Ο εαυτός σου και ο ρόλος σου

Συναντιέσαι με κάποιον. Σου έρχεται με αυτό που φαντάζεται πως είναι.
Τις περισσότερες φορές με ένα ψεύτικο ύφος, τρόπο συμπεριφορά, ντύσιμο, όλα.
Πρέπει να ταιριάζει με αυτό που είδε στο περιοδικό, στην τσόντα ή στον κόσμο που συχνάζει μαζί του, ή σ’ αυτά που θα ήταν αποδεκτά.
Η προσωπική του βαθειά επιθυμία, θαμμένη στα έγκατα του είναι του.
Κοιτάζεις λίγο πιο προσεκτικά το βλέμμα του και νιώθεις αυτό που θέλει, αυτό που ποθεί.
Δοκιμάζεις να του το βγάλεις, επειδή κι εσύ θέλεις τον πραγματικό του εαυτό, δεν σ’ ενδιαφέρει ο ψεύτικος.
Τρόμος.
Σαν να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του, έστω κι αν αυτό που με τόση αγάπη του βγάζεις, έστω κι αν το κάνεις προσεκτικά και χωρίς βιασύνη, δεν το θέλει. Φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο.
Εξαφανίζεται.
Είσαι σίγουρος πως θα σε σκέφτεται για πολύ καιρό ακόμα, οι πιο τολμηροί εμφανίζονται αργότερα.
Οι επιλογές που έχεις είναι δυο: ή παίζεις κι εσύ έναν ψεύτικο ρόλο ή κάθεσαι σπίτι και γράφεις στάτους.
Τις περισσότερες φορές προτιμάς το δεύτερο, είναι λιγότερο ψυχοφθόρο.
Ξέρεις πως η ερωτική συμπεριφορά είναι απόρροια της κοινωνικής κατάστασης που ζει ο καθένας.
Ο απόλυτος συντηρητισμός που έχει επικρατήσει, έχει περάσει και στη κρεβατοκάμαρα πάλι μετά από δεκαετίες.

Share

Η Καινούρια Χρονιά

Ήθελε να αλλάξει μόνος του την καινούρια χρονιά.
Κοιμήθηκε νωρίς το βράδυ, η ημέρα ήταν για εκείνον η αλλαγή, όχι η νύχτα.
Όταν ξημέρωσε σηκώθηκε για να κάνει την τελετή που ήταν αφιερωμένη στο μέσα και στο έξω του.
Θέρμανε το σπίτι, σιδέρωσε τα καθαρά ρούχα και γέμισε την μπανιέρα.
Ήθελε να καθαριστεί κάθε σημείο του σώματός του.
Μούλιασε αρκετή ώρα στα αφρόλουτρα και στις μυρωδιές τους, νιώθοντας πως τώρα φεύγει από πάνω του η παλιά χρονιά. Μαζί της και κάθε τι ακάθαρτο αλλά και καθαρό.
Τα αποχαιρετούσε παρατηρώντας τα με αγάπη, ήταν κομμάτια του εαυτού του, είτε ήταν εύκολα είτε δύσκολα.
Η καθαριότητα ήταν επιμελημένη και κρατούσε πολλή ώρα.
Λούσιμο, σφουγγάρι με σαπούνι σε όλο το σώμα, περιποίηση νυχιών, ποδιών και χεριών, πλύσιμο δοντιών, όλα.
Έπαιζε σε όλη τη διάρκεια της κάθαρσης χαρούμενη κλασική μουσική, με τα τηλέφωνα κλειστά. Δεν ήθελε να τον διακόψει κανείς στη δική του ώρα.
Ήταν η πιο σημαντική μέρα της ζωής του, όχι απολογισμού μα κάθαρσης.
Μάλλον ξεκαθαρίσματος.
Ήταν η μόνη μέρα που είχε το ρόλο του θεατή με πρωταγωνιστή τον εαυτό του και όχι του σκηνοθέτη.
Τελείωσε, σκουπίστηκε προσεκτικά να μην μείνει καθόλου υγρασία πάνω του με την καθαρή πετσέτα.
Ντύθηκε ζεστά και μόνο τότε έφτιαξε έναν καφέ να πιει, κοιτάζοντας από το παράθυρο τον ουρανό αρκετή ώρα, με το μυαλό να αδειάζει, να καθάρεται όπως λίγο πριν το σώμα του.
Ένιωσε ευγνωμοσύνη και μόνο που υπάρχει.
Πάμε! Είπε μέσα του, να γνωρίσουμε την Καινούρια Χρονιά.

Share

Το γλυκό και ο έρωτας

Τα στρογγυλά παλιομοδίτικα αλλά βαμμένα μπλε τραπεζάκια ήταν πάνω και κάτω από το πεζοδρόμιο με τις ψάθινες καρέκλες να τ’ αγκαλιάζουν με φροντίδα περιμένοντας να καθίσουμε.
Κάτι πήρε το μάτι μου μέσα στο μικρό ζαχαροπλαστείο και η εικόνα με τραβούσε σαν μαγνήτης.
Δεν πρόσεξα τον καλοβαλμένο σαραντάρη που με ακολουθούσε, σαν να ήθελε να με υποδεχτεί και να με ξεναγήσει.
Μπροστά μου ήταν μια βιτρίνα γεμάτη με ό,τι γλυκό είχα φανταστεί, το ένα ταψί δίπλα στο άλλο. Γλυκά σοκολατένια, σιροπιαστά, με άχνη, στρογγυλά, τετράγωνα, τρίγωνα, με κρέμα, με καρύδια και αμύγδαλα.
Ακούστηκε η φωνή του σαν από μακριά όταν άρχισε να μου παρουσιάζει τα δημιουργήματά του ένα – ένα, τις γευστικές ιδιαιτερότητές του, την πυκνότητα της κάθε κρέμας, τα υλικά που είχε φτιαχτεί.
Η φωνή αγκάλιαζε τις ηδονικές μου σκέψεις όταν θα είχα ένα από αυτά μπροστά μου.
Δεν αντιδρούσα καθόλου σε ό,τι έλεγε και προσπαθούσε με αγωνία να διερευνήσει ποιο θα ήταν εκείνο που θα με ικανοποιούσε.
Τα ήθελα όλα. Ήταν αδύνατο να διαλέξω αλλά μια φωνή έλεγε μέσα μου πως δεν είχα δει ακόμα το τέλειο. Συνέχιζε κάπως απογοητευμένος μέχρι που το μάτι μου έπεσε στα ταψιά που ήταν πάνω στη βιτρίνα.
Κάτι σκίρτησε μέσα μου και ρώτησα βέβαιος για την αρνητική του απάντηση:
– Το γαλακτομπούρεκο έχει φρέσκο βούτυρο μέσα;
Θίχτηκε. Έκανε ένα βήμα πίσω πειραγμένος και με φανερή την έκπληξη για το πώς φαντάστηκα πως δεν έχει φρέσκο βούτυρο μέσα.
Το παρήγγειλα για να μην συνεχιστεί η ένταση, αλλά δεν τον πίστεψα.
Σε λίγο μέσα σ’ ένα πανέμορφο μικρό πιάτο ένα μεγάλο όσο έπρεπε κομμάτι ήταν καθισμένο πάνω στο σιρόπι του με το πιρουνάκι δίπλα του.
Την κανάτα με το φρέσκο νερό ούτε που την πρόσεξα, το βλέμμα μου είχε επικεντρωθεί στο γλυκό. Ήταν από τη γωνιά του ταψιού κομμένο που πάντα μου άρεσε, γιατί αυτά που είναι στις γωνίες δεν είναι ξεδιάντροπα και άσεμνα όπως αυτά του κέντρου που θέλουν να επιδεικνύονται.
Καλό σημάδι σκέφτηκα.
Προσπάθησα να το κόψω με το πιρούνι αλλά έλειωσε όπως το πίεσα. Μόλις είχε βγει από το φούρνο. Ή έκπληξη άρχισε να γίνεται θαυμασμός. Ένα μικρό κομμάτι κατάφερα να το φέρω στο στόμα μου.
Αποσβολώθηκα. Ήταν ζεστό και μοσχομύριζε βούτυρο.
Το άφησα στο στόμα μου για λίγο δίχως να μασάω. Ήθελα να πειστώ πως πράγματι ήταν ό,τι ακριβώς είχα φανταστεί.
Προσπαθούσα να εντοπίσω τα αρώματα από τα υλικά της κρέμας και κατάφερα μόνο να νιώσω το ξύσμα πορτοκαλιού, τα υπόλοιπα σαν να μην μου το επέτρεπαν, προτιμούσαν να παραμείνουν μυστικά για να πετύχουν το στόχο τους που ήταν η απόλαυση. Έτσι έπρεπε, για να μην γίνει η απόλαυση μια ρουτινιάρικη διαδικασία τροφής.
Μασούσα αργά και προσεκτικά σαν να άκουγα κλασική μουσική και φοβόμουν μήπως χάσω την ιερότητα της κάθε νότας.
Το γλυκό γυρνούσε στο στόμα μου προσπαθώντας να ευχαριστήσει τον ουρανίσκο και τη γλώσσα μου.
Δεν μιλούσα, δεν σκεφτόμουν τίποτα είχε επικεντρωθεί όλο μου το είναι στη γεύση, οι υπόλοιπες αισθήσεις παρακολουθούσαν το γεγονός σιωπηλά.
Τα αρώματα και η γευστική τους ερμηνεία είναι πολύ προσωπική υπόθεση, το πώς δηλαδή θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη του καθένα, ποια συναισθήματα θα του προκαλέσει, πόση ηδονική ανάμνηση θ’ αποθηκεύσει, με ποιες παλιότερες στιγμές της ζωής του θα το συνδέσει, αλλά κυρίως την επιθυμία να υπάρχει μια τέτοια γεύση στη ζωή του πάντα.
Μου πήρε αρκετή ώρα μέχρι να τελειώσω και να αισθανθώ ευτυχής.
Δεν έβλεπα και δεν άκουγα τίποτε γύρω μου και μόνο όταν πια επανήλθα από την ηδονική απόλαυση κατάλαβα πως ο ζαχαροπλάστης με κοίταζε διακριτικά και το βλέμμα του είχε την χαρά της επιβεβαίωσης.
Τον κοίταξα και συμφώνησα με τα μάτια πως είχε δίκιο όταν θύμωσε από τις ανάγωγες ερωτήσεις μου για την ποιότητα.
Έμεινα λίγο ακόμα, πλήρωσα και έφυγα.
Περπατώντας σκεφτόμουν πως όλο αυτό που έζησα έμοιαζε με τον έρωτα.
Που τον ψάχνεις στη βιτρίνα και βρίσκεται στο πιο αναπάντεχο σημείο.
Στη θέση του γλυκού είναι το αντικείμενο του πόθου.
Όταν το κομμάτι είναι από τη γωνία του ταψιού, έχεις να κάνεις με σεμνό άνθρωπο που δεν του αρέσει να επιδεικνύεται.
Στη θέση του ζαχαροπλάστη η αόρατη δύναμη που σε καθοδηγεί εκεί που ποθείς.
Που στο φέρνει μπροστά σου όταν δεν το περιμένεις.
Η μοναδική διαφορά είναι πως όταν ερωτεύεσαι το τελετουργικό της γεύσης το τηρούν εξ’ ίσου ευλαβικά όλες οι αισθήσεις. Σαν ιέρειες σε αρχαίο ναό.
Τα βλέμματα που ανταλλάσσονται, οι ήχοι από τα λόγια αγάπης, το άγγιγμα όλου του κορμιού και οι μοναδικές μυρωδιές που αποπνέει το αντικείμενο του πόθου σε κάνει να νοιώσεις ολοκληρωμένος.

Χρόνια σας πολλά!

Share

Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή

Παντρεμένος ο Παιδής που λέτε και με λίγες «εμπειρίες» απ’ ότι έλεγε.
Γενικά είσαι επιφυλακτικός μ’ εκείνους που έχουν σχέση ή γάμο γιατί σε βλέπουν σαν ερωτικό συμπλήρωμα της ασφάλειάς τους και της «κανονικότητάς» τους.
Λες δε πάει στα κομμάτια ας πιω ένα ρημαδοκαφέ και βλέπουμε.
Συναντιέσαι λοιπόν και καθόσαστε σ’ ένα απόμερο καφέ, μην τους δει και κανένα μάτι.
Τον βλέπεις ταραγμένο και προσπαθείς να τον ηρεμήσεις με επιχειρήματα του τύπου «και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή».
Η ταραχή μεγαλώνει περισσότερο.
Λες κάτι θα είπα που δεν έπρεπε και σταματάς να μιλάς γιατί όσο τα σκαλίζεις κλπ
Ξαφνικά, μα εντελώς όμως, σου λέει «φεύγω» εκεί στη μέση του καφέ.
Και φεύγει. Έτσι χωρίς εξήγηση, χωρίς μια συγγνώμη.
Αν δεν έχεις ξαναδεί το έργο θα γινόσουν έξαλλος.
Οι παντρεμένοι Παιδήδες δεν αντέχουν τον εαυτό τους.
Ούτε τον παντρεμένο εαυτό τους ούτε τον άπιστο.
Είναι σε μια διαρκή εσωτερική σύγκρουση που όση κατανόηση και συμπόνια να δείξεις, δεν ηρεμούν. Νιώθουν διαρκώς κατατρεγμένοι.
Συνεχίζεις και απολαμβάνεις τον καφέ σου μόνος. Ό,τι μπόρεσα έκανα σκέφτεσαι.
Τα υπόλοιπα ας τα βρει με τον ψυχολόγο του.

Share

Η εσωτερική μετανάστευση των ομοφυλόφιλων

Οι λόγοι για τους οποίους μεταναστεύει κάποιος ή ένας ολόκληρος πληθυσμός, είναι κυρίως η αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής ή η επιβίωση. Έχουν μελετηθεί και καταγραφεί επιστημονικά πάρα πολλά σχετικά με τον τρόπο αλλά και τις συνθήκες με τις οποίες μεταναστεύει κανείς. Μπορεί να μεταναστεύσει σε άλλη χώρα ή στη δική του. Σ’ αυτήν την περίπτωση, η μετανάστευση ονομάζεται εσωτερική.

Είναι αυτή που δημιούργησε την αστυφιλία, όταν ο περισσότερος πληθυσμός εγκατέλειψε την περιφέρεια αναζητώντας εργασία και καλύτερες συνθήκες ζωής. Το είδος της εσωτερικής μετανάστευσης που όχι μόνο δεν έχει καταγραφεί ποτέ και πουθενά, είναι η μόνιμη μετανάστευση των ομοφυλόφιλων. Παρόλο που αποτελούν περίπου το 10% του πληθυσμού, μόνο αποσπασματικά και σαν μεμονωμένες ιστορίες καταγράφονται. Η μετανάστευση είναι σχεδόν πάντα ακούσια, κανείς δεν επιθυμεί να φύγει από την πατρίδα του, τους οικείους, τους φίλους του. Ή κι αν αναγκαστεί να το κάνει, πάντα θα υπάρχει η ελπίδα και η επιθυμία του επαναπατρισμού, της επανόδου όταν οι συνθήκες της ζωής του θα έχουν βελτιωθεί.

Μπορεί να λείψει και για δεκαετίες ακόμα, να κάνει οικογένεια, παιδιά ή ό,τι άλλο θέλει ο καθένας. Η πρώτη του πατρίδα όμως, η γενέτειρά του θα είναι βαθιά ριζωμένη στην ψυχή του και πάντα θα τη σκέφτεται με νοσταλγία. Όλα αυτά είναι απαγορευμένα για όλους τους ομοφυλόφιλους. Θα φύγουν από την ιδιαίτερη πατρίδα τους, από το χωριό τους, σαν διωγμένοι επειδή δεν είναι δυνατόν μέσα σε μια τόσο συντηρητική χώρα να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια.

Όλοι γνωρίζουμε κάποιο τέτοιο παράδειγμα. Σκεφτείτε να είναι η καταγωγή κάποιου ομοφυλόφιλου από τα Καλάβρυτα για παράδειγμα. Να έχει όλη την κοινωνία απέναντί του σαν εχθρό. Να μην τολμάει να κυκλοφορήσει γιατί σίγουρα πάντα θα βρεθεί κάποιος «πιστός» να ασκήσει βία πάνω του, να τον χλευάσει ή ακόμα και να τον δείρει, ειδικά όταν οι ιεροί πατέρες προτρέπουν με τόσο μίσος τους υπόλοιπους να το πράξουν. Αλλά και χωρίς να το κάνουν οι ιερείς, τα παιδιά αυτά δεν τα θέλουν πολλές φορές, να μην πω τις περισσότερες, ούτε οι ίδιοι τους οι γονείς. Να ντρέπονται οι γονείς σου γι’ αυτό που είσαι και να ησυχάζουν όταν φεύγεις. Είναι ένας διαρκής και ακήρυχτος πόλεμος. Και όπως κάθε πόλεμος έχει πόνο, βία και ακόμα και θάνατο. Αμέτρητες και αχαρτογράφητες οι αυτοκτονίες παιδιών που δεν άντεξαν τόση κακοποίηση, που δεν άντεξαν τόση βία ή που δεν μπόρεσαν να μεγαλώσουν και να φύγουν από το χωριό τους ή την μικρή επαρχιακή πόλη που γεννήθηκαν. Αμέτρητα τα παιδιά που πήραν την πρώτη τους ανάσα ελευθερίας όταν κατέφεραν να εισαχθούν σε κάποιο πανεπιστήμιο άλλης πόλης. Που μπόρεσαν να ερωτευτούν δίχως να είναι δακτυλοδεικτούμενοι για τη σεξουαλική τους συμπεριφορά. Μόνο όταν μεγαλώνοντας λίγο ακόμα μπόρεσαν να φύγουν από το περιβάλλον που μεγάλωσαν, κατάφεραν να κάνουν σχέσεις μακροχρόνιες, να μοιραστούν με τον άνθρωπό τους τη ζωή τους, να ταξιδέψουν και ν’ απολαύσουν όλα όσα απολαμβάνουν και οι «κανονικοί» πολίτες.

Θα σκεφτείτε πώς αυτό μπορεί να συμβαίνει στις μικρές κοινωνίες αλλά όχι στις μεγάλες πόλεις. Η γειτονιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο καθένας είναι ένα μικρό χωριό, με ελάχιστες διαφορές. Κοιτάξτε γύρω σας και αναζητείστε κάποιον που τον γνωρίζετε από παλιά και γνωρίζατε πως ήταν ομοφυλόφιλος. Δείτε αν αυτός παρέμεινε στη γειτονιά, όπως ίσως εσείς που κληρονομήσατε το πατρικό σας, ή που δε θελήσατε να φύγετε. Δε θα βρείτε σχεδόν κανέναν. Οι λόγοι; Πολλοί: Είσαι έφηβος και επειδή σου αρέσουν τ’ αγόρια σε κοιτάζουν με μισό μάτι οι γονείς σου και όλο το σόι. Μιλάνε κρυφά για σένα οι φίλοι σου. Στο στρατό θα πρέπει να καταφέρεις να μη φας ξύλο από κάποιον ομοφοβικό. Όταν πιάσεις κάπου δουλειά θα πρέπει να βρίσκεις ένα σωρό ψέματα για να μη σε διώξουν. Αν συγκατοικήσεις με τον άνθρωπό σου θα πρέπει να εξηγείς στον καθένα πως είσαστε απλώς φίλοι. Θα πρέπει να μεταναστεύσεις σε άλλη γειτονιά για να μη σε ρωτούν οι παιδικοί σου φίλοι συνέχεια.

Είναι μερικά από όσα συμβαίνουν στον κάθε ομοφυλόφιλο. Ρωτήστε και εκείνους του λίγους που επέλεξαν να το ανοίξουν στον κοινωνικό τους περίγυρο, πόση βία, πόσο πόνο και πόση επίθεση δέχτηκαν. Γιατί μη μου πείτε πως η κοινωνία δεν είναι ομοφοβική. Πως αντέχουν όλοι μια κοινωνική επίθεση, μια απομόνωση. Ή μήπως φαντάζεστε πως το επέλεξαν, ή το απολαμβάνουν. Αν είναι έτσι, τότε καλέστε την ημέρα του οικογενειακού σας χριστουγεννιάτικου ρεβεγιόν ένα ζευγάρι και ανακοινώστε το κιόλας. Αν, παρ’ όλα αυτά, πιστεύετε πως σήμερα η κατάσταση είναι καλύτερη, τότε κοιτάξτε ακόμα μια φορά γύρω σας και αναζητείστε στην πολυκατοικία που μένετε ή στη γειτονιά σας ένα ζευγάρι ομοφυλόφιλων. Ένα ζευγάρι που θα κάνετε παρέα, που θα γνωριστείτε καλύτερα, που δεν θα φοβηθείτε, έστω και αν δεν το ομολογήσετε, μήπως κάνει «κακό» στα παιδιά σας. Αν πράγματι ανήκετε σ’ αυτήν την κατηγορία, τότε μπράβο σας. Είστε όμως ελάχιστοι δυστυχώς.

Share

Η οντισιόν

Συναντιέσαι και λες ωραίος είναι.
Από την πρώτη στιγμή της συνάντησης βλέπεις πως παίζει ένα ρόλο. Του είναι αδύνατο να «παίξει» τον εαυτό του.
Ένα ρόλο χιλιοπαιγμένο αλλά πάντα στην μόδα.
Τον έχει μάθει καλά, τον σπούδασαν οι παρέες του, η τηλεόραση, το φιλικό του ή επαγγελματικό του περιβάλλον.
Ένα ρόλο πιασάρικο ψάχνοντας να βρει απεγνωσμένα με ποια ατάκα, με ποια κίνηση θα τραβήξει την ερωτική σου διάθεση.
Βαριέσαι και για να μη πάει χαμένη η βραδιά λες ας σκηνοθετήσω λίγο την παράσταση.
Στην αρχή ξαφνιάζεται και μετά τρομάζει όταν ανακαλύπτει πως προσπαθείς να τον βάλεις στο δικό του εαυτό, πως ψάχνεις έστω και λίγο ένα κομμάτι του που δεν είναι αντίγραφο μιας διαφήμισης ή μιας ταινίας πορνό.
Αισθάνεται πως καταρρέει και από άμυνα περνάει στην επίθεση μήπως μπορέσει και σου κρυφτεί.
Κι εσύ απλά του λες πως θα συνεχίσω την ερωτική οντισιόν μέχρι να βρω εκείνον που τουλάχιστον θα υποδυθεί τον εαυτό του για λίγο έστω.
Η παράσταση αναβλήθηκε.

Share

Το sex και το αυτοκίνητο

Ημέρα του σεξ λέει σήμερα.

Για να καταλάβετε τον τρόπο που κάνει σεξ ένας άντρας, ρωτήστε τον ποια μάρκα αυτοκινήτου του αρέσει πολύ (πόσο μάλλον να έχει και τέτοιο).
Μερικά παραδείγματα:
Αν του αρέσουν τα βρετανικά (Jaguar, Bentley, κλπ) στο κρεβάτι θα είναι υπερόπτης και θα θέλει και υπηρέτη για να κάνει τα απαραίτητα. Θα βογκήξει με προσοχή για να μην εκτεθεί, δεν θα καπνίσει μετά και φεύγοντας μ’ ένα πεταχτό φιλί θα πει μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο: «καλά ήταν».
Αν του αρέσουν τα γερμανικά (Mercedes, Audi, BMV κλπ) θα είναι τέλειος εραστής, αλλά μέχρι εκεί. Το τι ένιωσε δεν θα το μάθετε ποτέ. Αμέσως μετά το σεξ μπορεί ν’ αρχίσει να συζητάει για τον καιρό. Το ύφος δηλαδή που έχουν και τα γερμανικά αυτοκίνητα: τέλειες κατασκευές και ψυχρές.
Αν του αρέσουν τα ιαπωνικά, ετοιμαστείτε για γκρίνια. Δεν πρέπει να κάνω πολύ σεξ για να μην κουραστώ, είναι αργά ας το αφήσουμε γι’ αύριο, έφαγα πολύ και δεν έχω διάθεση κλπ, όπως συμπεριφέρεται στο δρόμο και μια Toyota για παράδειγμα. Μετρημένο, φτηνό και αμφίβολης ποιότητας στην οδική του συμπεριφορά. Έτσι θα είναι κι αυτός.
Αν τέλος του αρέσουν τα ρώσικα (Lada πχ), θα μπουκάρει στο δωμάτιο, θα τα κάνει όλα λίμπα και στο τέλος μπορεί και να ρευτεί δυνατά.
Η εικόνα και η συμπεριφορά των αυτοκινήτων στο δρόμο, μοιάζει πολύ με το χαρακτήρα εκείνου που το έχει.
Η επιλογή του χρώματος επίσης δείχνει κάτι από τον χαρακτήρα του.

Μια αυτοκινητοβιομηχανική-σεξουαλική ανάλυση λόγω της ημέρας.

Ερωτήσεις – απορίες:

-Και αν δεν του αρέσουν τα αμάξια αλλά οι μηχανές;
-Στις μηχανές υπάρχει μια αντιστοιχία με αυτήν του καβαλάρη. Σε άλλον αρέσουν τα μεγάλα άλογα, σε άλλον τα γαϊδουράκια και σε άλλον τα πόνι. Ανάλογα με το τι μηχανή έχει (μεγάλη ή παπάκι), το ίδιο θα συμπεριφέρεται και στο κρεβάτι.
-Αν του αρέσουν οι Ferrari;
-Πολυλογάς και επιδειξίας
– Αν έχει παπάκι;
-Ξέρει τι θέλει και το δείχνει μόνο εκεί που χρειάζεται. Αν όμως έχει κομμένες εξατμίσεις, μακριά. Φασαρία χωρίς λόγο.
-Tα Γαλλικά τα ξέχασες!
-Αν προτιμά τα γαλλικά τότε μάλλον θα κάνει σεξ φορώντας φουλάρι και αφού έχει απαγγείλει ένα καταθλιπτικό ποίημα πριν πέσει στο κρεβάτι. Μπορεί και να βάλει τα κλάματα από συγκίνηση για την ανωτερότητα της ύπαρξής του που δεν τον καταλαβαίνει κανείς.
-Αν δεν του αρέσουν γενικώς τα μηχανοκίνητα, και προτιμά τα μέσα;
-Τότε μάλλον μιλάμε για μαμάκια που θα πρέπει να ρωτήσει την μάνα του πριν μπει στην κρεβατοκάμαρα
-Αν του αρέσουν τα Yugo;
-Δεν θα έχει και πολύ σε εκτίμηση το νερό, οπότε ας αφήσει τις κάλτσες του έξω από την κρεβατοκάμαρα γιατί έρχεται κατ’ ευθείαν από το εργοστάσιο..

Ενδεικτικά είναι όλα τα παραπάνω, αλλά αν μιλήσετε με τους κατόχους των αυτοκινήτων, ίσως δεν απέχουν και πολύ από την πραγματικότητα, μιας και το αυτοκίνητο είναι για τους περισσότερους μια επέκταση ή μια έκφραση του χαρακτήρα τους.

Share

Ο Θείος

Μόλις έπαιρνε να νυχτώνει, γυρίζοντας στο σπίτι του, κλείδωσε το αυτοκίνητο και ετοιμαζόταν να μπει στην εξώπορτα όταν άκουσε κάποιον να τον φωνάζει.
-Πέτρο!
Γυρίζει και ήταν αυτός.
Αυτός που τον κακοποίησε όταν ήταν πέντε χρονών. Ο θείος.
Πάνω σ’ ένα μηχανάκι.
Πάγωσε, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι αλλά λέει δώσε τόπο στην οργή, κυριολεκτικά, γιατί ήταν κουρασμένος και δεν είχε ετοιμαστεί ψυχολογικά για μια τέτοια συνάντηση.
-Πας σπίτι σου, συνέχισε ενώ του είχε γυρίσει την πλάτη και απομακρυνόταν.
Η φωνή του είχε έναν τόνο ερωτισμού, ή έτσι του φάνηκε, και τότε άρχισε να φουντώνει μέσα μου.
-Ναι, του λέει και συνεχίζει να απομακρύνεται.
-Έχεις κάτι μαζί μου; Συνεχίζει απτόητος και με θράσος.
Πάνω από είκοσι χρόνια προσπαθούσε να τον βρίσει και να ξεσπάσει το θυμό του για ό,τι του έκανε αλλά δεν τα είχε καταφέρει.
Λέει μέσα του ήρθε η ώρα.
Γυρνάει τον κοιτάζει βαθιά στα μάτια σε απόσταση ενός μέτρου και του λέει για πρώτη φορά:
-Έχεις καταλάβει τι κακό έχεις κάνει στη ζωή μου. Έχεις πάρει είδηση πόσο βασανίστηκα, πόσες εκατοντάδες συνεδρίες σε ψυχολόγους και ομαδικές θεραπείες έχω κάνει για να ξεπεράσω την παιδική κακοποίηση;
-Δεν θυμάμαι τίποτα, απαντάει με προσποιητό θράσος, αλλά η φωνή του δεν έβγαινε πλέον, δεν περίμενε τέτοια αντίδραση και του είχε κοπεί η ανάσα.
-Αν θέλεις μπορώ να σου θυμίσω όλες τις λεπτομέρειες, όχι μόνο σ’ εσένα αλλά και σε όλους που παριστάνεις τον τέλειο οικογενειάρχη ενώ εγώ αναγκάστηκα να εξαφανιστώ για να κρύψω την ντροπή μου και με το φόβο της κοινωνικής κατακραυγής να με κυνηγάει.
Πάγωσε κυριολεκτικά.
-Ήμουν κι εγώ μικρός, ψέλλισε ψάχνοντας απεγνωσμένα για δικαιολογία.
-Αυτό δεν σε εμπόδισε να το συνεχίσεις και όταν μεγάλωσες, απάντησε με την ίδια σταθερότητα στη φωνή τμου.
Πίστευε πως επειδή ήταν μικρός δεν ήταν κακοποίηση αλλά κοινή επιθυμία το σίχαμα.
Αυτό ακριβώς που δεν μπορούσα και ο Πέτρος να διαχωρίσει και τον βασάνιζε, μέχρι να του το δώσουν να το καταλάβει οι θεραπευτές και οι δάσκαλοί του.
Ο Πέτρος ούτε που μπορούσε να φανταστεί πως θα είναι τόσο ψύχραιμος, τόσο νηφάλιος και τόσο έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει κάτι που τον στοίχειωνε δεκαετίες.
Πατούσε σταθερά στα πόδια του, τον κοίταζε βαθιά στα μάτια, και οι λέξεις του έβγαιναν σαν μαχαιριές.
-Εξαφανίσου, συνέχισε, μην σε ξαναδώ μπροστά μου, μην με ξαναπλησιάσεις γιατί δεν ξέρω αν θα συγκρατηθώ.
Έβαλε μπροστά το μηχανάκι και απομακρύνθηκε πολύ ταραγμένος χάνοντας την ισορροπία του.
Ανακούφιση βαθιά, από τα έγκατα της ψυχής του Πέτρου.
Δικαίωση! Είναι λυτρωτικό κάτι που σε κατατρέχει για χρόνια να πιστεύεις πως δεν θα καταφέρεις να το κάνεις, και τελικά όταν έρθει η στιγμή να καταλάβεις πόσο ικανός είσαι.
Λεπτομέρεια: όταν ήταν πιο ψύχραιμος την άλλη μέρα συνειδητοποίησε πως τον περίμενε κάτω από το σπίτι του.
Διαφορετικά θα είχε ακούσει το θόρυβο από τη μηχανή ή θα είχε δει τα φώτα της.

Share

Τα σεμεδάκια

Τα σεμεδάκια

Σε πείθει λοιπόν ο παιδής (παιδής τρόπος του λέγειν όταν είσαι 45 πλας) να συναντηθείτε, γιατί είσαι πολύ όμορφος, γιατί είσαι ο άντρας της ζωής του (χωρίς να σε ξέρει), γιατί δεν μπορεί να ζήσει χωρίς εσένα και άλλα τέτοια περίεργα.
Λες ας πάω, έτσι για το ρεπορτάζ να δω τι πράμα είναι.
Στις φωτογραφίες δεν έδειχνε άσχημος, αν τον πείσω κιόλας να μην ανοίξουμε καμιά συζήτηση, ίσως το σώσω το έργο.
Χτυπάς το κουδούνι, ανεβαίνεις στον πέμπτο και μόλις μπαίνεις στο χωλ βλέπεις ένα σπίτι γεμάτο σεμεδάκια.
Σε κάδρα στους τοίχους, σε τραπέζια μικρά και μεγάλα, σε καρέκλες, στην τηλεόραση, στα φωτιστικά, παντού.
Με τα χίλια ζόρια δέχεται να ανοίξει το σαλόνι για πιείτε έναν καφέ εκεί και όχι στην κουζίνα. Το σεμεδάκι στο τραπέζι του σαλονιού τραβήχτηκε λίγο, ίσα να χωράει το φλιτζάνι και το νερό. Απαγορευόταν να μετακινηθεί.
Ένα εσωτερικό «Ωχ» βγαίνει αυθόρμητα από μέσα σου.
Το σεμεδάκι μέσα σου έχει ταυτιστεί με τη σβάστικα, μια υποτιθέμενη καθαρότητα εκφράζουν και τα δυο, τα έπλεκαν εκείνες οι συμπεθέρες οι εξηντάρες που με το βλέμμα το υποτιθέμενο καλοσυνάτο, κοίταζαν πάνω από τα γυαλιά πρεσβυωπίας πλέκοντας, για να ελέγξουν τα πάντα και να επιβάλλουν με το χαμόγελο την τάξη που εκείνες θεωρούσαν σωστή.
Σκέφτεσαι μπλέξαμε και πώς θα ξεφύγουμε, αλλά σε σώζει η εμπειρία.
-Η μητέρα σου τα κέντησε; Είναι η μαγική φράση, λες κάτι καλό για την μαμά και ησυχάζει.
-Ναι όλα μόνη της σου εξηγεί με μια περηφάνια που δεν κρύβεται.
Η μαμά εν τω μεταξύ έχει πεθάνει δυο χρόνια πριν, εννοείται πως ζούσαν μαζί και το σπίτι έμεινε απείραχτο, όπως το άφησε η συγχωρεμένη.
Σκέφτεσαι πως αν μείνεις θα είναι το φάντασμά της και στην κρεβατοκάμαρα.
Πάλι η πείρα σε σώζει: στέλνεις ένα μήνυμα σε φίλο να σε πάρει τηλέφωνο πως κάτι έκτακτο συνέβη και πρέπει να φύγεις βιαστικά.
Τώρα το πίστεψε, δεν το πίστεψε λίγο σ’ ενδιαφέρει αναπνέοντας τον καθαρό αέρα της πόλης.

Share

Πολίτισα πόρνη

elele-cocuk-baba-

-Μαμά, θέλω να πάω στη Θεία Μπία.
-Περίμενε λίγο βρε αγόρι μου, να πιείς το γάλα σου και πας μετά.
-Όχι, τώρα θέλω είπε γκρινιάζοντας ο τρίχρονος Πετράκης.
Τι να έκανε η μάνα του, ήξερε πως αν δεν τον πάει δίπλα στη γειτόνισσα που τη φώναζε θεία, μπορεί να έκλαιγε συνέχεια.
Και όχι άδικα. Μόλις έμπαινε στο σπίτι της θείας Βαγγελίας, δεν θα έπινε μόνο το γάλα με το μπαγιάτικο ψωμί. Θα του έδινε γάλα με κακάο, μπισκότα και μπανάνα, αδιανόητα για τη φτωχική του οικογένεια.
Και όχι μόνο. Θα τον έκανε μπάνιο σε μπανιέρα, όχι στη σκάφη που τον έκανε η μάνα του, θα του μαγείρευε μπιφτέκια μεσοβδόμαδα, κάτι που στο σπίτι του τα έτρωγαν μόνο την Κυριακή, θα του έδινε σιδερένια παιχνίδια να παίξει, την ώρα που τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς έπαιζαν ακόμα με πάνινες μπάλες.
Το μόνο που τον δυσκόλευε και τον έκανε να ντρέπεται, ήταν που όταν έμπαινε στο πεντακάθαρο σπίτι με τα γυαλισμένα πλακάκια και τα μωσαϊκά, έπρεπε να βγάζει τα παπούτσια του για να μη λερώσει. Και ένιωθε πολύ άσχημα που οι κάλτσες του ήταν πάντα τρύπιες.
Η κυρία Βαγγελία παντρεμένη από έρωτα με τον κυρ Γιάννη, πρόσφυγες από την Πόλη και οι δυο.
Ήταν από τις «παστρικές», πόρνη σε οίκο ανοχής της Πόλης που ίσως την μοναδική φορά που πήγε ο κυρ Γιάννης, την ερωτεύτηκε, την παντρεύτηκε και με το διωγμό ήρθαν στην Ελλάδα.
Φαρμακοτρίφτης στο επάγγελμα, έφτιαχνε τις συνταγές με τα φάρμακα από βότανα που του έδιναν οι γιατροί. Μια τέχνη που την έμαθε και επειδή ήταν σχολαστικός και μελετηρός, άρχισε να παρασκευάζει καλλυντικές κρέμες για τις πλούσιες κυρίες, άνοιξε και ένα κατάστημα στην οδό Φιλελλήνων και κέρδιζε πολλά χρήματα.
Τόσα που το σπίτι του ήταν το μοναδικό στη γειτονιά που είχε ψυγείο, πλυντήριο ρούχων και ηλεκτρική κουζίνα.
Αργότερα ήταν το πρώτο σπίτι που απέκτησε τηλεόραση.
Όταν ο Πετράκης είδε για πρώτη φορά τηλεόραση, δεν ξαναβγήκε σχεδόν ποτέ στη γειτονιά να παίξει με τα άλλα παιδιά.
Η γιαγιά του έξαλλη με την κόρη της:
-Θα το ξεχνωτίσει το παιδί από εμάς και δεν θα μας θέλει, ωρυόταν.
Η μάνα του όμως ήταν ήσυχη, δεν ήταν εύκολο να έχει τον Πετράκη και τον μικρότερο αδελφό του στα πόδια της όσο έκανε τις δουλειές του σπιτιού. Οι καυγάδες τους και η φασαρία που έκαναν συνέχεια την εκνεύριζαν.
Η κυρία Βαγγελία από τότε που ήρθαν στην Ελλάδα, έγινε τύπος και υπογραμμός. Δεν ξαναπήγε με άλλον άντρα και ήταν μια συμπαθέστατη γυναίκα. Δεν την έβαζαν όμως όλες στο σπίτι τους από τον φόβο μήπως ξεμυαλίσει τους αντράδες τους.
Είχε μεγαλώσει όμως και ο καημός ενός παιδιού ήταν μεγάλος. Δεν μπορούσε πια να κάνει παιδί και συμφώνησαν με τον άντρα της να υιοθετήσουν ένα. Αυτό κι αν ήταν αδιανόητο για τη γειτονιά! Τα παιδιά των ιδρυμάτων τα θεωρούσαν παρακατιανά, και σίγουρα ήταν άρρωστα. Ο κυρ Γιάννης όμως σαν κομμουνιστής δεν κώλωσε. Υιοθέτησαν ένα και μάλιστα σε μεγάλη ηλικία, πρέπει να ήταν γύρω στα δέκα όταν το έφεραν σπίτι.
Έμεινε πολύ λίγο καιρό μαζί τους και μετά, χωρίς να καταλάβει κανείς στην αρχή το λόγο, τον έστειλαν εσώκλειστο σε ένα πολύ καλό κολλέγιο στην Ελβετία.
Ένα μεσημέρι κρατούσε τον Πετράκη από το χέρι η θεία του και πηγαίνοντας στο φούρνο για το ψωμί, συναντήθηκαν με τον κυρ Δημητρό, το δάσκαλο της γειτονιάς.
Πρώτη φορά είδε τη θεία του αγριεμένη και τρόμαξε.
Προσπάθησε να την αποφύγει ο κυρ Δημητρός, αλλά πρόλαβε και του είπε:
-Ου να χαθείς παλιοκάθαρμα.
Με σκυφτό το κεφάλι έφυγε σχεδόν τρέχοντας ο δάσκαλος.
Το είχε πειράξει το υιοθετημένο ο ελεεινός.
Τα «πειραγμένα» παιδιά εκείνη την περίοδο ήταν κάτι πολύ κακό για την οικογένεια. Βούιξε η γειτονιά, το ψιθύριζαν όλοι μεταξύ τους και το δάσκαλο τον απομόνωσαν. Η ντροπή στην οικογένεια του δάσκαλου ήταν τόσο μεγάλη που τα πατζούρια του σπιτιού που έβλεπαν στο δρόμο δεν ξανάνοιξαν ποτέ και οι δυο του αδελφές έμειναν γεροντοκόρες. Κανείς δεν ήθελε να πάρει για γυναίκα την αδελφή του ανώμαλου.
Μεγάλωσε ο Πετράκης και οι σεξουαλικές του προτιμήσεις εξελίχτηκαν προς το ίδιο φύλο. Του τα «δίδαξε» ένας θείος του, αδελφός της μάνας του από όταν ήταν παιδί ακόμα, ίσως γι’ αυτό ταράχτηκε με τη συνάντηση Θείας και Δασκάλου. Φοβήθηκε πως θα τον καταλάβουν κι εκείνον.
Πέρασαν είκοσι περίπου χρόνια και το υιοθετημένο παιδί επέστρεψε.
Συναντήθηκαν τυχαία ένα βράδυ με τον Πετράκη σ’ ένα gay bar.
Έκπληξη, χαρές και γλέντι μέχρι το πρωί.
Απίστευτη συνάντηση όπου επιτέλους μίλησαν και οι δυο για την κακοποίηση που είχαν υποστεί.
Ανακούφιση, λύθηκαν απορίες και για λίγο διάστημα έκαναν παρέα.
Δεν πέρασε ένας χρόνος και ο υιοθετημένος πέθανε ξαφνικά.
Καρδιά είπαν οι γιατροί.
Μεγάλη απώλεια για τον Πετράκη, έχασε έναν σύμμαχο ζωής.
Τραγική λεπτομέρεια:
Στην κηδεία του παραβρέθηκαν μόνο 17 άτομα.
Κανείς από τη γειτονιά δεν ήθελε να πάει στην κηδεία του «πειραγμένου».
Στην κηδεία του δασκάλου που τον πείραξε πήγαν όλοι, δυο-τρεις εκατοντάδες κόσμου.
Η μάνα του Πετράκη τα ήξερε όλα χωρίς ποτέ να πει τίποτε.
Και ήταν αυτή που γηροκόμησε την Πολίτισα πόρνη γιατί αυτή μόνο μπόρεσε να την καταλάβει.
Ήταν αυτή που είχε τη δύναμη να αντιμετωπίσει επιθετικά τα απαξιωτικά βλέμματα της γειτονιάς.
Στην Πολίτισα πόρνη, η ζωή επεφύλαξε αξιοπρέπεια στα στερνά της, μετά τα όσα πέρασε.

Share