μάτια. Δεν άντεχε και τα χέρια και το βλέμμα του.
Ανείπωτη ευτυχία.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *