Το ξενυχτάδικο, η σχέση, το τέλος. (Δεύτερο και τελευταίο μέρος)

Το ξενυχτάδικο ήταν γεμάτο από κόσμο με πολύ δυνατή και κακή μουσική, καπνό και βρώμικα ποτά. Δυο να έπινες γινόσουν φέσι χωρίς να το καταλάβεις. Ήταν όμως τόσο ερωτική η ατμόσφαιρα που δεν έδινες σημασία. Γέλια, χοροί, τραγούδια και το πιο σημαντικό: μπορούσες να μιλήσεις και με άλλη παρέα χωρίς να παρεξηγηθείς.

Ήταν από αυτά τα μαγαζιά που πήγαιναν και ομοφυλόφιλοι που κρύβονταν, γιατί εκεί ένιωθαν πιο ασφαλείς.
Αυτήν την ασφάλεια ένιωθε ο Περικλής μέχρι που συνάντησε το βλέμμα του το Δημήτρη. Προσπάθησε να το αποφύγει αλλά το κεφάλι του γύριζε συνέχεια, σαν μαγνητισμένο και τον κοίταζε. Συναντήθηκαν, υποτίθεται τυχαία, μόνοι τους στις τουαλέτες και εκεί έπεσε το πρώτο βιαστικό φιλί. Το φιλί που δεν θα ξεχάσει ποτέ του. Τώρα για πότε πήγαν τις γκόμενες στα σπίτια τους, επειδή τους πείραξε δήθεν το ποτό, και για πότε βρέθηκαν στο σπίτι του Περικλή, ούτε που το κατάλαβαν.
Το πρωί τους βρήκε να κοιμούνται αγκαλιασμένοι και εξουθενωμένοι από το πάθος της βραδιάς που πέρασε. Κόντευε μεσημέρι όταν σηκώθηκαν, ήταν και οι δύο χαρούμενοι χωρίς να θέλει να ξεκολλήσει ο ένας από την αγκαλιά του άλλου. Κάποτε σηκώθηκαν επιτέλους, πήγαν να κάνουν μπάνιο και να ετοιμαστούν. Μια ώρα “ετοιμάζονταν” μέσα στο μπάνιο και έγινε χαμός πάλι κάτω από το νερό που έτρεχε πάνω τους.
Αποφάσισαν να πάνε μόνοι τους για φαγητό το μεσημέρι και ας τους περίμεναν οι οικογένειές τους για το κυριακάτικο καταθλιπτικό μεσημεριανό γεύμα. Αυτό το γεύμα που υποτίθεται πως είναι όλη η οικογένεια μαζί γύρω από το τραπέζι αγαπημένοι και μονιασμένοι -πάντα κόλλαγε και μια θεία κοντά τους για να το επιβεβαιώσει στο υπόλοιπο σόι- αλλά που όλοι βαριόντουσαν και βιάζονταν να φύγουν εκνευρίζοντας τη κυρά Δέσποινα.
-Τόσες ώρες σας μαγείρευα και εσάς το μυαλό σας είναι στη πόρτα. Ο Περικλής για το γήπεδο και εσύ για το καφενείο, αν πας εκεί… είπε σαν υπονοούμενο στον άντρα της κοιτάζοντάς τον πλάγια.
Αυτό το μεσημεριανό γεύμα, το βαρύ, με τα τσιγαριστά φαγητά του έφερνε πάντα δυσπεψία και κάψιμο στο στομάχι για όλη την υπόλοιπη μέρα. Αλλά και μια ψυχική καούρα, αυτήν που καμιά σόδα δεν μπορούσε να τη σβήσει. Δεν θα πήγαιναν και ας έλεγαν ό,τι ήθελαν. Τα ίδια πέρναγε και ο Δημήτρης με τους δικούς του και συμφώνησε αμέσως.
Στο παραλιακό εστιατόριο που πήγαν τελικά άρχισαν να συζητούν και με μεγάλη ικανοποίηση διαπίστωσαν πως εκτός από την ερωτική έλξη που ένιωθαν, είχαν και πολλές κοινές εμπειρίες ν’ ανταλλάξουν, κυρίως για τις ίδιες δύσκολες συνθήκες που ζούσαν και για το πόσο είχαν ταλαιπωρηθεί από το συνεχές κρύψιμο. Ο Δημήτρης μάλιστα είχε τόσο πιεστεί από τους γονείς του, που έκανε και έναν αρραβώνα μήπως και τους αναγκάσει να βουλώσουν το στόμα τους. Ευτυχώς κατάλαβε έγκαιρα πως κάτι τέτοιο δεν θα το άντεχε και βρίσκοντας μια δικαιολογία χώρισε.
Μάλαμα ψυχή ο Περικλής, ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε πως ήθελε πολύ να ακουμπήσει πάνω του ο Δημήτρης. Ναι, αυτό τον έφτιαχνε ψυχικά, αυτό τον έκανε να νοιώθει διπλάσια δυνατός σαν άντρας, προστατευτικός και φροντιστικός. Αυτό τον έκανε να νοιώθει επιθυμητός μα κυρίως το ότι κάποιος τον χρειάζεται έκανε τη ψυχή του να γαληνεύει και να μη νιώθει αυτό το σαράκι της μοναξιάς που τον έτρωγε.
Χαράμισε αρκετά χρόνια από τη ζωή του μέσα στην ψευδαίσθηση της ηδονής της σάρκας, του βιαστικού και εφήμερου έρωτα, αλλά η ψυχή του ήταν αλλού.
Αυτό ακριβώς που αναζητούσε και ο Δημήτρης.
Ψηλός ντελικάτος και μορφωμένος, είχε σπουδάσει κοινωνιολογία και δίδασκε σ’ ένα σχολείο, αλλά πολύ σεμνός και μετρημένος στις κουβέντες του. Αυτή η σεμνότητα ήταν που άρεσε τόσο πολύ στον Περικλή, γιατί πίστευε πως όλοι οι μορφωμένοι ήταν και λίγο ψώνια. Αλλά και η αγκαλιά του και τα χάδια του και τα φιλιά του˙ όλα του άρεσαν.
Ήταν από αυτούς τους κοινωνιολόγους που λάβαρό τους είχαν την ανατροπή. Δεν του ήταν αρκετό να περιγράφει απλά πως λειτουργεί η κοινωνία γύρω του. Τον διέγειρε πνευματικά και προκαλούσε συχνά τους άλλους με την αγαπημένη του ερώτηση: Ναι συμβαίνει αυτό αλλά γιατί; Και εσύ τι κάνεις;
Αυτό τον έφερνε σε συνεχή σύγκρουση με τους περισσότερους που για να μη χαλάσουν τον ύπνο τους και τη βαρεμάρα τους, αρκούνταν σε μια περιγραφή των γεγονότων. Ένιωθε πως μόνο μέσα από αυτό το ”γιατί“ θα μπορούσε να βρει τις αλήθειες του, που τόσο ποθούσε. Πως μέσα από τις αλήθειες του και μόνο θα μπορούσε να βιώνει δυνατές ανθρώπινες σχέσεις, και αυτός και οι γύρω του. Είχε ταχθεί να είναι αντίθετος στον καθένα που ήταν μίζερος και βολεμένος.
Άλλωστε σπούδασε κοινωνιολογία για να βοηθάει τον κόσμο να μπορεί να εκφράζεται. Και όταν αυτό συνέβαινε τον μάγευε. Δεν άντεχε καθόλου την αδικία που έβλεπε γύρω του. Σκληρός, μα και πολύ ευαίσθητος με τους αδύναμους. Αυτά τον οδήγησαν να γίνει αντιεξουσιαστής. Να σιχαίνεται την εξουσία σε κάθε της έκφραση. Τη θεωρούσε το προθάλαμο της φυλακής της ψυχής του αλλά και της κοινωνίας. Συχνά τον καλούσε η αστυνομία για να τον ″νουθετήσει“ και να τον ”συμμαζέψει“, και αυτό κατέληγε είτε να τρώει ξύλο στ’ αστυνομικά τμήματα, είτε να τον ακούν μ’ ανοιχτό το στόμα. Ήταν καλός ρήτορας και του άρεσε να μιλάει σε ακροατήριο.
Όταν ήταν μικρός ο πατέρας του τον έστελνε για πολλά χρόνια να μάθει ελληνορωμαϊκή πάλη. Είχε αποκτήσει πολύ δυνατό σώμα που δεν το έκοβε το μάτι σου, μια δύναμη που του είχε φανεί χρήσιμη πολλές φορές στις πορείες και τις διαδηλώσεις που πήγαινε.
Μα εκείνο που σε μπέρδευε περισσότερο ήταν το πρόσωπό του. Κατακάθαρο με τέλειο στόμα και δόντια, πάντα καλοκουρεμένο ξανθό μαλλί και απλό ντύσιμο. Κανένας δεν φανταζόταν πως αυτό το ωραίο αγόρι δεν είναι του χεριού του. Μετά το καταλάβαινε, όταν τολμούσε να του πάει κόντρα ή να του επιτεθεί.
Αποφάσισαν να γίνουν ζευγάρι. Αδιανόητο πράγμα για τον Περικλή πριν γνωρίσει το Δημήτρη, αλλά τώρα του φαινόταν κανονικό και απαραίτητο. Πόση ομορφιά και πόση γλύκα ψυχής και σώματος ένιωθαν, δεν περιγράφεται. Είχαν επί τέλους ο ένας τον άλλον. Να μοιραστούν τη χαρά και τη λύπη, τις διακοπές, τα ταξίδια, τις βόλτες, τα γλέντια αλλά και τους καυγάδες τους. Είχε μεγάλη παρέα ο Δημήτρης και μίλησαν σε πολλούς απ’ αυτούς για την αγάπη τους. Δεν το πίστευε ο Περικλής πως δεν τον χλεύασαν ούτε τον απαξίωσαν, μόνο τον δέχτηκαν.
Πόσα χρόνια έφαγε ο έρμος μ’ αυτόν το φόβο που τώρα άρχισε να καταλαβαίνει πως ήταν διογκωμένος μέσα στο μυαλό του.
Αγαπήθηκαν πολύ και σιγά – σιγά άρχισαν να ζουν μαζί. Έπιανε μερικά περίεργα βλέμματα ο Περικλής στη γειτονιά, αλλά επειδή του είχε φύγει ο πολύς φόβος δεν έδινε σημασία. Πόσο καλό του είχε κάνει αυτή η σχέση ούτε που μπορούσε να το φανταστεί. Ας τολμούσε κανείς να τον πειράξει το Δημήτρη του και θα δεις τι θα πάθαινε… σκεφτόταν και αγρίευε.
Από την πρώτη στιγμή κατάλαβε τη διαφορά η κυρά Δέσποινα, αλλά δεν είπε τίποτα. Ποτέ δεν έλεγε κάτι στα ίσια, πάντα το μεθόδευε μέρες μέχρι να βρει την κατάλληλη στιγμή. Αυτό όμως που την παραξένευε περισσότερο ήταν που δεν της έβαζε πια τις φωνές ο Περικλής με το παραμικρό. Την είχε συγχωρέσει για όλα όσα του είχε κάνει και μάλιστα δειλά αλλά σταθερά της έβγαζε αγάπη.
Ο Περικλής είχε μεγάλη αγάπη για τους πολύτιμους λίθους. Τον γοήτευαν πάντα ιστορίες με χαμένα πετράδια και η δύναμη που αποκτούσε όποιος τα είχε. Βλέποντας αυτή του την αγάπη ο Δημήτρης τον παρακίνησε να σπουδάσει και να μάθει γι’ αυτούς και την επεξεργασία τους. Δίστασε στην αρχή γιατί πίστευε πως δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει, αλλά ήταν τόση η χαρά του που δεν έχασε ούτε ένα λεπτό από τα μαθήματα. Σήμερα, έχοντας αφήσει πίσω του τη δουλειά στα ναυπηγεία είναι ένας πολύ καλός τεχνίτης και έμπορος πολύτιμων λίθων. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωθε βαθειά μέσα του πόσο σημαντικό είναι όχι μόνο ν’ αγαπάς, αλλά να εκτιμάς και να έχεις κοπιάσει να μάθεις αυτό που κάνεις σαν επάγγελμα. Πρωτόγνωρες εμπειρίες που ισορροπούσαν το είναι του. Μεγάλη ήταν η ανακούφιση και η κοινωνική καταξίωση που απέκτησε με την τέχνη που έμαθε.
Το μόνο που δυσκόλευε τη σχέση τους ήταν πως σαν αρσενικά, έδιναν μάχες στο κρεβάτι. Αποφάσισαν λοιπόν πως για να κάνουν σεξ θα πάλευαν και όποιος δήλωνε πρώτος πως παραδίνεται, ο άλλος θα τον έκανε ότι ήθελε για ένα εικοσιτετράωρο. Χωρίς διαμαρτυρίες.
Έξυπνος και γνωρίζοντας πάλη ο Δημήτρης σκέφτηκε χαρούμενος πως τον είχε του χεριού του. Πονηρός και πολύ δυνατός ο Περικλής σκέφτηκε και αυτός πως θα ήταν μια απλή υπόθεση ο ντελικάτος Δημήτρης. Άρχισαν να παλεύουν πάνω στο κρεβάτι η τεχνική με τη δύναμη. Τρία κρεβάτια έσπασαν μέχρι τώρα αλλά τη συμφωνία τη τηρούσαν πάντα. Οι λυσσασμένες και ομηρικές μάχες έδωσαν την πρώτη νίκη στο Δημήτρη. Πάγωσε ο άλλος γιατί δεν το περίμενε αλλά το βούλωσε. Οι άντρες έχουν λόγο σκέφτηκε. Χαμογελούσε ειρωνικά ο Δημήτρης, σκύλιαζε ο Περικλής αλλά ήταν υποχρεωμένος να κάνει ότι του πει. Τον έβαλε να γδυθεί αργά και προκλητικά για ν’ απολαμβάνει κάθε του κίνηση. Επειδή ο Περικλής το έκανε άγαρμπα τον έβαλε να το κάνει τρείς φορές μέχρι να γίνουν οι κινήσεις του λάγνες και παθιάρικες. Ντρεπόταν πολύ αλλά σκέφτηκε πως ήταν ικανός να τον έχει εκεί μέχρι το πρωί ώσπου να το κάνει καλά. Να βγάλει δηλαδή αυτό που είχε μέσα του και που τόσο ερέθιζε τον Δημήτρη να βλέπει: το πάθος του χωρίς ντροπή. Τον έβαλε να περπατάει ολόγυμνος για να χαζεύει τα φοβερά του κωλομέρια. Τον κοίταζε τότε περιφρονητικά λέγοντάς του πως η συμφωνία είναι συμφωνία και να το βουλώσει με τα μυξοκλάματα και τα παρακάλια. Επειδή δεν κάπνιζε και γυμναζόταν οι αντοχές του ήταν μεγάλες. Κάθε φορά που τέλειωνε άφηνε τον Περικλή να ηρεμήσει λίγο και ξανάρχιζε. Δυό και τρείς φορές.
-Μα δεν σου πέφτει ποτέ ρε μαλάκα, του έλεγε έξαλλος ο Περικλής, που πια πόναγε όλο του το σώμα.
Ο Δημήτρης του έκανε νόημα να ξαναστηθεί στα τέσσερα γελώντας ειρωνικά. Και άρχιζε πάλι, κάθε φορά πιο δυνατά και πιο άγρια.
Επί τέλους σηκώθηκε να πάει να πλυθεί σφυρίζοντας ευχαριστημένος. Τον κοίταξε με ανακούφιση ο Περικλής σκεφτόμενος πως τέλειωσε όλο αυτό. Επειδή αργούσε να γυρίσει τον πήρε ο ύπνος μέχρι που ξύπνησε πάλι από το γνωστό πόνο πίσω. Ασυναίσθητα πήγε να του χώσει μια μπουνιά χωρίς να καταλαβαίνει ποιος είναι. Στον αέρα πρόλαβε ο Δημήτρης το χέρι και μπήκε πιο βαθειά μέσα του.
″Κοιμήσου“ του είπε γλυκά…
Σε λίγη ώρα τον πήρε ο ύπνος. Σχεδόν έκλαιγε από το πόνο ο Περικλής μια και ήταν ο κανόνας του παιχνιδιού αλλά ορκίστηκε εκδίκηση. Αλλά του άρεσε και ας πόναγε. Του άρεσε που του δινόταν. Του άρεσε που τον έκανε ότι ήθελε και τον αγαπούσε ακόμα πιο πολύ. Με αυτές τις σκέψεις χαλάρωσε λίγο, σφίχτηκε πιο πολύ στην αγκαλιά του και τον πήρε κι εκείνον ο ύπνος. Έτσι με τον Δημήτρη μέσα του. Τον δικό του Δημήτρη.
Πάντα πόναγε τρεις μέρες μετά όταν έχανε στη πάλη. Αλλά ορκιζόταν πως αν τον νικήσει την έβαψε. Είχε καταστρώσει ολόκληρο σχέδιο για το τι θα του έκανε.
Έβαλε όλη τη δύναμή του ο Περικλής στον τελευταίο αγώνα και κατάφερε να τον νικήσει. Κουράστηκε πολύ μέχρι να τον ακινητοποιήσει και να πει παραδίνομαι, αλλά το είπε. Ήταν Σάββατο πρωί και εξαντλημένοι από τη πάλη αποκοιμήθηκαν. Ο Δημήτρης λαγοκοιμόταν γιατί δεν ήξερε τι τον περίμενε. Είχε δει τον Περικλή πόσο είχε ζοριστεί την τελευταία φορά και σκεφτόταν, με λίγο φόβο, τι έχει να τραβήξει τις επόμενες ώρες. Αλλά το βούλωσε και αυτός.
“Ο λόγος που δίνουμε είναι για να τον κρατάμε″ σκέφτηκε.
Ήταν όμως λίγο αγχωμένος γιατί περίμενε πολλές μέρες να πάρει το αίμα του πίσω. Θα ‘θελε να του αποδείξει με τον τρόπο του πόσο πολύ τον ποθούσε και πόσο δυνατός ήταν. Η συνεχής ερωτική κόντρα των δυο αρσενικών καλά κρατούσε. Είχε αγωνία αλλά ταυτόχρονα τον ηδόνιζε αυτός ο ιδιότυπος τρόπος που έκαναν έρωτα.
Ξύπνησαν κατά τις έντεκα.
-Πήγαινε να ετοιμαστείς έχουμε πολλή δουλειά, είπε ο Περικλής μ’ ένα μειδίαμα.
″Τι να έχει κανονίσει άραγε ο παμπόνηρος“, αναρωτήθηκε με κάποιο φόβο ο Δημήτρης.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και δεν κατάλαβε γιατί κάθισε στο πίσω κάθισμα ο Περικλής, ήθελε να τον κάνει οδηγό του. Δεν το περίμενε και στράβωσε λίγο. Δεν του άρεσαν αυτά, δεν του άρεσε καθόλου η επίδειξη. Ήταν πάντα σεμνός, αλλά δεν μίλησε.
-Πάμε παραλία του είπε.
Καλοκαίρι και ζέστη πήγαν σε μια παραλία που έκαναν γυμνισμό. Δεν του άρεσε καθόλου ο γυμνισμός του Δημήτρη. Στην παραλία μαζεύονταν πολλοί ομοφυλόφιλοι και μόλις είδαν τους δυο παίδαρους πλησίασαν αρκετοί. Τ’ άγρια βλέμματα και των δυο τους απομάκρυναν. Δεν είχαν έρθει εδώ για να βρουν παρέα. Έβαλε το Δημήτρη να γδυθεί. Ήταν το χειρότερό του. Ποτέ δεν έκανε γυμνός μπάνιο. Ντρεπόταν και το ήξερε. Ήθελε όμως να δείξει σε όλους ότι αυτός ο παίδαρος ήταν δικός του. Τον έβαλε να περπατάει ανάμεσά τους και να τον απολαμβάνει, εντυπωσιασμένος με το πόσοι τον ήθελαν αλλά και χαρούμενος που τον είχε μόνο αυτός. Δεν σταμάτησε όμως εδώ. Ήξερε τι τον ερέθιζε και του έκανε όλα τα κόλπα για να του σηκωθεί και να περπατάει με το κοντάρι του όρθιο. Δεν χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ. Ξάπλωσε μπρούμυτα και μόλις είδε αυτά τα φοβερά του κωλομέρια αμέσως του σηκώθηκε. Τα βλέμματα θαυμασμού που είχαν οι γύρω του τον έκαναν να καμαρώνει.
″Τώρα θαυμάζετε αυτό που βλέπετε, αλλά τι τράβηξα χτες δεν λέγεται“ σκέφτηκε.
Του Δημήτρη τα νεύρα πήγαιναν να σπάσουν, δεν περίμενε κάτι τέτοιο, αλλά ο Περικλής έκανε νόημα με το χέρι του να το βουλώσει χαϊδεύοντας ταυτόχρονα τα κωλομέρια του, έτσι, για να του είναι συνέχεια όρθιος. Εκείνος λύσσαξε αλλά το βούλωσε πάλι. Του έκανε νόημα να πλησιάσει. Η παραλία ήταν ένα μέρος που μπορούσε κανείς να κάνει σεξ διακριτικά. Δεν πίστευε ο Δημήτρης πως θα το τολμούσε μπροστά σε κόσμο. Σιγά μη δεν το τολμούσε, το είχε σχεδιάσει και το περίμενε μέρες. Τον πήδηξε μπροστά σε όλους και σε όλες τις πιθανές στάσεις. Είχαν μαζευτεί αρκετοί και κοίταζαν. Ήθελε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Πόναγε γιατί δεν μπορούσε να χαλαρώσει, ντρεπόταν πολύ και όταν πήγε να πλησιάσει κάποιος, και μόνο το βλέμμα τους τον έκανε να απομακρυνθεί αμέσως. Είχαν ορκιστεί ότι δεν θα τους άγγιζε ερωτικά ποτέ κανένας. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο αμέσως θα σταματούσαν να ήταν μαζί.
– Ντύσου να φύγουμε, είπε αυστηρά ο Περικλής.
Το ήξερε αυτό το ύφος του και σκέφτηκε πως ίσως να το είχε παρακάνει όταν τον νικούσε και τώρα αυτός του τα είχε μαζεμένα. Ας πρόσεχε… Μπήκανε πάλι στο αυτοκίνητο και από το πίσω κάθισμα του είπε:
-Πήγαινε προς το κέντρο.
Εκείνος δεν κατάλαβε αλλά υπάκουσε με σφιγμένο το στόμα από νεύρα για όλα αυτά που είχαν γίνει στη παραλία. Ήταν νευριασμένος αλλά και κρυφά γοητευμένος που καμάρωνε γι’ αυτόν ο καλός του. Ένοιωσε τη σκληράδα του αρσενικού αλλά και την βαθειά αγάπη του και έτσι μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασαν στο κέντρο. Σ’ όλη τη διαδρομή δεν μίλησαν καθόλου. Δημιουργούσε επίτηδες ένα τελετουργικό μυστήριο ο Περικλής για να μεγαλώνει ακόμα περισσότερο την αγωνία του.
Φτάσανε κοντά στο κέντρο εκεί όπου υπήρχε ένα χαμάμ για άντρες.
-Δεν φαντάζομαι να κάνεις αυτό που σκέφτομαι, είπε με αυστηρή φωνή ο Δημήτρης.
-Αν είσαι άντρας που κρατάει το λόγο του μπες μέσα και μη μιλάς, του απάντησε. Αν δεν το κάνεις θα χρειαστείς πολύ καιρό να με πάρεις αγκαλιά.
Σκληρή η απειλή και πάγωσε στη σκέψη της ο Δημήτρης. Μπήκανε μαζί στη σάουνα. Εκείνος, μέσα από την ιδεολογική του τοποθέτηση, όλα αυτά τα θεωρούσε πορνεία και ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε. Ήταν διπλά έξαλλος, μα το κρυφό καμάρι που ένιωθε ισορροπούσε κάπως το θυμό του. Ο Περικλής έστησε το ίδιο σκηνικό. Τον πήδηξε μπροστά σε όλους τους πελάτες, που δεν καταλάβαιναν το τόσο έντονο πάθος. Και την αγάπη που έβγαινε από τα μάτια τους. Δεν είχαν ξαναδεί κάτι τέτοιο. Ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν κάποιους που κάνουν σεξ, χωρίς καθόλου να γνωρίζονται. Όχι με τέτοια ένταση, πάθος και αγάπη που το έκαναν οι δυο καινούριοι. Προσπάθησαν πάλι μερικοί να πλησιάσουν, γιατί ήταν κάτι συνηθισμένο το “group therapy” και μάλιστα ο Περικλής λίγο έλλειψε να πλακώσει στο ξύλο κάποιον που επέμενε.
″Με φροντίζει ο καριόλης για να με γλυκάνει“ σκέφτηκε ο Δημήτρης.
Ο Περικλής το έκανε γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να ακουμπήσει κανείς το δικό του άνθρωπο. Κατάλαβε πως άδικα χάρηκε. Και ξαναστήθηκε αδιαμαρτύρητα για τις ακόρεστες και λάγνες ορέξεις του.
-Ντύσου να φύγουμε, του είπε πάλι αυστηρά ο Περικλής.
Νόμιζε πως είχαν τελειώσει αλλά από το ύφος του κατάλαβε πως έπεσε πάλι έξω.
-Πάμε στο πάρκο, είπε πιο αυστηρά κρυφογελώντας χωρίς να το καταλαβαίνει ο Δημήτρης.
Μόλις είδε τον πανικό στα μάτια του δεν κρατήθηκε και γελώντας δυνατά επανέλαβε την ίδια απειλή. Εκείνος το βούλωσε.
″Καλά να πάθω. Ότι έδωσα το παίρνω πίσω διπλό είπε μέσα του και σκεφτόταν πως δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να τον νικήσει ξανά. Είναι που τους τελευταίους μήνες είχε παρατήσει την πάλη. Όσο οδηγούσε ορκιζόταν στον εαυτό του πως θα έκανε προπόνηση κάθε μέρα“.
Στο πάρκο στήθηκε πάλι το ίδιο σκηνικό.
-Έχει σκοπό να με δείξει σε όλη την ομοφυλόφιλη κοινότητα της Αθήνας, μονολογούσε θυμωμένος.
Ναι, αυτό ήθελε ο Περικλής να μάθουν όλοι ποιον αγαπάει και με ποιον είναι σύντροφος. Πέρασαν μια ώρα στο πάρκο προκαλώντας πάλι τα ίδια συναισθήματα σ’ αυτούς που τους έβλεπαν. Το καινούριο στοιχείο εδώ ήταν ο κίνδυνος να τους πιάσει η αστυνομία. Ο Δημήτρης φοβόταν μήπως αυτό μαθευτεί στον αντιεξουσιαστικό χώρο που σύχναζε. Διπλή η αγωνία του. Πάλι όμως καμάρωνε κρυφά και ας έκανε το θυμωμένο.
Επί τέλους του είπε να πάνε σπίτι τους. Έβγαλε στεναγμό ανακούφισης ο Δημήτρης αλλά δεν ήξερε τι τον περίμενε και εκεί. Σ’ όλη τη διαδρομή ο Περικλής του φερόταν τρυφερά για να τον ηρεμήσει λίγο. Αποκαμωμένος ψυχικά και σωματικά ο Δημήτρης απολάμβανε τη φροντίδα του. Παρ’ όλα αυτά δεν εμπιστευόταν το πονηρό του μυαλό και τα ξαφνικά χάδια αλλά τα χρειαζόταν τόσο πολύ που τα βλέφαρά του έκλειναν από ανακούφιση.
Επί τέλους έφτασαν, πάρκαραν και σερνόμενος ο Δημήτρης μπήκε πρώτος στο ασανσέρ. Μόλις έκλεισε η πόρτα ο Περικλής του έριξε ένα δυνατό φιλί και τον ένοιωσε πάλι ερεθισμένο. Πάγωσε αλλά δεν είπε τίποτα. Ξαφνικά χωρίς να καταλάβει πως έγινε σταμάτησαν ανάμεσα στους δυο ορόφους. Από την κούραση δεν είχε προσέξει πότε πάτησε το stop. Κοιτάχτηκαν στα μάτια ο Δημήτρης θυμωμένος αλλά και με παρακλητικό ύφος και ο άλλος με το ίδιο ειρωνικό χαμόγελο. Δεν είπαν τίποτα. Ούτε λέξη. Κατέβασε το παντελόνι του ο Δημήτρης και τον πήδηξε μέσα εκεί πάλι. Τελείωσαν βιαστικά γιατί άρχισαν να καλούν το ασανσέρ.
Μπήκαν επί τέλους σπίτι. Έπεσαν κατ’ ευθείαν στο κρεβάτι και τους πήρε αμέσως ο ύπνος. Αγκαλιά. Σφιχτά. Και γεμάτοι ο ένας από τον άλλον. Από την αγάπη τους. Και από αυτά τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που ζούσαν μαζί.
Αποφάσισαν με το Δημήτρη να μιλήσουν στους δικούς τους. Δύσκολο. Πολύ. Μα πήραν την απόφαση και θα το έκαναν. Ήταν θέμα τιμής, αξιοπρέπειας αλλά και υποχρέωσης προς τον εαυτό τους. Ήθελαν μια και καλή να τελειώνουν με τα διαρκή προξενιά που τους έκαναν διάφοροι θείοι και θείες. Σκέφτηκαν πως θα τους ήταν πιο εύκολο αν το έκαναν μαζί.
Κάλεσαν λοιπόν τους γονείς τους μια Κυριακή μεσημέρι να τους κάνουν το τραπέζι για να τους μιλήσουν.
Η συνάντηση πήγαινε καλά μέχρι τη στιγμή που τους το είπαν. Όλοι το είχαν μισοκαταλάβει αλλά έπρεπε να παιχτεί όλο το έργο. Υστερικά μυξοκλάματα από τις μανάδες και τεράστια αμηχανία από τους πατεράδες.
“Τι θα πούμε στο κόσμο εμείς που περιμέναμε να μας κάνετε εγγονάκια έλεγαν″… και διάφορα άλλα τέτοια βλακώδη.
Ούτε ένα επιχείρημα της προκοπής. Αλλά ένιωθαν μέσα τους πως οι μανάδες το είχαν δεχτεί, η γνώμη των πατεράδων ως συνήθως δεν υπολογιζόταν ποτέ. Θα τους έψηναν σίγουρα οι γυναίκες που αποφάσισαν τελικά να γίνουν φίλες. Το σχήμα και το είδος του συμπεθεριού τους μπέρδευε λίγο, αλλά καπάτσες όπως ήταν και οι δύο θα έβρισκαν τον τρόπο να τα βολέψουν, πρώτα μέσα τους και μετά με τους άλλους.
Πέρναγαν τα χρόνια και οι δυο τους όσο πιο πολύ γνωρίζονταν τόσο δυνάμωνε η αγάπη τους. Μονιασμένο ζευγάρι, δεν έλειπαν ποτέ οι καλοί φίλοι από το σπίτι. Πάντα φιλοξενούσαν αγαπημένους ανθρώπους.
Έχουν περάσει δέκα χρόνια, είναι ακόμα μαζί και αγαπημένοι σε πείσμα όλων αυτών που το θεωρούσαν αδιανόητο.
Μέχρι που έγινε αυτό που τους τρόμαζε πάντα. Ήταν στο τραίνο όταν στο σταθμό μπήκε ένα πολύ ωραίο αγόρι. Αυθόρμητα το κοίταξαν και οι δυο με πόθο. Μετά κοίταξαν ο ένας τον άλλον. Συνειδητοποίησαν πως πια δεν έφτανε ο ένας του άλλου. Πως ήθελαν και κάτι περισσότερο. Πάγωσαν μ’ αυτήν τη σκέψη. Μετά από τόσα χρόνια βαθιάς γνωριμίας μιλούσαν πια με τα μάτια.
Όλη την υπόλοιπη μέρα δεν είπαν ούτε μια κουβέντα. Ήταν πολύ λυπημένοι και οι δυο αλλά όχι θλιμμένοι. Ένιωθαν πως ο κύκλος της σχέσης τους έκλεινε. Ήρεμα σιωπηλά και ομαλά. Ήταν γεμάτοι που τόσο πολύ πόθησαν και χάρηκαν ο ένας τον άλλο. Που τόσο πολύ κόπιασαν. Που τόση ηδονή έδωσαν και πήραν. Που ωρίμασαν και έμαθαν. Που αγάπησαν και σεβάστηκαν ο ένας την διαφορετικότητα του άλλου. Που απελευθερώθηκαν από τόσα πράγματα που βάραιναν τη ψυχή τους.
Όλα αυτά ένιωθαν και οι δυο. Και το τελευταίο βράδυ που θα κοιμόντουσαν μαζί δεν είπαν ούτε μια λέξη. Ήταν μόνο κολλημένοι ο ένας στη αγκαλιά του άλλου. Δεν χώραγαν σε λέξεις αυτά που ένιωθαν. Θα λιγόστευαν. Λαγοκοιμόντουσαν μέχρι που ξημέρωσε. Ντύθηκαν και έφυγαν μαζί μετά από ένα δυνατό και υγρό βλέμμα που αντάλλαξαν. Η μόνη λέξη που έλεγε το βλέμμα τους ήταν ευχαριστώ.
Δεν ξανάδε ποτέ ο ένας τον άλλον.

Share

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *